Ήταν Πρωτοχρονιά του 2013. Μόλις είχα αρχίσει να εργάζομαι σε ένα μοναστήρι της Μόσχας. Τα θαύματα πήγαιναν κι έρχονταν. Δεν είχα ποτέ διαβατήριο, μα οι δειλές μου προσπάθειες να βγάλω ένα στο Τμήμα Θεωρήσεων και Εγγράφων (ΟΒΙΡ) έληξαν γρήγορα λόγω της γραφειοκρατίας και των μεγάλων ουρών στην αναμονή. Στις αρχές της άνοιξης, μου ήρθε μια καθαρή σκέψη στο νου, σαν κάποιος να μου το έλεγε ξεκάθαρα: «Βγάλε διαβατήριο!» Ήδη η εφαρμογή «Τα έγγραφά μου» ήταν ήδη σε λειτουργία κι έτσι απέκτησα γρήγορα και εύκολα διαβατήριο, και στην «καλοκαιρινή» γιορτή του Αγίου Νικολάου, βρέθηκα στο Μπάρι, παρόλο που δεν έπρεπε να πετάξω εκεί, που κανείς άλλος δεν μπορούσε.
Πέρασε λίγος καιρός. Έλαβα ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου, που μου ζητούσε να δημιουργήσω μια ιστοσελίδα για μια ενορία στο ελληνικό νησί της Κέρκυρας. Δεν απάντησα εγκαίρως και αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν ανενεργό. Στη συνέχεια, όλα κατέληξαν σε μια ρουτίνα εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των διακοπών, μία από τις οποίες τις πέρασα με τη σύζυγό μου στους Αγίους Τόπους για να αναζητήσουμε προσευχόμενοι την επίλυση ενός οικογενειακού προβλήματος. Προσπαθήσαμε, επίσης, να συμβουλευτούμε τον πατέρα Ηλία (Νοζδρίν) για να το λύσουμε, αλλά μάταια.
Πρωτοχρονιά του 2016. Μια ξαφνική, ξεκάθαρη σκέψη μου ήρθε ξανά στο νου: «Πήγαινε στην Αγία Ξένια στην Αγία Πετρούπολη!» Μέχρι τότε, όχι μόνο υπηρετούσα ως νεωκόρος στην ενορία μου, αλλά και ως επικεφαλής δύο δραστηριοτήτων μιας νεανικής ομάδας, στην ποδηλασία και το ψάρεμα. Κάλεσα στο τηλέφωνο τον υπεύθυνο ιερέα, ο οποίος ήταν φίλος μου. Χάρηκε πολύ για την ιδέα και με ευλόγησε για μια εκδρομή μαζί με τους νέους της ενορίας ανήμερα της εορτής της αγίας, της 6ης Φεβρουαρίου, η οποία έπεφτε Σάββατο. Η εκδρομή πήγε καλά. Μετά από τις προσευχές στην Αγία Ξένια και τον δίκαιο Ιωάννη της Κρονστάνδης στη Μονή του Αγίου Ιωάννη, η ομάδα μας χωρίστηκε. Κάποιοι αποφάσισαν να ζεσταθούν σε ένα καφέ, ενώ εγώ με τη σύζυγό μου και έναν νεαρό διάκονο πήγαμε μια βραδινή βόλτα στους δρόμους της πρωτεύουσας του βορρά. Αυτός βγήκε γράφοντας «ΝΙΚΑ» πάνω στο χιόνι που είχε πέσει στον παγωμένο Νέβα.
Επιστρέψαμε σπίτι νωρίς την Κυριακή το πρωί. Η επιλογή ήταν ξεκάθαρη: είτε να πέσουμε να κοιμηθούμε από την κούραση του ταξιδιού, είτε να παρακολουθήσουμε τη Λειτουργία. Κάτι μέσα μας μάς παρότρυνε το δεύτερο κι έτσι πήγαμε στην εκκλησία. Μετά τη λειτουργία, ο εφημέριος έκανε μια ανακοίνωση: «Όποιος θέλει, μπορεί να έρθει μετά τη λειτουργία στο μέρος της εκκλησίας που χτίζεται εκεί κοντά. Θα τελέσουμε μια προσευχή και ο πατήρ Ηλίας θα είναι εκεί».
Με εξέπληξε πολύ αυτή η τροπή των γεγονότων και συμφώνησα αμέσως να πάω. Μετά την προσευχή, ο ιερέας ετοιμαζόταν να φύγει, αλλά κατάφερα να του κάνω την ερώτησή μου και έλαβα απάντηση πως θα πρέπει να πάμε στον Άθωνα. Πρέπει, έτσι πρέπει. Από εκείνη την ημέρα και μετά, άρχισα να ψάχνω για ανθρώπους που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν στο ταξίδι, γιατί μέχρι τότε, ως παιδί, είχα επισκεφτεί την Ουκρανία μόνο με την οικογένειά μου, ενώ το Μπάρι και το Ισραήλ μέσω οργανωμένου προσκυνηματικού ταξιδιού. Πέρασαν μήνες αναζήτησης. Δεν προέκυψε τίποτα χρήσιμο. Κάποιος μου είπε πώς να φτάσω εκεί μόνος μου, άλλος συμφώνησε να πάει μαζί μου, αλλά μετά άλλαξαν τα σχέδιά μου.
Μια μέρα, εντελώς απελπισμένος, κάθισα μπροστά στον φορητό υπολογιστή μου και αναφώνησα: «Κύριε, βοήθησέ με!» Έψαξα για τη λέξη «Άθως» στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Β-Επικοινωνία κι ανοίγοντας έναν από τους πρώτους συνδέσμους, βρήκα μια ομάδα προσκυνητών με βολικές για μένα ημερομηνίες. Επικοινώνησα με τον διοργανωτή και αποδείχθηκε ότι ήταν ένας διάκονος που γνώριζε πολύ καλά τον ιερέα της ενορίας μας, αυτόν που μας είχε παντρέψει και μάλιστα είχε υπηρετήσει μαζί του για λίγο καιρό. Μιλήσαμε λίγο ακόμα, συζητήσαμε τις λεπτομέρειες και συμφωνήσαμε για το ταξίδι.
Αποδείχθηκε ότι σχεδίαζαν πρώτα μια επίσκεψη στα μοναστήρια που ήθελα να επισκεφτώ κι εγώ και μετά τον Άθωνα, σχεδίαζαν επίσης ένα ταξίδι στην Κέρκυρα. Και ο Άγιος Σπυρίδωνας είναι ο αγαπημένος μου άγιος, ο οποίος μας είχε βοηθήσει με τη στέγαση αρκετά χρόνια νωρίτερα. Μετά τη συζήτηση, κοίταξα σε αμηχανία τον τοίχο για λίγα λεπτά (ή μάλλον, το βλέμμα μου φαινόταν να κατευθύνεται μέσα από αυτόν), προσπαθώντας να καταλάβω πώς ήταν καν δυνατό όλο αυτό. Ο ξεναγός μας στο Άγιο Όρος, ο πατέρας διάκονος, πήγαινε στον Άθωνα κάθε χρόνο (αυτό ήταν πριν από την πανδημία) για τα γενέθλιά του και έφερνε μαζί του φίλους. Βοηθούσε επίσης για το κλείσιμο αεροπορικών εισιτηρίων και στις θεωρήσεις. Δεν είχα ιδέα πώς θα αποκτήσω μια βίζα, αφού είχαν κάνει τα πάντα για μένα στο Μπάρι, όταν οι απαιτήσεις ήταν λιγότερο αυστηρές.
Ουρανούπολη. Θέα από το ξενοδοχείο προς το Αιγαίο
Οκτώβριος του 2016. Ώρα να πετάξουμε. Παίρνω το την ταχεία (αερο-εξπρές) για το αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο με τη σύζυγό μου, η οποία με αποχαιρετά. Μετά τον έλεγχο ασφαλείας, επιστρέφει στον σταθμό Μπελορούσκι, συναντά μερικές Ελληνίδες και μάλιστα συνομιλεί για λίγο μαζί τους. Η μικρή αλλά ενδιαφέρουσα ομάδα μας επιβιβάζεται σε ένα αεροπλάνο και πετάει για Θεσσαλονίκη. Με την άφιξή μας, μπαίνουμε αμέσως στο αυτοκίνητο και κατευθυνόμαστε προς την Ουρανούπολη. Καταλήγουμε σε ένα άνετο ξενοδοχείο με θέα τη γραφική ακτή του Αιγαίου. Μπαίνω στον πειρασμό να κάνω μια βουτιά, αλλά δεν αξίζει το ρίσκο: το νερό ήταν γεμάτο αχινούς και θα μπορούσε κανείς εύκολα να τραυματιστεί κι έτσι να χάσει την ανάβαση στην κορυφή του Αγίου Όρους. Εκείνο το βράδυ, αφού γιορτάσαμε την άφιξή μας σε μια ελληνική ταβέρνα, ολοκληρώνουμε την πρώτη μας μέρα στην Ελλάδα.
Νωρίς το πρωί, θα έπρεπε να προμηθευτούμε ένα Διαμονητήριο. Κατευθυνόμαστε στο γραφείο και σύντομα οι αθωνικές μας βίζες βρέθηκαν στα χέρια μας. Υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος μέχρι το πλοίο να αναχωρήσει, οπότε επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο για να φάμε πρωινό και να ετοιμάσουμε τα πράγματά μας. Μερικοί προσκυνητές αφήνουν τα μπαστούνια τους στο ξενοδοχείο κατά την επιστροφή τους, τα οποία χρησιμοποιούσαν για την ανάβαση στην κορυφή του Άθω (η πολύωρη ανάβαση είναι πολύ πιο εύκολη με το μπαστούνι). Όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ή δεν βλέπουν το νόημα να αγοράσουν ένα για μικρό χρονικό διάστημα μπορούν να πάρουν ένα και να το επιστρέψουν μετά το προσκύνημά τους. Αποφάσισα να μην αγοράσω ένα και πήρα ό,τι ήταν διαθέσιμο. Θα ήταν άβολο, ούτως ή άλλως να το κουβαλήσουμε στο αεροπλάνο της επιστροφής. Αφού αφήσαμε μερικά πράγματα στο ξενοδοχείο που δεν θα χρειάζονταν στο Άγιο Όρος και πήραμε τα μπαστούνια μας, κατευθυνθήκαμε προς την προβλήτα. Οι πρώτοι προσκυνητές είχαν ήδη επιβιβαστεί στο πλοίο «Άξιον Εστί». Ακολουθήσαμε κι εμείς, δείχνοντας τις άδειές μας για να επισκεφτούμε το Άγιο Όρος. Η Ουρανούπολη παρέμεινε στην ακτή, αλλά ένα πεινασμένο σμήνος γλάρων μας ακολούθησε, τους οποίους ταΐζουν με ψωμί οι προσκυνητές και οι μοναχοί. Αλλά δεν πεινάνε μόνο οι γλάροι - και εμείς θα θέλαμε ένα σνακ. Υπάρχει ένα καφέ στο πλοίο κι έτσι παρήγγειλα έναν ελληνικό καφέ, ο οποίος με εξέπληξε ευχάριστα με τη γεύση του.
Συνεχίζεται…

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία



