Είχα πάει για ψώνια, όταν τηλεφώνησε η μάνα μου και μου είπε ότι ο παππούς δεν αισθάνεται καλά και ότι πρέπει να πάω αμέσως κοντά του για να καλέσω ασθενοφόρο. Ασθενοφόρο; Για τον παππού; Μα στα 87 του δεν ξέρει καν ποιος γιατρός θεραπεύει τι! Δεν πήγαινε καθόλου σε γιατρούς. Και τώρα ξαπλωμένος κρατάει την κοιλιά του, αναστενάζει και παραπονιέται ίσα που ακούγεται για τον πόνο. Έφτασε το ασθενοφόρο. Αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για το νοσοκομείο. Κι εκείνος μας κοίταζε σαν ένα αβοήθητο παιδί και επαναλάμβανε συνεχώς: «Μήπως καλύτερα να μείνω σπίτι; Μήπως θα περάσει;» Άραγε να ένιωθε ότι δεν θα επέστρεφε;...
Τον τελευταίο καιρό ο παππούς έλεγε συχνά ότι έζησε μια μακρά ζωή και ότι όλα πλησιάζουν στο τέλος τους. Η ακοή και η όρασή του είχαν μειωθεί. Δεν μπορούσε πια να διαβάσει. Μόλις που περπατούσε. Και τώρα βρέθηκε στην εντατική. Αμέτρητες κλήσεις στο γραφείο ενημέρωσης. Εγχείρηση! Τελικά βγήκε ο γιατρός και μας ανακοίνωσε δύο νέα: το κακό – ότι η κατάστασή του ήταν σοβαρή και ότι είχε διαγνωστεί με καρκίνο, και το καλό – ότι ένας άνθρωπος σε τόσο προχωρημένη ηλικία κατάφερε να αντέξει μια τέτοια εγχείρηση.
Μετά την εγχείρηση, ο παππούς ένιωθε λίγο καλύτερα. Πηγαίναμε να τον επισκεφτούμε, του λέγαμε πού είχαμε πάει, τι είχαμε κάνει, πώς είναι ο καιρός. Τη μια φορά έλεγε: «Θα ήθελα λίγο κρύο γάλα». Την άλλη έλεγε: «Μακάρι να τελειώσουν όλα γρήγορα».
Από κάποια στιγμή και ύστερα τον μετέφεραν στο Ορθόδοξο Νοσοκομείο του Αγίου Αλεξίου στη Μόσχα. Και άναψε η ελπίδα ότι, ίσως, τουλάχιστον εκεί θα άγγιζε τον παππού μια ακτίνα πίστης… Εμείς οι ίδιοι, ακόμη και ο πατέρας μας, ιερέας, προσπαθούσαμε να μην του μιλάμε για τον Θεό — σε όλη μας τη ζωή αυτές οι συζητήσεις μας απομάκρυναν ο ένας από τον άλλον. Και τώρα, όταν τον παρακαλούσαμε να φορέσει το σταυρουδάκι, ο παππούς απλώς συνοφρυωνόταν. Γύριζε το κεφάλι του και σώπαινε. Το μόνο που μας έμενε ήταν να προσευχόμαστε. Και εμείς προσευχόμασταν.
Στη συνέχεια, η κατάσταση του παππού επιδεινώθηκε· σχεδόν δεν έτρωγε και δεν μιλούσε. Όμως μας αναγνώριζε όλους, χαιρόταν που μας έβλεπε και μας ευχαριστούσε συνεχώς. Για το ότι είχαμε πάει. Για το που τού δίναμε να πιει. Για το που τον ταΐσαμε. Για το που καθόμασταν δίπλα του. Όταν τον ρωτούσαμε αν πονούσε, απαντούσε: «Όχι». Όταν, όμως, ερχόταν η νοσοκόμα και του πρότεινε να του κάνει μια ένεση παυσίπονου, κούναγε καταφατικά και σιωπηλά το κεφάλι.
Ήρθε η Πρωτοχρονιά. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Η νοσοκόμα της βάρδιας ρώτησε τον παππού αν ήθελε να κοινωνήσει. Και ξαφνικά αυτός είπε: «Ναι». Και δέχτηκε να του βάλουμε ένα σταυρουδάκι.
Ήρθε ο ιερέας. Του έκανε ερωτήσεις, ο παππούς απαντούσε… Ξαφνικά, σε όλο τον θάλαμο ακούστηκε η σταθερή φωνή του παππούλη: «Πιστεύεις στον Ένα Κύριο Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό;» Και ο παππούς κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Και μετάλαβε.
Μετά από αυτό, δεν έτρωγε πια τίποτα. Μόνο έπινε. Η επίγεια ζωή έδινε σιγά-σιγά τη θέση της στην αιωνιότητα.
Στις 8 Ιανουαρίου πήγα στο νοσοκομείο κατά το βράδυ. Ο παππούς ήταν ξαπλωμένος και ήσυχος, η αναπνοή του ήταν ομαλή. Φαινόταν ότι ο θάνατος είχε υποχωρήσει για λίγο. Ετοιμαζόμουν να γυρίσω σπίτι. Και αυτό όχι μόνο επειδή ήμουν κουρασμένη. Απλώς φοβόμουν μη και πέθαινε μπροστά μου. Αλλά δεν πρόλαβα να φτάσω στη στάση του λεωφορείου, όταν μου τηλεφώνησαν: η κατάσταση του παππού είχε επιδεινωθεί.
Ξαπλωμένος, είχε το βλέμμα του προσηλωμένο σε κάποιον άλλο χώρο. Ξαφνικά συνοφρύωσε τα φρύδια του. Ακολουθούσε με το βλέμμα του κάτι που κινούνταν πάνω από αυτόν. Άρχισα να διαβάζω το «Αναστήτω ο Θεός!» — την προσευχή προς τον Σταυρό του Κυρίου. Ο παππούς ηρέμησε αμέσως. Και αυτό συνέβη αρκετές φορές. Τον κρατούσα από το χέρι και ένιωθα να το σφίγγει, όταν ξανακοιτούσε με τρόμο στο πουθενά. Προσευχόμασταν ξανά και ο φόβος υποχωρούσε.
Ο χρόνος περνούσε. Ο παππούς δυσκολευόταν να αναπνεύσει και έκλεινε τα μάτια του όλο και πιο συχνά. Πλησίασε ο γιατρός και μας λέει: «Φεύγει»! Πήρε από το κομοδίνο ένα μεγάλο κόκκινο μήλο, άνοιξε μια τρύπα μέσα του, έβαλε εκεί ένα κερί και το άναψε. Και εγώ άρχισα να διαβάζω την ακολουθία εις ψυχορραγούντα. Τα δάκρυα κάλυπταν τα μάτια μου, κυλούσαν στα μάγουλά μου, αλλά η ψυχή μου το αισθανόταν: ο Κύριος είναι πολύ κοντά. Και όλοι μας, όσοι βρισκόμασταν στο θάλαμο, καταλαβαίναμε: συνέβαινε κάτι που μας έκανε ευτυχισμένους, παρά την απώλεια.
Ο παππούς πέθανε στο τέλος της ακολουθίας. Γύρισα τη σελίδα και άρχισα να διαβάζω την προσευχή υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Είχα την αίσθηση ότι, πέρα από τα όρια του σώματος, μας βλέπει, μας λυπάται και χαίρεται για την απελευθέρωση από τον σωματικό πόνο και αδυναμία. Ήταν ο θάνατος ενός αληθινού χριστιανού.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία