Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία

Η φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτος Η φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτος     

Ο κεντρικός μακαρισμός

Οι ευαγγελικοί μακαρισμοί (Μτ. 5: 3–12) δεν είναι μια τυχαία λίστα εντολών, αλλά μια λογική κλίμακα πνευματικής ανόδου, ένας δρόμος σταδιακής και συνεπούς μεταμόρφωσης του ανθρώπου. Κάθε σκαλοπάτι προετοιμάζει την ψυχή για το επόμενο.

Οι πρώτοι τρείς (πνευματική πτωχεία, πένθος μετανοίας, πραότητα) αποτελούν το αρχικό στάδιο της εργασίας για την απόκτηση των αρετών, που συνίσταται στη μετάνοια και την ταπεινότητα. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την πνευματική του φτώχεια, θρηνεί για τις αμαρτίες του, κατευνάζει το επαναστατικό του πνεύμα.

Ο τέταρτος και ο πέμπτος μακαρισμός (η δίψα και η πείνα για δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη) είναι το στάδιο της ενεργού αρετής. Η ταπεινωμένη ψυχή αρχίζει να διψά για αγιότητα και την εκφράζει με ενεργό αγάπη προς τον πλησίον.

Και, τέλος, ο έκτος – η καθαρότητα της καρδιάς (βλ.: Μτ. 5: 8) – είναι το φυσικό αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων σταδίων. Μετά τη μετάνοια και την άσκηση στην αρετή, έρχεται το τελικό και ανώτατο στάδιο της εσωτερικής καθαρότητας, χωρίς το οποίο όλα τα προηγούμενα δεν έχουν νόημα. Είναι η μετάβαση από την αιτία στο αποτέλεσμα, από τις εξωτερικές πράξεις στην κατάσταση της ίδιας της καρδιάς. Οι πρώτοι πέντε μακαρισμοί μαζί σχηματίζουν έναν ενιαίο δρόμο για την κάθαρσή της.

Τα επόμενα σκαλοπάτια (ειρηνοποιία, διωγμοί για χάρη της δικαιοσύνης) είναι πλέον καρποί της καθαρής καρδιάς που ενεργεί στον κόσμο, όπως και η τελική χαρά της ενότητας με τον Θεό στην Ουράνια Βασιλεία Του.

Λοιπόν, στον έκτο μακαρισμό περικλείεται ο σκοπός και το νόημα όλων των μακαρισμών. Δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί η καθαρότητα της καρδιάς χωρίς ταπείνωση και μετάνοια, χωρίς δίψα για δικαιοσύνη και ελεημοσύνη. Ομοίως, δεν είναι δυνατόν να δει κανείς τον Θεό χωρίς καθαρότητα καρδιάς. Η καθαρότητα της καρδιάς είναι απαραίτητη και καταλυτική προϋπόθεση για τη θεωρία. Αυτή καθορίζει την εκπλήρωση της υπόσχεσης: «... ότι αυτοί τον Θεό όψονται» (Μτ. 5: 8). Όλα τα προηγούμενα οδηγούν σε αυτή την καθαρότητα, όλα τα επόμενα απορρέουν από αυτήν.

Η καρδιά και η καθαρότητά της

Σύμφωνα με τη βιβλική και αγιοπατερική αντίληψη, η «καρδιά» είναι το βαθύ κέντρο της ανθρώπινης προσωπικότητας, όπου αλληλεπιδρούν το πνεύμα, η ψυχή και το σώμα, ο νους, το θέλημα και τα συναισθήματα, η συνείδηση και το καθήκον. Είναι το όργανο της ακοής (συνείδησης), της όρασης (θεωρίας) του Θεού και του καθήκοντος (διακονίας, αγάπης) απέναντί Του. Ακριβώς στην καρδιά γίνεται η επιλογή μεταξύ του καλού και του κακού, διαμορφώνονται οι σκέψεις και οι επιθυμίες μας, λαμβάνονται αποφάσεις. Ακριβώς εδώ είναι που γίνεται η συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Ακριβώς μέσω της καρδιάς οι πιστοί λαμβάνουν τη θεραπευτική και αγιαστική χάρη του Θεού.

Ανάλογα με το τι γεμίζει την καρδιά, αυτή μπορεί να είναι βρώμικη ή καθαρή, αμαρτωλή ή αγία. Ο Κύριος μας δίνει τη δυνατότητα, μέσω της τήρησης των εντολών Του και της απόκτησης της χάρης, να καθαρίσουμε τις καρδιές μας που έχουν μολυνθεί από το κακό, να τις κάνουμε καθαρά όργανα πίστης, ελπίδας και αγάπης.

Τι είναι όμως η καθαρότητα της καρδιάς; Σε τι συνίσταται;

Σε έναν άνθρωπο με καθαρή καρδιά, η εσωτερική του κατάσταση αντιστοιχεί πάντα στην εξωτερική του έκφραση

Η καθαρή καρδιά έχει, πρώτα απ' όλα, ενότητα και ακεραιότητα. Σε αυτήν έχουν ξεπεραστεί όλες οι αντιφάσεις μεταξύ ψυχής, πνεύματος και σώματος, μεταξύ νου, θελήματος και συναισθημάτων. Σε αυτήν βασιλεύει η πλήρης συμφωνία μεταξύ του θελήματος του Θεού και του ανθρώπινου θελήματος. Όλες οι σκέψεις, οι επιθυμίες και τα συναισθήματά του είναι αρμονικά στραμμένα προς τον έναν στόχο – την τήρηση των εντολών του Χριστού. Σε μια τέτοια καρδιά δεν υπάρχει χώρος για εχθρότητα, υποκρισία, διπροσωπία (βλ. Ιακ. 4:8) και έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης.

Η καθαρή καρδιά διακρίνεται για την ειλικρίνεια και την απλότητά της. Δεν υπάρχει τίποτα κρυφό σε αυτήν: πονηριά, κρυφές προθέσεις, κατάκριση και αυτοδικαίωση. Σε έναν άνθρωπο με καθαρή καρδιά, η εσωτερική του κατάσταση αντιστοιχεί πάντα στην εξωτερική του έκφραση. Ό,τι έχει μέσα του, το έχει και έξω: στο πρόσωπό του, στα λόγια και στις πράξεις του.

Η καθαρή καρδιά είναι απαθής, σύμφωνα με τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, και επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στον Θεό, στην διακονία Του. Είναι απολύτως ελεύθερη από παθητικές προσκολλήσεις, κοσμικές εξαρτήσεις, λατρεία ειδώλων, δεισιδαιμονίες και πλάνες. Η μόνη του επιδίωξη και «θησαυρός» είναι ο Θεός (βλ.: Μτ. 6: 21).

Η καθαρή καρδιά είναι αθώα και σώφρων. Δεν επιδιώκει τίποτα δικό της, τίποτα για τον εαυτό της, αλλά αφιερώνει τον εαυτό της εξ ολοκλήρου στην αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Η υπερηφάνεια και η ματαιοδοξία, ο θυμός και η ζήλια, η γαστριμαργία, η φιλαργυρία και η λαγνεία δεν μπορούν καν να την αγγίξουν.

Ως εκ τούτου, η καθαρότητα της καρδιάς είναι μια κατάσταση απόλυτης, εσωτερικής και εξωτερικής ηθικής τελειότητας, μια κατάσταση πλήρους φώτισης και αγιασμού από τη χάρη του Θεού, μια κατάσταση μέγιστης ομοιότητας με τον Χριστό και ριζικής αφοσίωσης σε Αυτόν.

Η παναρετή της καρδιακής καθαρότητας

Οι καθαροί τη καρδία είναι οι άγιοι, δηλαδή εκείνοι που με τη βοήθεια του Χριστού έδιωξαν από τις καρδιές τους όλα τα αμαρτωλά πάθη και ενώθηκαν πλήρως με τον Θεό, θεώθηκαν, έγιναν ζωντανές μονές Του. Ο Άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει περί αυτού: «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιήσομεν» (Ιω. 14: 23). Ο Απόστολος Παύλος μαρτυρεί: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2: 19–20).

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσοστόμος έγραφε: «Καθαροὺς δὲ ἐν προκειμένῳ ὀνομάζει ἢ τοὺς ἔχοντας ἐν γένει τὴν καθολικὴν ἀρετὴν καὶ δὲν καταλογίζουν κανένα ἁμάρτημα εἰς βάρος των, ἢ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν στὴν ἐγκράτειαν, διότι τίποτα δὲν μᾶς εἶναι τόσον ἀπαραίτητον διὰ νὰ καταντῶμεν ἱκανοὶ νὰ ἴδωμεν τὸν Θεό, ὅσον ἡ ἀρετὴ αὐτή»1. Ο Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος πρόσθετε: «Η καθαρή καρδιά δε γίνεται από μία αρετή, ούτε δύο, ούτε δέκα, αλλά όταν όλες μαζί αποτελέσουν μία, ας πούμε, και αυτή κατορθωθεί στον τέλειο βαθμό»2.

Λοιπόν, η καθαρότητα της καρδιάς δεν είναι μία από τις πολλές χριστιανικές αρετές, αλλά το τέλειο σύνολό τους, μια ολόκληρη, αρμονική και πλήρης ενότητα χωρίς εξαίρεση όλων των ηθικών και πνευματικών αρετών. Ο Απόστολος Παύλος ονομάζει αυτή την απόλυτη τελειότητα αγάπη. «Ἐνδύσασθε οὖν… ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. 3:14).

Η καθαρότητα της καρδιάς ως προϋπόθεση όρασης του Θεού

Ο Κύριος υπόσχεται στους καθαρούς τη καρδία ότι θα αξιωθούν να δουν τον Ίδιο τον Θεό: «ότι αυτοί τον Θεό όψονται». Προφανώς, ο Κύριος θεωρεί ότι αυτό είναι το μέγιστο που μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος στην πορεία της ενάρετης ανόδου του.

Γνωρίζουμε ότι, με φυσική, σωματική έννοια, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ιω. 1:18) και ότι δεν μπορεί να Τον δει, διότι από τη φύση Του είναι απολύτως άυλο και ασώματο Πνεύμα.

Ο Θεός Πνεύμα μπορεί να γίνει ορατός αποκλειστικά πνευματικά: με το ανθρώπινο πνεύμα (νου), χάρη στη κοινωνία και στη φώτιση που συντελείται με πνευματική χάρη μέσα από την εμπειρία της πνευματικής προσευχητικής-μυστηριακής ιερής εργασίας3. Τον Θεό μπορεί να Τον δει κανείς, όταν ο Ίδιος παρουσιάζεται και αποκαλύπτεται εν χάριτι στο ανθρώπινο πνεύμα, που έχει προετοιμαστεί για αυτό με ασκητική εργασία πάνω στον εαυτό του. Ο Θεός δεν παρουσιάζεται με ορισμένες μορφές, αλλά βιώνεται ως άπειρη Ύπαρξη, Αλήθεια, Ζωή, Αγάπη, Φως.

Η καρδιά αποκτά την πραγματική δυνατότητα να δει τον Θεό, όταν σε αυτήν κατεβαίνει το πνεύμα και εγκαθίσταται σε αυτήν ως σε ναό, την χρησιμοποιεί ως όργανο πίστης και ελπίδας, συνείδησης και προσευχής, ελέους και αγάπης.

Η καρδιά, που είναι σκοτισμένη από τα αμαρτωλά πάθη αυτού του κόσμου, δεν μπορεί να αντιληφθεί τον Θεό, ο Οποίος είναι ασύγκριτα μακριά από την αμαρτία

Όπως το βρώμικο ή θολωμένο γυαλί δεν αφήνει να περάσει το φως, έτσι και η καρδιά, που δεν είναι φέρει πνεύμα, που είναι σκοτισμένη από τα αμαρτωλά πάθη αυτού του κόσμου, δεν μπορεί να αντιληφθεί τον Θεό, ο Οποίος είναι ασύγκριτα μακριά από την αμαρτία. Δεν είναι σε θέση να Τον δουν ούτε εκείνοι των οποίων η καρδιά είναι γεμάτη με γήινα ενδιαφέροντα και εντυπώσεις, επειδή ο Θεός είναι ασύγκριτα ανώτερος από το αγαθό δημιούργημά Του. Για να δούμε τον Θεό Δημιουργό, πρέπει να απελευθερώσουμε την καρδιά μας όχι μόνο από τα αμαρτωλά πάθη, αλλά και από την προσκόλληση στα κτιστά όντα. «Καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ιω. 8:32), λέει σχετικά ο Κύριος.

Η καθαρή από την αμαρτία και τις κτιστές εικόνες καρδιά γίνεται καθρέφτης ή μάτι, ικανό να αντανακλά και να αντιλαμβάνεται το θείο φως. Σύμφωνα με τη σκέψη του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, η καθαρότητα της καρδιάς προσδίδει στον άνθρωπο άυλη φύση, τον καθιστά ίσο με τους φωτεινούς αγγέλους οίκο του Χριστού.

Το όμοιο αναγνωρίζεται από το όμοιο. Μόνο το καθαρό μπορεί να αντιληφθεί τον Καθαρό. Το «όψονται» σημαίνει ότι θα γίνουν κοινωνοί του φωτός Του, της δόξας Του, θα Τον γνωρίσουν όχι «εξ ακοής», από το οποίο γεννιέται η πίστη (Ρωμ. 10:17), αλλά από την άμεση εμπειρία της χάρης, από την οποία προέρχεται η όραση. Μέχρι τώρα «διὰ πίστεως περιπατοῦμεν», για να ζήσουμε στη συνέχεια «διὰ εἴδους» (βλ.: Β’ Κορ. 5: 7).

Θεωρία – θεογνωσία - θέωση

Να δει κανείς τον Θεό σημαίνει να Τον γνωρίσει μέσα από τις Γραφές, την προσευχή, τα Μυστήρια, την αγάπη προς τον πλησίον, το κάλλος της κτίσης, μέσα από τα οποία στον άνθρωπο δίδεται η άκτιστη χάρη. Έχοντας γνωρίσει εμπειρικά τον Θεό με την χάρη εδώ στο χρόνο, θα αισθανθούμε την τέλεια πληρότητα της χαρισματικής γνώσης του Θεού στην αιώνια ζωή. Η εκπλήρωση της υπόσχεσης αρχίζει στην στρατευομένη Εκκλησία στη γη και φτάνει στην πληρότητά της στην θριαμβεύουσα Εκκλησία στους Ουρανούς, στη Βασιλεία του Θεού.

«Αγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι» (Α’ Ιω. 3: 2).

Η θέα ή η θεωρία του Θεού μαρτυρεί την επίτευξη του στόχου της χριστιανικής ζωής, της θεώσεως, όταν οι πιστοί ενώνονται τόσο πολύ με τον Θεό, που κατά χάρη γίνονται «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β’ Πέτ. 1: 4). Η θεωρία και η θέωση είναι αχωρίστως αλληλένδετες και αδιαιρέτως αλληλοπροσδιοριζόμενες.

Όταν οι άγιοι ενωθούν ολοκληρωτικά με τον Θεό κατά χάρη, συνεχίζουν να Τον βλέπουν. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ των θεατών και του Θεώμενου εξακολουθεί να υπάρχει κάποια «απόσταση», «προσωπικός χώρος»: οι θεωμένοι άνθρωποι δεν ενώνονται με την ουσία Θεού που τους θεώνει, δεν χάνουν την προσωπικότητά τους και επικοινωνούν μαζί Του «πρόσωπο με πρόσωπο».

«Όπως μαρτυρεί περί αυτού ο Απόστολος Παύλος: «Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α’ Κορ. 13: 12).

Ησυχασμός, η αγιοπατερική πρακτική κάθαρσης της καρδιάς

Στην ορθόδοξη παράδοση, ο δρόμος της τήρησης των μακαρισμών ή της ενάρετης κάθαρσης της καρδιάς έχει διατυπωθεί λεπτομερώς στην θεωρία του και έχει δοκιμαστεί πλήρως στην πράξη στο πλαίσιο της ορθόδοξης ασκητικής. Όλη αυτή η ασκητική, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι αφιερωμένη στην επίτευξη της θέωσης μέσω της πάλης με τα αμαρτωλά πάθη και της ανόδου στην κλίμακα των ευαγγελικών αρετών.

Με τη στενή, μεθοδολογική της έννοια, η ασκητική απόκτηση της χάριτος χάρη της θεωρίας του Θεού ονομάζεται «νοερά εργασία» ή ησυχασμός (από τη λέξη «ἡσυχία» που σημαίνει γαλήνη, σιωπή).

Μέσω της ταπεινής υπακοής, της αδιάλειπτης προσευχής (κυρίως της ευχής του Ιησού – «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό»), της νήψης (φυλακής του νου και της καρδιάς από τους διαβολικούς πειρασμούς και τις κοσμικές εντυπώσεις) ο ασκητής επιδιώκει την εσωτερική ιερή σιωπή – μια κατάσταση όπου ο νους, συγκεντρωμένος στην καρδιά, είναι απερίσπαστος και επικεντρωμένος στην θεωρία του Θεού.

Στην ιερή ησυχία, στην οποία δεν υπάρχει χώρος για κοσμικές προσκολλήσεις και λογισμούς, ο άνθρωπος φτάνει στην καθαρότητα της καρδιάς και γίνεται ικανός να θεωρεί το άκτιστο θείο φως4 – εκείνο το φως που είδαν οι απόστολοι κατά τη Μεταμόρφωση του Χριστού στο Θαβώρ (βλ.: Μτ. 17: 1–6, Μκ. 9: 1–8, Λκ. 9: 28–36).

Με αυτόν τον τρόπο, η θεωρία του Θεού ως φωτός (βλ. Α’ Ιω. 1: 5) είναι εφικτή από εδώ, στη γη, για όσους ακολουθούν τα έργα των ασκητών-ησυχαστών5 και επιτελούν το έργο της «νοεράς εργασίας». Με αυτόν τον τρόπο, στην πράξη εκπληρώνεται ο έκτος μακαρισμός.

***

Η εντολή «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται» κατέχει κεντρική και ανώτατη θέση στην κλίμακα των μακαρισμών

Συνεπώς, η εντολή «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται» κατέχει κεντρική και ανώτατη θέση στην κλίμακα των μακαρισμών: κεντρική, διότι όλες οι άλλες εντολές είτε στρέφονται προς αυτήν είτε προέρχονται από αυτήν· ανώτατη, διότι αποκαλύπτει τον τελικό σκοπό της χριστιανικής ζωής. Όλες οι αρετές που προηγούνται – η ταπείνωση, η μετάνοια, η πραότητα, η δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη – πρέπει να οδηγούν σε μια ριζική πνευματική μεταμόρφωση του «κρυπτοῦ της κὰρδίας ἀνθρώπου» (βλ. Α’ Πέτ. 3: 4). Μόνο μια τέτοια μεταμορφωμένη, καθαρισμένη, αγιασμένη, θεραπευμένη με τη χάρη καρδιά είναι ικανή να ενωθεί με τον Θεό και να θεωρεί το φως Του. Σε αυτή την ένωση και θεωρία έγκειται ο σκοπός της μακαρίας θεοκοινωνίας και θεογνωσίας, η ουσία της αιώνιας μακαριότητας στη Βασιλεία των Ουρανών. Η αρχαία ησυχαστική παράδοση μας προτείνει ένα δοκιμασμένο από την εμπειρία των αγίων πρότυπο ζωής, που μας επιτρέπει να καθαρίσουμε την καρδιά μας και να δούμε τον Θεό.

Ιερέας Ταράσιος Μποροζένετς
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

1/20/2026

1 Άπαντα Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Ομιλία ΙΕ΄, τόμος 64, σ.52

2 Συμεών του Νέου Θεολόγου. 154 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, 73. Το απόσπασμα αντλήθηκε από την ιστοσελίδα greekdownloads.

3 Λόσκι Β.Ν. Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας.

5 Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τόνιζε ότι το μεθεκτό και καταληπτό άκτιστο φως (ενέργεια, δόξα, δύναμη, χάρη) του Θεού πρέπει να διακρίνεται από την αμέθεκτη και ακατάληπτη ουσία (βλ. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Τριάδες υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων).

5 Ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο Όσιος Νείλος του Σορ, ο Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και άλλοι.

×