Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

Περί πολέμου, αποκλεισμού και καλοσύνης

Πηγή: Ιστότοπος της Θεολογικής Ακαδημίας της Αγ. Πετρούπολης

Στις 27 Ιανουαρίου 1944 τελείωσε ο αποκλεισμός (ΣτΜ: Πολιορκία) του Λένινγκραντ. Η Γκαλίνα Ιβάνοβνα Νικολάγιεβα, η παλαιότερη βιβλιοθηκάριος της Θεολογικής Ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης, μιλάει για την πολιορκία και την παιδική ηλικία στον πόλεμο, για τους κοντινούς της, για το πώς η καλοσύνη βοηθά τους ανθρώπους να επιβιώσουν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Όταν άρχισε ο πόλεμος, ήμουν 10 χρονών. Καλοκαίρι του ’41, η οικογένειά μας ήταν στο εξοχικό κι εκείνην την ημέρα, για κάποιον λόγο, η μητέρα κι εγώ ήρθαμε στην πόλη. Περπατάγαμε κατά μήκος της λεωφόρου Νέφσκι και τι να δουν τα μάτια μας: Τσούρμο ανθρώπων με μεγάφωνα στα χέρια. Είχε κηρυχθεί πόλεμος. Για εμάς τα παιδιά, ήταν ακόμα ακαταλαβίστικα όλα αυτά. Νηπιαγωγεία, σχολεία, άρχισαν να εκκενώνονται. Κι εμείς τα κορίτσια χαιρόμασταν: Όλες μαζί, μαζί. Μας πήγαν στη Μάλαγια Βίσερα (ΣτΜ: Πόλη της περιφέρειας του Νόβγκοροντ), κοντά στο Λένινγκραντ. Στην αρχή δεν υπήρχε καμία αντίδραση, μετά όλες μας αρχίσαμε να νοσταλγούμε τους γονείς μας, το σπίτι μας. Κάποια κορίτσια έγραφαν στους γονείς τους, ζητώντας να τις πάρουν πίσω. Η μητέρα μου ήρθε κάποια στιγμή και με πήρε από ’κεί. Όταν επιστρέψαμε στην πόλη, οι βομβαρδισμοί ήταν ήδη σφοδρότεροι, σιδηροδρομικοί σταθμοί είχαν καταστραφεί, οι αμαξοστοιχίες δεν ακολουθούσαν πλέον το χρονοδιάγραμμα.

Την φθινόπωρο του ’41, τα πράματα ήταν ακόμα υποφερτά, έδιναν σιτηρέσια και αυτό έφτανε για την οικογένειά μας. Εκείνην τη χρονική στιγμή, τα μεγάλα παιδιά είχαν κληθεί να φτιάξουν ομάδες πιονιέρων, τους έδιναν μάσκες αερίων, καθώς και οδηγίες. Στεκόμασταν με τις ώρες στις σκαλωσιές, για ν’ απενεργοποιήσουμε βόμβες, και συνοδεύαμε τους κατοίκους στo καταφύγιο. Όταν οι αποθήκες Μπαντάγιεφ (ΣτΜ: Συγκρότημα αποθηκών στην Αγία Πετρούπολη, χτισμένο το 1914. Από τον Οκτώβρη του 1917 χρησιμοποιούταν για αποθήκευση τροφίμων) βομβαρδίστηκαν, η κατάσταση με τα προϊόντα χειροτέρευσε αισθητά. Και τον χειμώνα τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα, απλά τρομακτικά. Τα σπίτια δεν είχαν ούτε ηλεκτρισμό ούτε νερό ούτε θέρμανση. Στην αρχή πηγαίναμε στο πλυσταριό για νερό κι αργότερα έπρεπε να πάμε ακόμη πιο πέρα, επειδή όλα ήταν παγωμένα στο πλυσταριό, δεν υπήρχε τρόπος να φτάσουμε τις βρύσες –ήταν παγωμένα όλα τριγύρω.

Σιγά-σιγά αρχίσαμε να συνηθίζουμε τους βομβαρδισμούς, δεν θέλαμε να κατεβούμε στο καταφύγιο. Μια φορά, που οι γονείς μου δεν ήταν στο σπίτι, έμεινα με τον ανιψιό μου. Ξαφνικά με έπιασε ταραχή, γιατί δεν ήθελε να πάει στο καταφύγιο και μου έλεγε θέλω να κοιμηθώ. Κατά τη διάρκεια αυτού του βομβαρδισμού έσπασαν όλα τα παράθυρα του σπιτιού.

Άρχισαν να δίνουν λίγο ψωμί -125 γραμμάρια. Αυτά τα 125 γραμμάρια τα κόβαμε σε μικρά κομμάτια και τα κάναμε παξιμάδια στις σόμπες.

Ο ανιψιός μου κι εγώ πηγαίναμε συχνά στον κινηματογράφο "Καλλιτεχνικός", και βλέπαμε την ταινία "Φίλες από το μέτωπο". Μια μέρα επιστρέψαμε από τον κινηματογράφο και πήγαμε σ’ ένα μαγαζάκι αθλητικών ειδών, κοντά στον κινηματογράφο "Κολοσσαίο". Ο ανιψιός μου βρήκε εκεί ένα πορτοφόλι. Στο σπίτι, η μητέρα μου το άνοιξε: Υπήρχε ένα διαβατήριο, όλα τα κουπόνια (ΣτΜ: Για φαγητό) από την αρχή του μήνα. Από ό,τι φαίνεται, κάποιο νεαρό αγόρι τα έχασε όλα αυτά, εκεί στο μαγαζί με αθλητικά είδη. Στην οικογένειά μας ήμασταν πάντα πιστοί και η μητέρα μου είπε: Τι ευλογία, παιδιά, το ότι υπάρχει το διαβατήριο και η διεύθυνση, πρέπει να το επιστρέψουμε. Όλοι μας -η αδελφή μου, ο ανιψιός μου, εγ - πήγαμε με τα πόδια κατά μήκος του Νέβα (ΣτΜ: Ποτάμι της περιφέρειας), στη διεύθυνση που ήταν κοντά στον Φινλανδικό σταθμό (ΣτΜ: Ένας απο τους 5 σιδηροδρομικούς σταθμούς που υπάρχουν σήμερα στην Αγ. Πετρούπολη). Οι καιρικές συνθήκες σκληρές, χειμώνας. Ο νεαρός δεν ήταν στο σπίτι, αφήσαμε τη διεύθυνσή μας. Ήρθε αργότερα σ’ εμάς και του επέστρεψα όλα.

Τον Απρίλιο του 1942 πέθανε η μητέρα μας. Είχαμε πάει μαζί της στο νησί Βασίλιεφσκι, για να επισκεφτούμε τον αδελφό της, καθ’ ότι ούτε μας επισκεπτόταν ούτε έδινε σημεία ζωής. Όταν φτάσαμε εκεί, μας είπαν ότι πέθανε, το ίδιο και η σύζυγός του και τα παιδιά τους μεταφέρθηκαν σ’ ένα ορφανοτροφείο. Η μητέρα ήταν, φυσικά, πολύ αναστατωμένη. Επιστρέψαμε στο σπίτι, αρρώστησε και δέκα μέρες αργότερα πέθανε. Έκανε κρύο στα σπίτια και πέρασε πολύς καιρός πριν τη θάψουμε. Λυπόμασταν για τον χαμό της. Μετά τον θάνατό της, μείναμε τρεις: Η αδελφή μου, είκοσι δύο ετών, ο ανιψιός μου κι εγώ.

Οι άνθρωποι υποστήριζαν ο ένας τον άλλον, κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού, βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Όταν η μητέρα μου εξασθενούσε κι εγώ ήμουν λίγο-πολύ εντάξει, την έσερνα με το έλκηθρο στη δουλειά. Και άλλοι πολλοί έκαναν το ίδιο με τους συγγενείς τους.

Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού, οι άνθρωποι ήταν πολύ ευγενικοί, προσπαθούσαν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Είναι αλήθεια ότι μού αρπάξαν το ψωμί αρκετές φορές. Το τράβαγαν από μένα και το έβαζαν κατ’ ευθείαν στο στόμα τους, για να το φάνε αμέσως. Όταν η κατάσταση με τα προϊόντα ήταν άσχημη, η αδελφή μου στάθηκε κάποτε με τις ώρες στην ουρά. Πίσω της στεκόταν μια γυναίκα, μια πιανίστα, όπως αποδείχθηκε. Και ξαφνικά, αυτή η γυναίκα γυρίζει και λέει: Θα πάω να δώ στο σπίτι τη μητέρα μου, μην και πέθανε. Η γυναίκα έφυγε και όταν επέστρεψε, τα προϊόντα είχαν εξαντληθεί. Την έπιασαν τα κλάματα: Η μητέρα της ήταν τελείως πεινασμένη, έπρεπε να την υποστηρίξει. Η αδερφή μου πρόλαβε να πάρει προϊόντα. Έκοψε ένα κομμάτι από το σιτηρέσιό της και το έδωσε σε αυτήν τη γυναίκα, χωρίς να πάρει σε αντάλλαγμα κουπόνια. Όταν επιστρέψαμε στην πόλη, μετά τον πόλεμο, το διαμέρισμά μας ήταν κατειλημμένο. Κάποιος στρατιωτικός εγκαταστάθηκε σε αυτό, κουβάλησε εκεί πολλά έπιπλα, χαλιά. Δεν μας άφησε, όμως, να μπούμε στο διαμέρισμα. Έξι μήνες αργότερα, ήταν μεσάνυχτα, όταν τον έδιωξαν από το διαμέρισμά μας κι έτσι επιστρέψαμε εκεί. Μας είχαν κατακλέψει, τίποτα δεν έμεινε. Αυτή η πιανίστα μάς έφερε ένα σεντούκι, που το χρησιμοποιούσαμε αντί για κομοδίνο.

Το 1942 η άνοιξη ήταν ευχάριστη και θερμή, άρχισαν να καθαρίζουν την πόλη και στο τέλος τα κατάφεραν.

Μας καλέσαν να μαζέψουμε μανιτάρια κι εμείς πήγαμε. Δεν καταλαβαίναμε τίποτα από μανιτάρια και μαζέψαμε κάτι αμανίτες καισαρικούς (ΣτΜ: εδώδιμο μανιτάρι, καρποφορεί καλοκαίρι και φθινόπωρο, σε δάση κυρίως πλατύφυλλων), τα αλατίσαμε και τα φάγαμε. Καταλήξαμε στο νοσοκομείο. Η αδελφή μου ήταν σε πολύ σοβαρή κατάσταση, ο ανιψιός μου κι εγώ ήμασταν πιο ελαφρά. Οι γιατροί έβαλαν τα δυνατά τους και μας έσωσαν. Όταν πήραμε εξιτήριο, είπαν στην αδελφή μου είτε να με βάλει σ’ ένα ορφανοτροφείο είτε να εγκαταλείψει την πόλη με τα δύο παιδιά. Και τον Αύγουστο του 1942 έγινε η εκκένωση κατά μήκος της λίμνης Λάντογκα, κατά μήκος του δρόμου της ζωής, πάνω σε φορτηγίδες. Πολλοί άνθρωποι πέθαναν σε αυτές τις φορτηγίδες, αρκετές από αυτές που πήγαιναν μπροστά μας βομβαρδίστηκαν. Όταν μας συνάντησαν στην ακτή, ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι, που ήμασταν ζωντανοί και που η φορτηγίδα μας τα είχε καταφέρει. Τι τραβήξαμε...

Στη συνέχεια μας οδήγησαν στη Σιβηρία. Πολλοί πέθαναν από την πείνα καθ’ οδόν.

Μαζί μας στο τρένο ταξίδευε μία γυναίκα, σύζυγος κάποιου υψηλόβαθμου στρατιωτικού. Της αρέσαμε και μας είπε ότι μας μετέφεραν στη Σιβηρία, αλλά, αν την εμπιστευόμασταν, θα μας πήγαινε στην περιφέρεια του Γιαροσλάβλ και ότι θα μας φρόντιζε καθ’ όλην τη διαδρομή. Και όντως μας φρόντισε πολύ και στα σημεία εκκένωσης εφοδιαζόταν πάντα τρόφιμα για μας. Περάσαμε το υπόλοιπο του πολέμου στην περιφέρεια Γιαροσλάβλ, στην πόλη Ρίμπινσκ. Εκεί, μας πήρε μια γυναίκα στο σπίτι της και μείναμε μαζί της. Η αδελφή μου εργαζόταν στη βιοτεχνική σχολή του Ρίμπινσκ και αρκετά συχνά έπρεπε να εργάζεται τη νύχτα. Εκεί ήταν κι ένα κορίτσι, μοναχό, χωρίς γονείς. Η αδελφή μου το πήρε μαζί μας. Επίσης, μάζεψε μια γιαγιούλα από τον φούρνο, την οποία είχαν πετάξει στον δρόμο. Κάπως έτσι ζούσαμε, λοιπόν, όλες μαζί. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο σύζυγος της αδελφής μου ήρθε να μας πάρει. Κι έτσι καταλήξαμε στο Λένινγκραντ, μετά τη λήξη του πολέμου πλέον.

Κατεγράφη από τον Βαντίμ Λοζόφσκι
Επιμέλεια για την εκδοχή του ιστότοπου: Μαρίνα Πτσελίντσεβα
Γκαλίνα Νικολάγιεβα
Μετάφραση για το gr.pravoslavie.ru: Γρηγόριος Μάμαλης

Pravoslavie.ru

3/27/2020

Σχόλια
Μπορείτε να αφήσετε το σχόλιό σας παρακάτω (μέχρι 700 σύμβολα). Όλα τα σχόλια θα διαβαστούν από τους συντάκτες του Ορθοδοξία. Συνδεθείτε μέσω (κοινωνικών δικτύων) ή πληκτρολογήστε τα στοιχεία σας.
Enter through FaceBook
Το όνομα σας:
Το e-mail σας:
Πληκτρολογήστε τον αριθμό στην εικόνα:

Characters remaining: 4000

×