Πρόσφατα, μαζί με τους ενορίτες μας, είχαμε κουβέντα για την πρώτη προσευχή στη ζωή μας. Την προσευχή που να είναι συνειδητή. Τότε που κάποιος, για πρώτη φορά στη ζωή του, απευθύνεται στον Θεό ή στους αγίους.
Και το πιο παράξενο είναι ότι η πρώτη προσευχή μου συνέβη την περίοδο της πιο ενεργού απιστίας μου και μάλιστα σε βαθμό θεομαχίας
Θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την προσευχή μου. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, αυτό συνέβη μερικά χρόνια πριν ασπαστώ την πίστη και αρχίσω να ζω έστω και κατ΄ ελάχιστον την ζωή της Εκκλησίας. Και το πιο παράξενο είναι ότι συνέβη την περίοδο της πιο ενεργού απιστίας μου και μάλιστα σε βαθμό θεομαχίας, τότε που η ίδια η ύπαρξη του ναού με ενοχλούσε.
Τότε ήταν που ετοιμαζόμουν να δώσω τις εισαγωγικές εξετάσεις στη Σχολή Θεάτρου, και βρέθηκα να έχω μια εικόνα του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού. Θα διηγηθώ περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτό κάποια άλλη φορά. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται (αν και μάλλον δεν είναι σπάνιο φαινόμενο), τότε για μένα άλλο ήταν ο Θεός και ο ναός, και άλλο ο Άγιος Νικόλαος ο Θαυματουργός. Αυτόν παρακάλεσα να με βοηθήσει να μπω στη Σχολή. Ακόμη και κατά τη διάρκεια των εξετάσεων έβαζα την εικόνα του Αγίου Νικολάου μπροστά μου στο θρανίο. Και τα κατάφερα. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν με έκανε να ασπαστώ την πίστη...
Και οι άλλοι συνομιλητές μου μίλησαν για τις δικές τους ιστορίες πρώτης τους προσευχής – αστείες, πένθιμες, συγκινητικές. Αλλά αυτή που μου έμεινε περισσότερο στη μνήμη είναι εκείνη που μας διηγήθηκε η Γαλήνη, και αυτή ενορίτισσά μας.
***
Η Γαλήνη μεγάλωσε σε μια συνηθισμένη σοβιετική οικογένεια. Μόνο η γιαγιά της ήταν πιστή, και αυτό διακριτικά, για να μην ενοχλεί κανέναν. Δεν έβαζε τις εικόνες της σε κοινή θέα, δεν προσευχόταν φωναχτά. Μόνο κάποτε-κάποτε πήγαινε κάπου μακριά, σε κάποιον παππούλη. Και αυτό, η Γαλήνη δεν το μάθαινε από εκείνη, αλλά από τις γκρίνιες των γονιών της:
– Η γιαγιά πάλι τό΄ βαλε για τον παπά.
Γενικά, από τη μιά, η Γαλήνη ήξερε ότι υπάρχει κάποιος παντοδύναμος Θεός. Από την άλλη, όμως, της έλεγαν ότι δεν χρειάζεται να πιστεύουμε σε Αυτόν. Όλα αυτά είναι ανοησίες.
Τότε πήγαινε σχολείο. Και μια μέρα, στην πέμπτη ή έκτη τάξη που ήταν, ήρθε ένας νέος μαθητής, ο Ιβάν, Βάνια. Πολύ σύντομα τα παιδιά άρχισαν να τον αποκαλούν Ιβάν-ο-χαζός.
Ο Βάνια, όντως, ήταν παράξενος. Δεν ήταν εκ του κόσμου τούτου. Δυσκολευόταν στα μαθήματα, δεν συμμετείχε στις φασαριάρικες παιδικές παρέες και τις αταξίες. Δεν ανταποκρινόταν στα σπρωξίματα και τα κλοτσήματα. Μόνο χαμογελούσε με αμηχανία. Και ήταν όλος κάπως αδύναμος και καταβεβλημένος. Και αρρώσταινε συχνά… Και, όπως είναι γνωστό, στην κοινωνία μας τους αδύναμους και τους ασθενικούς δεν τους αγαπούν.
Επίσης, ο Βάνια δεν έλεγε ποτέ όχι.
– Έι, βλάκα, δώσε μου το μπουφάν!
– Άκου, βλάκα, πάρε την τσάντα μου!
– Βλάκα, ε, βλάκα, φέρε μου λίγη κομπόστα.
Και αυτός έδινε, έπαιρνε, έφερνε… Και χαμογελούσε κιόλας με αυτό το ηλίθιο χαμόγελό του. Όντως έμοιαζε με βλάκα.
Και όσο πιο ήσυχος ήταν ο Βάνια, όσο πιο πολύ δεν έλεγε όχι, άλλο τόσο τους εκνεύριζε όλους.
***
Μια μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο, άρχισαν να τον πειράζουν τα αγόρια. Αλλά και τα κορίτσια.
«Ό,τι κι αν κάνει ο βλάκας,
όλα τα κάνει λάθος.
Δεν ξεκινά από την αρχή,
Και τελειώνει όπως του βγει».
– Τον πείραζα κι εγώ, – έλεγε η Γαλήνη. – Τώρα που το θυμάμαι, μου έρχεται να κλάψω.
Εκείνος περπατούσε ήσυχα. Τότε κάποιος του έβαλε τρικλοποδιά και ο Βάνια έπεσε κατευθείαν σε μια λακκούβα.
– Δεν περιμέναμε να πέσει. Μάλιστα, φοβηθήκαμε μήπως μας καταδώσει. Αλλά όταν η δασκάλα ρώτησε στην τάξη πώς και ο Βάνια ήταν βρεγμένος και λερωμένος, δεν μας κάρφωσε. Είπε ότι έπεσε μόνος του. Ακόμα και ο Μαξίμ, που ήταν ο αρχηγός της παρέας μας, τον πλησίασε στο διάλειμμα και του ψιθύρισε: «Μπράβο που δεν μας πρόδωσες». Εκείνος απλώς χαμογέλασε σε απάντηση. Έτσι ξεκίνησε η φιλία μας. Όχι αμέσως, φυσικά, αλλά σταδιακά. Τον πείραζαν λιγότερο, και μετά τον συνήθισαν.
Πέρασε ο καιρός, και οι συμμαθητές του Βάνια κατάλαβαν ότι δεν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι. Δεν το κατάλαβαν μάλλον, το ένιωσαν.
– Ξέρεις, υπάρχουν άνθρωποι, δίπλα στους οποίους νιώθεις ζεστασιά και φως, – έλεγε η Γαλήνη. – Τέτοιος ήταν ο Βάνια. Ποτέ δεν πληγωνόταν, δεν θύμωνε. Φαινόταν ότι αυτή η «λειτουργία» απουσίαζε εντελώς από την ψυχή του. Τους αγαπούσε όλους, ήταν έτοιμος να μοιράζεται τα πάντα με όλους. Και το πιο σημαντικό – δεν ζητούσε τίποτα σε αντάλλαγμα. Δεν έχω συναντήσει ποτέ άλλοτε τέτοιους ανθρώπους.
Ήταν ήσυχος, είναι αλήθεια. Αλλά όχι τσακισμένος ούτε αδύναμος. Είχε μέσα του μια εσωτερική δύναμη.
– Ήμασταν έφηβοι, βρίζαμε, κάναμε και άλλα άσχημα πράγματα, – διηγούνταν η Γαλήνη. – Αλλά, όταν ο Βάνια βρισκόταν κοντά μας, για κάποιο λόγο, προσπαθούσαμε να μην λέμε κακές λέξεις. Αν και εκείνος δεν έδινε σημασία σε αυτό. Αλλά ούτε έβριζε.
Στη συνέχεια, όλοι παρατήρησαν ότι, όποτε προέκυπτε κάποια διαφωνία στην τάξη, ο ήρεμος λόγος του Βάνια αποδεικνυόταν καθοριστικός. Αν και δεν επέμενε, έλεγε μόνο:
– Δεν πρέπει να γίνει αυτό. Δεν είναι σωστό.
Και χαμογελούσε, σαν να ήθελε να πει: «Καταλαβαίνετε γιατί, έτσι δεν είναι;»
Και όλοι καταλάβαιναν.
***
Μια φορά ο Βάνια έπεσε την ώρα του μαθήματος. Αργότερα μάθαμε όλοι ότι η καρδιά του είχε σοβαρό πρόβλημα. Γι’ αυτό ήταν τόσο αδύναμος, τόσο ασθενικός.
– Αλλά και τόσο δυνατός για τον ίδιο λόγο, – πιστεύει η Γαλήνη. – Άλλωστε, νοσηλευόταν συχνά σε νοσοκομεία. Τότε δεν μας έλεγαν το λόγο. Μετά όλα ξεκαθάρισαν. Καταλάβαινε, μάλλον, ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να πεθάνει, και κάπως μέσα στην ψυχή του το σημαντικό ξεχώριζε από το δευτερεύον. Δεν πήγαινε στην εκκλησία. Τότε κανείς από εμάς δεν πήγαινε, αλλά ήταν λες και ο Κύριος να του ψιθύριζε κάτι. Ο Θεός είναι πολύ κοντά σε τέτοιους ανθρώπους. Του ψιθύριζε ότι το σημαντικότερο είναι η αγάπη. Και έτσι ο Βάνια βιαζόταν να αγαπάει. Και όλοι μας ανταποκρινόμασταν σε αυτή την αγάπη του, αν και ήμασταν ανόητοι.
Ναι, ο Βάνια ένιωσε αδιαθεσία. Έπεσε μέσα στην τάξη. Τα χείλη του έγιναν μπλε, δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Η δασκάλα έτρεξε στο τηλέφωνο για να καλέσει ασθενοφόρο.
Η δασκάλα έτρεξε στο τηλέφωνο για να καλέσει ασθενοφόρο. Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα τον Θεό της γιαγιάς μου
– Εμείς, οι συμμαθητές, μαζευτήκαμε γύρω του: «Βάνια, Βάνια, τι έχεις;!! Βάνια! Μην πεθάνεις!», – διηγιόταν η Γαλήνη. – Και εκείνος χαμογελούσε ακόμα και τότε, αδύναμα. Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα τον Θεό της γιαγιάς μου. Ένωσα τα χέρια μου στο στήθος και φώναξα σχεδόν: «Θεέ! Κάνε έτσι ώστε ο Βάνια μας να μην πεθάνει!» Και αυτό το έκανα με τόση ειλικρίνεια. Φοβόμουν τόσο πολύ ότι θα πέθαινε εκείνη τη στιγμή και δεν θα είχαμε πια τον Βάνια μας. Τον ήσυχο, τον καλό. Και δεν θα υπήρχε πια το χαμόγελό του. Κοιτάζω: κάποιοι από τους συμμαθητές μου κλαίνε. Κάποιοι άλλοι, όπως κι εγώ, έχουν ενωμένα τα χέρια και ψιθυρίζουν: «Θεέ μου! Σώσε τον Βάνια». Η δασκάλα επέστρεψε, μας άκουσε, μας επέπληξε για τα περί Θεού – αφού ήταν η σοβιετική εποχή… Αλλά, βλέπω, γύρισε την πλάτη της και έκανε το σταυρό της για να μην την δει κανείς…
***
Ο Βάνια δεν πέθανε. Νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο και επέστρεψε στο σχολείο. Ω, πόσο χαρήκαμε τότε!
– Του στέλναμε κεράσματα στο νοσοκομείο. Πηγαίναμε στο σπίτι της μαμάς του και της γιαγιάς του, για να τις στηρίξουμε, – διηγούνταν η Γαλήνη. – Ζούσαν οι τρεις τους μαζί. Και παρόλο που δεν μιλούσαμε πια για τον Θεό, αισθανόμασταν ότι τόσο ο ίδιος ο Βάνια όσο και εκείνη η παιδική μας προσευχή μας ένωσαν πολύ. Σαν να γίναμε οικογένεια.
Ο Βάνια πέθανε ενάμιση χρόνο πριν τελειώσει το σχολείο. Η καρδιά του δεν άντεξε, δυστυχώς… Όλη η τάξη πήγαμε να τον αποχαιρετήσουμε και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πώς θα συνεχίζαμε χωρίς αυτόν… Κλαίγαμε.
– Αλλά η γιαγιά μου, που τότε ζούσε ακόμα, μου είπε: «Να προσεύχεσαι γι' αυτόν και θα νιώθεις ότι είναι δίπλα σου». Ναι, ήταν πάντα δίπλα μας, μέχρι το τέλος του σχολείου. Ό,τι κι αν κάναμε, ό,τι κι αν αποφασίζαμε, πάντα σκεφτόμασταν: «Τι θα έλεγε ο Βάνια μας;...» Τον θυμόμασταν.
Πέρασαν χρόνια… Τα παιδιά εκείνα μεγάλωσαν, ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Οι καιροί άλλαξαν. Και μια μέρα, σε μια συνάντηση αποφοίτων, άρχισαν να μιλάνε για τον Βάνια, για εκείνη την ημέρα που ένιωσε αδιαθεσία στην τάξη. Και για τότε που προσεύχονταν, με παιδικό και αδέξιο τρόπο. Έκλαιγαν, παρακαλούσαν τον Θεό να τον κρατήσει στη ζωή. Και αποδείχθηκε ότι εκείνη ακριβώς η σπίθα που είχε ανάψει στις καρδιές τους, εκείνη τη μακρινή στιγμή, πολλούς από αυτούς τους οδήγησε αργότερα στην Εκκλησία. Το ίχνος που άφησε στις ψυχές τους εκείνη η πρώτη προσευχή της ζωής τους. Σαν να τους άγγιξε ο Κύριος. Αλλά αυτό θα το καταλάβουν αργότερα…
– Αυτή ήταν η πρώτη μου προσευχή, – τελείωσε η Γαλήνη. – Χάρη στον Βάνια. Ναι, πολλούς από μας μάς οδήγησε στον Θεό. Όχι αμέσως. Ξέρεις, είναι αλήθεια αυτό που λένε: «Σώσε τον εαυτό σου – και χιλιάδες γύρω σου θα σωθούν». Ο δικός μας Βάνια ήταν τέτοιος που δίπλα του ζεσταινόμασταν και αλλάζαμε. Οι ψυχές μας άνοιγαν προς τον Κύριο. Αν και εμείς οι ίδιοι δεν το καταλαβαίναμε. Ήταν ένας άνθρωπος του Θεού. Πολύ λίγοι άνθρωποι υπάρχουν σαν εκείνον.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία