Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

Αναμνήσεις από την μοναχή Θεοδοσία (Κοσοροτίχινα)

Διηγείται ο Αρχιμανδρίτης Ποιμήν (Αντάρτσενκο), Ηγούμενος της Ιεράς Μονής των Αγίων Βασιλομαρτύρων στη Γκάνινα Γιάμα:

Πολλοί συνέρρεαν στη γερόντισσα Θεοδοσία. Δεχόταν κόσμο τη νύχτα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι άνθρωποι φοβούνταν την αντίδραση της σοβιετικής εξουσίας στις επισκέψεις τους σε μια πιστή, αλλά μετά αυτό κάπως καθιερώθηκε. Μερικές φορές, από τις 10 το απόγευμα έως τις 5 το πρωί, περνούσαν από το δωμάτιό της έως και 60 άτομα. Όσο ένας μιλούσε με τη γερόντισσα στο κελί της, οι άλλοι επισκέπτες που περίμεναν τη σειρά τους συζητούσαν μεταξύ τους τα γεγονότα της ζωής της. Ορισμένοι την επισκέπτονταν για χρόνια, οπότε γνώριζαν τις περιστάσεις της ζωής της. Μερικές φορές και η ίδια διηγούνταν λεπτομέρειες για την ζωή της.

Όταν η Ναταλία (το κοσμικό όνομα της γερόντισσας Θεοδοσίας – ΣτΜ) συνήλθε έπειτα από είκοσι χρόνια σε κώμα, η μικρή πόλη βίωσε σοκ. Τότε ακόμα είχαμε Σοβιετική Ένωση, όπου οι άνθρωποι πίστευαν στην επιστήμη, τη μόνη προοδευτική δύναμη της κοινωνίας, και πίστευαν ότι τα θαύματα δεν συμβαίνουν. Οι πρώτοι επισκέπτες ήθελαν να λυπηθούν την άτυχη γυναίκα, να την συμπονέσουν και να φέρουν στις αδελφές λίγα τρόφιμα: ένα κιλό πατάτες, σπιτικές κρέπες.

Λυπόνταν επίσης και την αδελφή της Όλγα, η οποία είχε αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα του σώματος της Ναταλίας που μόλις και μετά βίας ανέπνεε. Οι κάτοικοι της μικρής πόλης ήθελαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια την απόδειξη της ύπαρξης των αδελφών και την πραγματικότητα αυτού του θαύματος. Υπήρχαν και οι περίεργοι που απλώς ήθελαν να δουν το παράξενο αυτό θαύμα. Έβλεπαν μια γυναίκα που, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να κινηθεί, χαιρετούσε τους πάντες με εξαιρετική ζεστασιά και τρυφερότητα. Έβρισκε λόγια παρηγοριάς και έδινε ελπίδα και δύναμη σε αυτούς που έρχονταν να την λυπηθούν, δίνοντάς τους ελπίδα και δύναμη. Κάποιοι ζητούσαν τις προσευχές της και οι φήμες για τη δύναμη αυτής της προσευχής άρχισε να εξαπλώνεται όπως κυματισμοί στο νερό. Από τότε όλοι άρχισαν να προστρέχουν σε αυτήν για συμβουλές και προσευχές. Και αυτή η γυναίκα, παράλυτη, ανίκανη να κινηθεί, περιορισμένη στο χώρο, μπορούσε μερικές φορές να βρει τέτοια λόγια παρηγοριάς που οι άνθρωποι έφευγαν πιστεύοντας ότι αυτά δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Ωστόσο, όλα όσα έλεγε συνέβαιναν και τα πράγματα τακτοποιούνταν. Τότε όμως δεν ήταν καν μοναχή. Περίπου πέντε χρόνια είχαν περάσει από την πρώτη μας συνάντηση, και τότε ο πατήρ Άβελ, ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, την έκειρε μοναχή. Τότε, η γερόντισσα ήταν ήδη γνωστή πολύ πέρα ​​από την περιοχή Ριαζάν.

Πολλοί αναζητούν πνευματική καθοδήγηση. Αν κάποτε αποφασίσετε να ζητήσετε πνευματική συμβουλή, παρατηρήστε προσεκτικά τον άνθρωπο που σας την δίνει. Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν ο Κύριος του αποκαλύπτει το θέλημά Του, δεν θα επιβάλει ποτέ τίποτα σε κανέναν. Το γνωρίζω αυτό από τις συναντήσεις μου με πνευματικά ώριμους και ακέραιους ανθρώπους, τους οποίους, χάριτι Θεού, συνάντησα στο δρόμο μου. Ή μάλλον, αυτοί με συνάντησαν. Η γερόντισσα Θεοδοσία δεν επέμενε σε τίποτα και δεν υποχρέωνε τους ανθρώπους να ακολουθούν αυστηρά τις συμβουλές της. Με σπάνιες εξαιρέσεις. Υπήρχαν περιπτώσεις που ιερείς επισκέπτονταν τη γερόντισσα ζητώντας συμβουλές για καταστάσεις που απαιτούσαν ερμηνεία από την άποψη του κανονικού δικαίου. Τότε μιλούσε ξεκάθαρα και ευθέως.

Αλλά, ως επί το πλείστον την επισκέπτονταν λαϊκοί, που ζητούσαν ένα κτύπημα με μαγικό ραβδί, για να εμφανιστεί ένα διαμέρισμα, για να τακτοποιηθούν όλα τα προβλήματα στη δουλειά τους, για να σταματήσει ο σύζυγος το ποτό. Αν και δεν είχαν αυτήν την στάση μόνο οι λαϊκοί. Κι εγώ ο ίδιος, όντας ιερέας, ήθελα από αυτήν μια τέτοια γρήγορη θαυματουργική βοήθεια. Μια φορά ήθελα πολύ να ανακαινίσω το εικονοστάσι στο ναό που υπηρετούσα, αλλά δεν είχα χρήματα. Έτσι, πήγα στη γερόντισσα.

– Γερόντισσα, προσευχηθείτε να βρεθεί ευεργέτης να μας βοηθήσει…

Και αυτή αντί για απάντηση μου λέει:

– Και εμείς πώς ζούσαμε τότε; Αγαπούσα τόσο πολύ τις πατατούλες, τα αγγουράκια…

– Γερόντισσα, θα ήθελα τόσο πολύ να αγιογραφήσουμε εικόνες για το εικονοστάσι…

Και η γερόντισσα με την χαρακτηριστική της προφορά των κατοίκων του Ριαζάν μου λέει:

– Έριχνα λίγο λαδάκι. Μα πόσο νόστιμο ήταν αυτό που έτρωγα! Μπορούσα να φάω και ένα κομματάκι ψάρι, και ήταν δόξα τω Θεώ! Γιατί δεν παίρνεις λίγο ψωμάκι; Πάντα πρέπει να τρώμε ψωμάκι. Τώρα πια λένε ότι δεν πρέπει να τρώμε πολύ ψωμί. Ναι, Θεέ μου, τι αμαρτία είναι αυτή. Πώς να μην τρώμε ψωμί; Ανέκαθεν το τρώγαμε.

– Γερόντισσα, τι να κάνω με το εικονοστάσι;

Αυτή, όμως, δεν απαντούσε, τέλος. Έφυγα με άδεια χέρια.

Και μετά ξαφνικά θυμήθηκα το εξής. Πριν από μερικές μέρες είχα πάει σε μια πανήγυρη και μετά είχαμε τράπεζα. Με κερνούσαν, αλλά εγώ έκανα τον δύσκολο, δεν ήθελα το ένα, δεν ήθελα το άλλο. Καθόμουν και διάλεγα. Και να που η γερόντισσα Θεοδοσία μου υπέδειξε την πνευματική μου κατάσταση. Μου το είπε μάλιστα κατάμουτρα: «Πάτερ, είστε χορτάτος». Μετά από αυτό κυκλοφορούσα μετανοημένος και μεμφόμουν τον εαυτό μου, ώσπου μια εβδομάδα μετά, εμφανίστηκε στον ναό ένας άνθρωπος, από τον οποίο δεν θα σκεφτόμουν καν να ζητήσω κάτι. Και αυτός από το κατώφλι μου λέει: «Πάτερ, το εικονοστάσι σας είναι σε κακή κατάσταση. Θέλετε να το ανανεώσουμε;».

Έτσι λοιπόν, σου δίνουν πατάτα με αγγούρι, να τρως και να ευχαριστείς τον Θεό.

Η γερόντισσα ήταν σαν να βοηθούσε να βρίσκουμε τη σωστή θέση στο παζλ. Πάντα έδειχνε πού ήταν το λάθος.

Συνήθως έτσι έκανε με όλους. Έρχονταν κάποιος, ζητούσε συμβουλή, και εκείνη ρωτούσε: «Και εσύ πώς θέλεις να κάνεις;» Ο άνθρωπος, φυσικά, θέλει να κάνει με τον δικό του τρόπο. Ίσως είχε πάει σε πολλούς γέροντες και ιερείς για να ακούσει, όπως του ταιριάζει. Ίσως του είχαν πει τι θέλει ο Κύριος, αλλά αυτός να μην συμφωνεί με αυτό. Και έτσι ψάχνει σε πέντε μέρη για έναν γέροντα που θα του πει αυτό που θέλει να ακούσει, για να καταλήξει επιτέλους: «Ο παππούλης με ευλόγησε».

Η γερόντισσα Θεοδοσία αντιμετώπιζε με προσοχή τέτοιους ανθρώπους. Του περιέγραφε με διακριτικότητα πώς θα ενεργούσε η ίδια, και μετά του έλεγε: «Αλλά εσύ δοκίμασε, όπως θέλεις». Και ο άνθρωπος, παρόλο που πνίγεται στην θάλασσα της ζωής του, θα συνεχίσει να προστρέχει σ’ αυτήν, και δεύτερη φορά, και τρίτη, γιατί θέλει να ακούσει αυτό που έχει στο μυαλό του. Και θα θυμώνει κιόλας ότι η γερόντισσα δίνει λάθος συμβουλές, με τις οποίες τίποτα δεν αλλάζει. Και όταν θα κουραστεί αρκετά, όταν αναστενάξει επιτέλους: «Γερόντισσα, θα κάνω ό,τι μου πείτε»… Και, όταν πειστεί και η ίδια ότι εκείνος έχει ωριμάσει για την απάντησή της, τότε θα του πει πού να πάει, τι να κάνει, πώς να απαντήσει…

Σε θέματα της καθημερινής ζωής, μου μίλησε ευθέως μόνο μία φορά. Μετά την Ιερατική Σχολή, με διόρισαν στην πόλη Ριαζάν. Δείχνω στον Σεβασμιώτατο το πτυχίο, σαν να του έλεγα: «Να, κοιτάξτε τους βαθμούς μου». (Όλοι είμαστε άνθρωποι, θέλουμε να καυχηθούμε).

Και ο Σεβασμιώτατος με μια λεπτή φωνή μου απαντάει:

– Δεν έχω εφημέριο σε μια από τις ενορίες μου. Έλα να παντρευτείς. Θα σε χειροτονήσω και θα σε στείλω σε αυτή την ενορία.

Έμεινα άναυδος:

– Σεβασμιότατε, πώς να παντρευτώ, ούτε καν έχω στο μυαλό μου κάποια.

– Πάρε όποια βρεις, και μετά, όπως ο Θεός δώσει.

Η προοπτική να «πάρω όποια βρω» δεν με ικανοποιούσε καθόλου, και έτρεξα με όλη μου τη δύναμη στη γερόντισσα.

Το σκέφτηκε λίγο και μου απαντά:

– Έρχεται συχνά εδώ ένα παππούλης- δεσπότης από την Τούλα. Πήγαινε να τον βρεις στην Τούλα. Θα του στείλω μήνυμα για σένα. Είναι καλός, θα τα πάτε πολύ καλά μαζί.

Ήταν ο Σεβασμιώτατος Κύριλλος, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν ο Μητροπολίτης Τούλα. Τον συνάντησα στην Ιερατική Σχολή. Κούνησε το κεφάλι, δείχνοντας ότι του είχαν μιλήσει για μένα. Με όρισε να διδάσκω στην Ιερατική Σχολή και μετά με έστειλε σε ένα νέο μοναστήρι για να βοηθάω τους μοναχούς: «Αφού διαβάζεις, ψέλνεις, οπότε τα σαββατοκύριακα να πηγαίνεις εκεί».

Λίγο καιρό μετά άρχισα να σκέφτομαι το γάμο. Και αποφάσισα να πάω στη γερόντισσα για την ευλογία της.

Συνήθως, μόλις έφτανα, με ρωτούσε για τα πάντα, μου πρόσφερε φαγητό και τσάι. Είχε ένα αγαπημένο θερμός. Ποτέ δεν έπινε αγορασμένο τσάι. Έλεγε: «Η ρωσική γη γεννάει ό,τι χρειάζεται ο άνθρωπος: και το βότανο της Παναγίας, και το τίλιο, και το επιλόβιο· και για όλες τις ασθένειες της άρεσε να προτείνει ένα φάρμακο που η ίδια εκτιμούσε – τον σπόρο του άνηθου».

Και εδώ, μόλις πέρασα το κατώφλι, συνέβη ένα φανερό θαύμα στη ζωή μου. Η γερόντισσα μου μίλησε με πολύ έντονο ύφος, άρχισε να τρέμει μάλιστα το χέρι της: «Τι σκαρώνεις; Ποια παντρειά! Σου λέω – η μοναχική ζωή είναι για σένα, όχι ο γάμος!»

Σαν να μου έπεσε πέπλο από τα μάτια. Μάλλον, ήταν πειρασμός που σκεφτόμουν για γάμο, αλλά εξαφανίστηκε αμέσως. Θυμήθηκα ότι με τη γερόντισσα συζητούσαμε επανειλημμένα για τη μοναχική ζωή, και ότι και εγώ ο ίδιος είχα ήδη σκεφτεί να γίνω μοναχός.

Έτσι ξεκίνησε η επικοινωνία μας με τον Σεβασμιότατο, με αποτέλεσμα να με «υιοθετήσει»: από τα χέρια του δέχτηκα την μοναστική κουρά και ο ίδιος με χειροτόνησε.

Υπάρχει η λαϊκή σοφία που λέει: «Δεν πηγαίνουν για νερό σε άδειο πηγάδι». Οι άνθρωποι αντλούσαν χάρη από τη γερόντισσα «με κουβάδες», ένιωθαν υποστήριξη στις προσευχές της και αλήθεια στις συμβουλές της. Κι εκείνη το μόνο που ζητούσε ήταν: «Να ζείτε ειρηνικά, να μην πικραίνετε κανέναν, να αγαπάτε τους πάντες!» Μια φορά της ξέφυγε μια φράση, την οποία όχι μόνο θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή, αλλά την δέχτηκα βαθιά στην καρδιά μου: «Αν είπες κακό λόγο σε κάποιον, τον είπες στον Θεό».

Δυστυχώς, στο περιβάλλον της δεν τηρούνταν πάντα αυτή η συνθήκη. Η ζωή της ήταν πολύ δύσκολη. Φανταστείτε πώς ένιωθε σωματικά. Ξαπλώστε και μείνετε ξαπλωμένοι για δύο-τρεις μέρες ανάσκελα, χωρίς να γυρίσετε. Κάντε την ανάγκη πάνω σας μερικές φορές.

Στο δωμάτιο επικρατούσε τρομερή ζέστη. Δεν γινόταν να ανοίξει κανείς το παραθυράκι, γιατί η γερόντισσα αρρώσταινε αμέσως, ενώ γύρω της υπήρχε πολύς κόσμος και η αποπνικτική ζέστη ήταν συνεχής. Ερχόντουσαν ψυχικά ασθενείς, άνθρωποι με ιώσεις και με σοβαρά πνευματικά προβλήματα. Άνθρωποι που είχαν προβλήματα στην οικογένεια, στη δουλειά, στην επικοινωνία με άλλους ανθρώπους και με μικρά καθημερινά προβληματάκια. Και ενώ αυτοί οι άνθρωποι περιμένουν τη γερόντισσα, συμβαίνει να τσακώνονται, λες και περιμένουν στην ουρά για να αγοράσουν λουκάνικα. Ο Κύριος, φυσικά, στήριζε και ενδυνάμωνε τη γερόντισσα, αλλά το γεγονός ότι για πάρα πολλά χρόνια δέχονταν πολλούς ανθρώπους της στέρησαν οριστικά την υγεία της. Τη νύχτα δίπλα της ήταν οι κυρίες που την βοηθούσαν, ενώ την ημέρα έμενε μόνη. Οι άνθρωποι έλυναν τα καθημερινά τους προβλήματα, ενώ εκείνη έμενε την ημέρα κλειδωμένη, ανίκανη να κουνηθεί, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς κουδούνι. Και όμως μπορούμε να μαρτυρήσουμε ότι ήδη εδώ, στη γη, ζούσε στον παράδεισο.

Το συνειδητοποίησα πρόσφατα, όταν άκουσα το κήρυγμα ενός εξαιρετικού ιερέα από τη Μόσχα, του πρωτοπρεσβύτερου Δημητρίου Σμιρνόβ. Απευθυνόταν σε όσους πιστεύουν ότι η κόλαση δεν υπάρχει: «Για πολλούς, η κόλαση βρίσκεται ήδη εδώ. Πλησιάστε έναν καθρέφτη, κοιτάξτε το ξινό κατσούφικο πρόσωπό σας. Είστε δυσαρεστημένοι με όλα, όλα σας ενοχλούν – ναι, είστε ήδη στην κόλαση».

Κρίνοντας από το πώς συμπεριφερόταν η γερόντισσα, ήταν προφανές ότι βρισκόταν στον παράδεισο. Δεν μπορούσε να πάει στη θάλασσα και δεν ήταν σε θέση ούτε να γυρίσει πλευρό καν στο κρεβάτι της, αλλά μεταλάμβανε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ζούσε εν Θεώ. Για εκείνη αυτό ήταν χαρά, ασύγκριτη ούτε με το να μπορεί να περπατάει με τα πόδια της, ούτε με τα ταξίδια, ούτε με την άθληση, ούτε με την ενασχόληση με το αγαπημένο της έργο. Μας παρηγορούσε όλους σαν να ήταν ολυμπιονίκης σε όλα τα αθλήματα ταυτόχρονα, και σαν να μην είχε ξαπλώσει ποτέ στο κρεβάτι από τότε που γεννήθηκε.

Όταν η υγεία της επιδεινωνόταν, ειδοποιούσαν εμάς, τους ιερείς, ότι η γερόντισσα θέλει να κάνει το Ευχέλαιο. Αρκετές φορές συμμετείχα και εγώ στο Μυστήριο του Ευχελαίου που τελούσαμε στο δωμάτιό της. Και αυτό ήταν ευτυχία.

Δεν προλάβαμε να αποχαιρετιστούμε πριν από το θάνατό της. Συνήθως, όταν έφευγα, μου ζητούσε: «Όταν φτάσεις, τηλεφώνησε στην Όλγα, για να μην ανησυχούμε». Και εγώ με τη σειρά μου της ζητούσα: «Ευλογήστε, ώστε να συναντηθούμε τότε και τότε». Αλλά την τελευταία φορά βιάστηκα και δεν ρώτησα πότε θα συναντηθούμε. Αυτό ήταν λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατό της…

Πολλοί από εμάς, τους ιερείς, μεγαλώσαμε στο σπίτι της. Τις θεολογικές γνώσεις τις αποκτούσαμε αλλού, ενώ την πραγματική ευαγγελική παιδεία την παίρναμε στο σπίτι της: τόσο από εκείνη, όσο και από τους ανθρώπους που την επισκέπτονταν. Μας δίδασκε τα βασικά της χριστιανικής ζωής. Η γερόντισσα πίστευε ότι ο Κύριος αλλάζει τον άνθρωπο προς το καλύτερο και ποτέ δεν αναγνώριζε τις ετικέτες που αρέσκονται κάποιοι να κολλάνε στους ανθρώπους: κλέφτης, ληστής, υπερήφανος. Ήξερε ότι ο καθένας έχει την ευκαιρία να γίνει καλύτερος και καλούσε να βλέπουμε στους ανθρώπους το φωτεινό και το καλό. Της είμαι ευγνώμων για αυτό το σχολείο ευαγγελικής σοφίας, επειδή, δυστυχώς, μετά δεν το συνέχισα. Στο σπίτι της, στο κελί της, μάθαινα ακριβώς αυτό. Ήταν ένα πρότυπο συμπόνιας. Θυμάμαι με πόση κραυγή απευθυνόταν στον Θεό και πώς Τον ικέτευε για τους ανθρώπους, πώς προσπαθούσε να ικετεύει τον Κύριο να ελεήσει όσους είχαν πεθάνει.

Η προσευχή μου για εκείνη μου φέρνει ηρεμία, φως και χαρά.

Κύριε, χάρισε στη δούλη Σου, τη μεγαλόσχημη μοναχή Θεοδοσία, την κοινωνία και απόλαυση των αιώνιων αγαθών Σου, που έχεις ετοιμάσει για τους αγαπώντας Σε. Ακόμα και αν αμάρτησε, δεν απομακρύνθηκε από Σένα, και χωρίς αμφιβολία πίστευε στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, Θεό, ορθοδόξως ομολογούσε Μονάδα σε Τριάδα και Τριάδα σε Μονάδα, μέχρι την τελευταία της πνοή. Γι' αυτό, δείξε της έλεος, και αναγνώρισε την πίστη που έχει σε Σένα, αντί για έργα, και ανάπαυσόν την μαζί με τους αγίους Σου, ως Γενναιόδωρος».

Η γερόντισσα Θεοδοσία κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 15 Μαΐου του 2014. Η 40ή ημέρα της συνέπεσε με τις 23 Ιουνίου – την ημέρα εορτασμού της Συνάξεως των Αγίων της Ριαζάν
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

ekaterinburg-eparhia.ru

5/14/2026

×