Ο θάνατος του ανθρώπου είναι ίσως το πιο μυστηριώδες γεγονός που όλοι μας αργά ή γρήγορα αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας. Αυτή η εμπειρία ποικίλλει. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι αυτή η εμπειρία αφήνει σε κάθε άνθρωπο ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Τώρα που από επαγγελματικό καθήκον βρίσκομαι στην εντατική, όπου οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό παλεύουν για τη ζωή των ανθρώπων και όπου αναπόφευκτα ερχόμαστε αντιμέτωποι με το θάνατο, αναρωτιέμαι: τι είναι για μένα προσωπικά ο θάνατος;
Νομίζω ότι τέτοιες ερωτήσεις πρέπει να τις θέτουμε κάπου-κάπου στον εαυτό μας, μόνο και μόνο για να διώχνουμε τις δεισιδαιμονικές φοβίες και να γεμίζουμε την καρδιά μας με γνήσια χριστιανική ελπίδα και πίστη στον Θεό.
Ο Απόστολος Παύλος έγραψε σε μια από τις επιστολές του: «Εμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλ. 1: 21). Διατείνεται ότι η πληρότητα της Ζωής έρχεται όταν αποκτήσουμε τον Χριστό. Ότι ο θάνατος είναι η πόρτα, που, όταν την διαβαίνουμε, δεν χάνουμε τίποτα, αλλά, αντίθετα, αποκτούμε τη Ζωή, και την αποκτούμε στην πληρότητά της!
Θα μου πείτε: «Πώς είναι δυνατόν να μην χάνουμε τίποτα;! Χάνουμε τα πάντα, δεν μπορούμε να πάρουμε τίποτα μαζί μας στον άλλο κόσμο, τίποτα από αυτά που μας είναι τόσο αγαπητά. Δεν μπορούμε να πάρουμε τους αγαπημένους μας. Είμαστε αναγκασμένοι να αφήσουμε, να εγκαταλείψουμε τα πάντα!»
Όντως, όμως αφήνουμε τα πάντα; Όχι.
Όταν πεθαίνουμε, παίρνουμε μαζί μας τον κύριο θησαυρό μας – το βιβλίο της μνήμης, όλα όσα γράφτηκαν σε αυτό με το μελάνι της αγάπης κατά τη διάρκεια της ζωής μας! Αυτό το βιβλίο είναι η ψυχή μας.
Ναι, δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας τους αγαπημένους μας, αλλά αυτό είναι μόνο μέχρι ένα σημείο, μέχρι να έρθει η ώρα του καθενός. Θα πάρουμε μαζί μας στην αιωνιότητα την πίστη και την αγάπη, γιατί αυτές δεν γνωρίζουν τη λήθη. Η πίστη και η αγάπη θα ενώσουν ό,τι έχει διαλυθεί, θα συμπληρώσουν ό,τι λείπει και θα αναστήσουν με τον Χριστό Σωτήρα ό,τι έχει πεθάνει μέσα μας.
Περίπου τριάντα χρόνια μετά την πρώτη μου εμπειρία με τον θάνατο, προσπαθώ να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα.
Γιατί ακριβώς τώρα;
Μόλις χθες, στο τμήμα εντατικής θεραπείας, όπου υπηρετώ, υπήρχαν τρεις ασθενείς με COVID-19. Δυστυχώς, δεν είναι δυνατό να σωθούν, όλα τα μέσα έχουν εξαντληθεί και σύντομα θα πεθάνουν.
Μπροστά σου βρίσκεται ένας άνθρωπος, συνδεδεμένος με αναπνευστήρα, σε λειτουργία παρακολούθησης όλων των ζωτικών οργάνων. Χάρη σε αυτό, μπορείς να δεις πώς σταδιακά, αργά-αργά, σβήνει η ζωή του ανθρώπου. Ο θάνατος δεν είναι τρομερός, πιστέψτε με, όχι. Είναι σαν να παρακολουθείς το φθινόπωρο ένα δέντρο από το οποίο πέφτουν σιγά-σιγά τα φύλλα. Κοιτάζω την οθόνη και βλέπω αριθμούς-φύλλα που στροβιλίζονται αργά, ανεβαίνουν και κατεβαίνουν στον αέρα και μετά πέφτουν στο έδαφος.
Θυμάμαι όταν έμαθα για το θάνατο της αγαπημένης μου γιαγιάς. Ήμουν 14 ετών. Ήταν νύχτα. Με ξύπνησε το κουδούνι της πόρτας...
Ήμουν δεκατεσσάρων ετών, όταν πέθανε η αγαπημένη μου γιαγιά Βέρα. Είναι δύσκολο να περιγράψω με λόγια πόσο αγαπητή και πολύτιμη ήταν για μένα. Ήταν μια από εκείνους που έγραψαν με το μελάνι της αγάπης τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου των αναμνήσεών μου. Πολύ συχνά επιστρέφω σε αυτές τις πρώτες σελίδες, τις ξεφυλλίζω προσεκτικά στη μνήμη μου. Θυμάμαι όλα όσα έχουν σχέση με αυτήν.
Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα που έφυγε. Ήταν ένας κρύος και βροχερός Αύγουστος. Νύχτα. Με ξυπνάει το κουδούνι της πόρτας. Στην πόρτα στέκεται λυπημένος θείος Αλέξανδρος (ο μεγαλύτερος γιος της γιαγιάς) και λέει: «Νικόλα, έλα μαζί μου... Η γιαγιά πέθανε».
Αυτά τα λόγια έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου σαν βαθιές γραμμές στα χέρια μου!
Παράξενο, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσα τίποτα – μάλλον δεν είχα συνειδητοποιήσει πλήρως τι είχε συμβεί. Εκείνη τη στιγμή δεν εξέλαβα τον θάνατο του αγαπημένου μου προσώπου ως τραγωδία, ως απώλεια. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να σκεφτώ ή να φανταστώ τον θάνατό της ως πικρή απώλεια, όχι.
Αντιλαμβάνομαι την αναχώρησή της ως προσωρινό/αναγκαστικό αποχωρισμό. Γιατί κάπου βαθιά στην καρδιά μου ζει το αίσθημα της αδιάσπαστης σύνδεσης μαζί της, με τον παππού και τον θείο Αλέξανδρο, με όλους εκείνους που είναι για πάντα πολύτιμοι, που έφυγαν από κοντά μας.
Πιθανώς, ο θάνατός μου θα είναι ακριβώς ίδιος. Κάποιος θα χτυπήσει την πόρτα. Θα ανοίξω. Εκεί θα στέκεται ένας άγγελος ή ο θείος Αλέξανδρος, μόνο που θα χαμογελάει, και σίγουρα θα μου πει σχεδόν τα ίδια λόγια: «Νικόλα, έλα μαζί μου. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και όλοι εμείς σε περιμένουμε».

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία