Ο στάρετς Αντώνιος της Όπτινα (1795-1865), όταν επέστρεψε στη μονή της μετανοίας του έπειτα από πολυετή απουσία, αισθανόταν τόσο χαρούμενος ώστε, παρά τα γεράματα και τις ασθένειες του, έγραφε:
«Η ζωή μου τώρα είναι – δόξα τω Θεώ – ήσυχη και ευχάριστη, παρ’ ότι οι αρρώστιες μου μ’ έχουν εντελώς εξαντλήσει και οι πόνοι στα πόδια και στα δόντια όλο και μεγαλώνουν. Μα όχι χωρίς ωφέλεια. Γνωρίζω ότι ‘‘ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή”. Αλλά ας έχει και γι’ αυτό δόξα ο Θεός. Τον ευχαριστώ. Μου δίνει τη δύναμη να πηγαίνω κάθε μέρα στον άγιο ναό Του. Να παρακολουθώ όλες τις ιερές ακολουθίες. Να στέκομαι όρθιος από την αρχή ως το τέλος. Να συμμετέχω ακόμη και στην τράπεζα της αδελφότητος.
Όλα αυτά δεν τα κάνω “κατ’ εντολήν”. Εγώ το θέλω, επειδή νιώθω μεγάλη ωφέλεια και παρηγοριά. Κάθε μπουκιά στην τράπεζα της μονής μου φαίνεται γλυκιά σαν μέλι! Στο κελλί μου δεν κρατώ τίποτε άλλο εκτός από αγιασμό. Οι ποντικοί δεν βρίσκουν τίποτε να φάνε στο κελλί μου! Κανείς δεν ασχολείται με μένα. Ζω εντελώς μόνος, σαν να ήμουν στην έρημο. Δώσε, Θεέ μου, η κατάσταση αυτή να συνεχιστεί μέχρι το τέλος της ζωής μου! Ένα μόνο με στενοχωρεί. Ότι οι πόνοι που αισθάνομαι στα πόδια, δεν μου επιτρέπουν να κάνω πολλές δουλειές».
Με τέτοιο φρόνημα αγωνιζόταν ο μακάριος π. Αντώνιος. Αλλά η διαρκής ορθοστασία χειροτέρεψε την κατάσταση του ακόμη πιο πολύ. Στα πόδια του δημιουργήθηκαν πληγές. Σε κάποια αγρυπνία έγινε αντιληπτό ότι τα παπούτσια του γέμισαν από ένα πυώδες υγρό, που έτρεχε από τις πληγές. Φαινόταν σαν να είχε περπατήσει σε αυλάκι με νερό! Κάποια άλλη φορά, πηγαίνοντας ο κελλάρης στο κελλί του, τον βρήκε πεσμένο στο πάτωμα και γεμάτο αίματα!
Τριάντα χρόνια, ημέρα και νύχτα, ο όσιος γέροντας δοκίμαζε έναν ανέκφραστο πόνο. Αισθανόταν σαν κάποιος να του έκοβε τα πόδια με πριόνι. Και ταυτόχρονα σαν να του τα έκαιγε με σίδερο καυτό.
Όποιος έβλεπε τα πόδια του, όσο σκληρός και αν ήταν, ανατρίχιαζε από φρίκη. Ήταν σκληρά σαν ξύλο, χονδρά και κατακόκκινα! Επί πλέον πυορροούσαν. Σε μερικές μάλιστα ανοιχτές πληγές ο γιατρός βρήκε κάποτε σκουλήκια!
Η ανακούφιση των φαρμάκων, που κατά καιρούς του έδιναν, ήταν εντελώς ασήμαντη, ενώ συνήθως το ελάχιστο άγγιγμα του προκαλούσε πόνο ανυπόφορο και ένα παράξενο άγριο ερεθισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο στάρετς Αντώνιος δεν αρνήθηκε ποτέ, ούτε ιατρική εξέταση ούτε φάρμακα ούτε καμιά άλλη περιποίηση, όσο κι αν έβλεπε ότι η κατάσταση του ήταν αθεράπευτη.
Τα υπέμενε όλα καρτερικά και υπάκουε σε όλους γαλήνια, γιατί αναζητούσε πρώτα από όλα την ψυχική ωφέλεια της υπομονής και της υπακοής.
Κάποτε τον επισκέφθηκε ο ευσεβής συγγραφέας Ιβάν Β. Κιρεγιέφσκι. Βλέποντας τι υπέφερε, του είπε:
– Σε σας, γέροντα, εκπληρώνεται ο λόγος της Γραφής: «Πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων»! (Ψαλμ. 33, 20).
Απάντησε τότε ο π. Αντώνιος:
– Σε μένα εκπληρώνεται το λόγιο του Δαβίδ: «Πολλαὶ αἱ μάστιγες τοῦ ἁμαρτωλοῦ»! (Ψαλμ. 31, 10).
Κάποτε του είπαν ότι μοιάζει με τον πολύαθλο Ιώβ.
– Όλα μαζί τα δικά μου βάσανα, απάντησε, δεν αξίζουν ούτε όσο ένας στεναγμός του δικαίου Ιώβ.
Άλλοτε πάλι είπε κάποιος:
– Λυπούμαι βαθύτατα για τους πόνους σας. Μα και σας ζηλεύω! Πόσο σας αγαπά ο Κύριος μας, γέροντα, αφού για κάθε σας αναστεναγμό σας ετοιμάζει και ένα στεφάνι.
– Αλλοίμονο σε μένα, απάντησε εκείνος. Τίποτε απολύτως δεν κάνω! Τίποτε δεν αξίζω! Και την ώρα της Κρίσεως θα βρεθώ ο ταλαίπωρος αξιοκατάκριτος και αναπολόγητος.
Ο στάρετς Αντώνιος έκρυβε τις αρετές του και φρόντιζε να δείχνει στους ανθρώπους πρόσωπο γελαστό και φωτεινό. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο τόσο ευπροσήγορος άνθρωπος υπέφερε φοβερούς σωματικούς πόνους. Γιατί όλοι έχουμε συνηθίσει, με τον παραμικρό πόνο, να κάνουμε σπαραξικάρδιες περιγραφές των παθημάτων μας!
Δεχόταν τους πάντες με πρόσωπο που έδειχνε πως έλαμπε από χαρά. Συζητούσε μαζί τους χαρούμενα. Τους αποχαιρετούσε γεμάτος φιλοφροσύνη. Φαινόταν ο πιο χαρούμενος και ευδιάθετος άνθρωπος της μονής. Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει, ότι ο ίδιος αυτός άνθρωπος, γυρίζοντας στο κελλί του, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα βογγητά;
Παρ’ όλους τους φρικτούς του πόνους δεν παρέλειπε ποτέ να πηγαίνει σε όλες τις πολύωρες εκκλησιαστικές ακολουθίες. Προσπαθούσε μάλιστα να βρίσκεται στην εκκλησία, πριν αρχίσει η ακολουθία.
Ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπεις τον γέροντα να πηγαίνει κυριολεκτικά σέρνοντας τα βήματα του στον ναό και να παραμένει εκεί μέχρι το τέλος όρθιος. Καθόταν μόνο όταν δεν άντεχε άλλο. Μετά γύριζε βογγώντας στο κελλί του.
Μιλώντας για τον ζήλο, με τον οποίο πρέπει ο κάθε άνθρωπος να σηκώνεται για την προσευχή, έλεγε:
– Για την προσευχή πρέπει να πετιόμαστε από το κρεβάτι με τέτοιαν ορμή, με όση θα πετιόμασταν αν έπιανε το σπίτι μας φωτιά!… Αρχίστε να προσεύχεσθε με ζήλο. Με την προσευχή γρήγορα θα ζεσταθεί η καρδιά σας, γιατί ο Θεός είναι φωτιά! Καίει τους ακάθαρτους λογισμούς και ζεσταίνει την καρδιά μας!
Η θερμή και καρτερική προσευχή τον είχε τόσο αγιάσει, ώστε όταν μετά τη θεία κοινωνία κρατούσε το άγιο ποτήριο, το πρόσωπο του έλαμπε από χαρά! Και όταν πρόφερε το όνομα της υπερευλογημένης Μητέρας του Κυρίου μας, η φωνή του κοβόταν από βαθιά συγκίνηση και τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα!
Στάρετς Αντώνιος,
εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως
Πρέβεζα 1989
Από το βιβλίο: Χαρίσματα και χαρισματούχοι. Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων. Τόμος τρίτος.
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1990.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία