Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του κ.Νικολάου Γ.Κόϊου με τίτλο «Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο (1896 – 1993)», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007, σελ. 167 – 171.
Κατ’ ἀρχὰς ἡ Ἱερὰ Παράδοση ἐννοεῖται, κατὰ τὸν γέροντα Σωφρόνιο, ὡς ἡ αἰώνια καὶ ἀμετάβλητη παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι τὸ πλέον βαθὺ θεμέλιο τῆς ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ παράδοση περιλαμβάνει μέσα της ὅλη τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ νὰ ἐμφανίζεται μόνο ὡς μία τῶν μορφῶν τῆς παράδοσης1. Ἀπὸ αὐτὰ συνάγει ὁ συγγραφέας, ὅτι ἂν ἡ Ἐκκλησία ἔχανε τὴν παράδοσή της, θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι ὅ,τι εἶναι, διότι ἡ διακονία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι διακονία Πνεύματος «ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις»2. Ἂν πάλι ὑποτεθεῖ ὅτι γιὰ τὴν ὁποιαδήποτε αἰτία ἡ Ἐκκλησία ἔχανε ὅλα τὰ βιβλία της, τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, τὰ πατερικὰ συγγράμματα ἀλλὰ καὶ τὰ λειτουργικὰ κείμενα, τότε ἡ παράδοση, ἔστω καὶ ὄχι αὐτολεξεί, ἀλλὰ σὲ ἄλλη «γλώσσα» θὰ ἀποκαθιστοῦσε πλήρως τὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ στὴν οὐσία της καὶ ἡ ὑποτιθέμενη «νέα» αὐτὴ Γραφὴ θὰ ἦταν ἡ ἔκφραση αὐτῆς τῆς «ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως»3, ἐκδήλωση τοῦ ἑνὸς Πνεύματος, τὸ ὁποῖο ἀκαταπαύστως ἐνεργεῖ στὴν Ἐκκλησία καὶ εἶναι τὸ πραγματικὸ θεμέλιο καὶ ἡ οὐσία της. Ἡ θέση αὐτή του συγγραφέα καταδεικνύει ὅτι πρόκειται γιὰ συνεχιστὴ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑρμηνευτικῆς τῆς ὀρθόδοξης ἀνατολικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στὴν διακήρυξη τῆς θεότητας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος4.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶναι βαθύτερη ἢ σπουδαιότερη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἀλλὰ ἡ πολυτιμότερη τῶν μορφῶν της λόγῳ τῆς εὐκολίας τῆς διαφύλαξης καὶ τῆς χρήσης της. Ἀπομονωμένη ὅμως ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ὅπως πρέπει μὲ καμιὰ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα. Ἂν ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε «νοῦν Χριστοῦ» τότε ἀκόμη περισσότερο ἔχει «νοῦν Χριστοῦ» ἡ Ἁγία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία περικλείει μέσα της καὶ τὸν Παῦλο. Καὶ ἂν οἱ γραφὲς τοῦ Παύλου καὶ τῶν ὑπολοίπων ἀποστόλων ἀποτελοῦν ἱερὰ γράμματα, τότε καὶ ἡ νέα γραφὴ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ μετὰ τὴν ὑποτιθέμενη ἀπώλεια τῶν παλαιῶν βιβλίων, θὰ ἀπέβαινε ἐξίσου ἱερή, διότι, κατὰ τὴν ἐπαγγελία τοῦ Κυρίου, ὁ Θεός – Ἁγία Τριάς – ἀτρέπτως μένει στὴν Ἐκκλησία.
Ἐνεργοῦν ἐσφαλμένα ὅσοι ἀποκόπτουν τοὺς ἑαυτούς των ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πορεύονται ὅπως νομίζουν πρὸς τὶς πηγές της, δηλαδὴ πρὸς τὴν Ἁγία Γραφή. «Δὲν εἶναι ἡ Ἁγία Γραφὴ ἡ πηγὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἡ Ἱερὰ Παράδοσις»5. Κατὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες τῆς ἱστορίας της ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶχε τὶς γραφὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ζοῦσε μέσῳ τῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία καλοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ κρατοῦν, ὅπως ἐντέλλεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του6. Πασίγνωστο εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ αἰρεσιάρχες στηρίζονταν στὴν Ἁγία Γραφή, ἡ διαφορά τους ὅμως ἦταν ὅτι τὴν ἐξηγοῦσαν σύμφωνα μόνο μὲ τὴν γνώμη τους. Σχετικὰ μὲ μιὰ τέτοια, κατὰ τὸ δοκοῦν διαστρέβλωση τῆς ἔννοιας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἑρμηνεία της, εἶχε ἐξ ἀρχῆς μιλήσει ὁ ἀπόστολος Πέτρος7. Αὐτὸν τὸν κίνδυνο ἤθελε νὰ ἀποτρέψει καὶ ὁ ἰθ΄ κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου8. Μεμονωμένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ ἐξαιροῦνται οὔτε τὰ καλύτερα τέκνα καὶ οἱ διδάσκαλοί Της, δὲν μποροῦν νὰ «χωρήσουν ἐν ἑαυτοῖς ἅπαν τὸ πλήρωμα τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἑπομένως στὶς διδασκαλίες καὶ τὶς γραφὲς παρουσιάζουν μερικὲς ἀτέλειες, ὁρισμένες φορὲς καὶ παρεκκλίσεις. Ἀλλὰ στὸ σύνολό της ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κατέχει τὸ πλήρωμα τῶν δωρεῶν καὶ τῆς γνώσης, μένει ἀληθινὴ στοὺς αἰῶνες.
Ἐδῶ θὰ θέλαμε, διακόπτοντας γιὰ λίγο τὸν εἱρμὸ τῶν σκέψεων τοῦ συγγραφέα, νὰ παρατηρήσουμε τὸ ἑξῆς: ἀπὸ τὴν ὡς τώρα μελέτη μας στὰ ἔργα τοῦ γέροντος Σωφρονίου καὶ ἀπὸ συζητήσεις ποὺ εἴχαμε μὲ ἀνθρώπους ποὺ τὸν γνώριζαν ἀπὸ πολὺ κοντά, συμπεραίνουμε ἀβίαστα ὅτι πρόκειται γιὰ ἕναν γνήσιο συνεχιστὴ τῆς αὐθεντικῆς πατερικῆς, μοναστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης. Γνωρίζουμε βέβαια τὴν βαρύνουσα σημασία ποὺ ἔχουν τὰ ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας στὴν μοναστικὴ παράδοση. Ὅμως στὰ ὅσα παραθέσαμε ὡς ἐδῶ παρατηροῦμε ὅτι ὁ συγγραφέας καίτοι μέλος αὐτῆς τῆς παραδόσεως δὲν διστάζει νὰ πεῖ ὅτι στὰ ἐπὶ μέρους στοιχεῖα της μπορεῖ νὰ ἐμφανιστοῦν ἀτέλειες ἢ καὶ διαστρεβλώσεις οἱ ὁποῖες ὀφείλονται στὸ ὅτι κανεὶς ἄνθρωπος, καὶ ὁ πιὸ ἅγιος, δὲν εἶναι τέλειος. Αὐτὸ τὸν κάνει νὰ μὴν εἶναι ὁ ἴδιος ἄκριτα προσκολλημένος στὶς πατερικὲς ἑρμηνεῖες τῆς ἁγίας γραφῆς, χαρακτηριστικὸ ποὺ θὰ διαπιστώσουμε καλύτερα στὸ τρίτο σκέλος αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγιογραφικῶν κειμένων ἀπὸ τὸν Γέροντα.