Ο Μητροπολίτης Ζηνόβιος (Μαζούγκα) Ήδη από τη δεκαετία του 1920, μετά την πρώτη καταστροφή της Ιεράς Μονής Γκλίνσκαγια, κατά τη Θεία Πρόνοια, έφτασε στη Γεωργία ο Ζηνόβιος (Μαζούγκα), ένας από τους μοναχούς αυτής της Μονής. Είχε χειροτονηθεί ιερομόναχος στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Ντράντα, η οποία τότε δεν είχε κλείσει. Στη συνέχεια, έζησε σε ερημητήριο πίσω από την πόλη Σουχούμι, κοντά στο ελληνικό χωριό Γεώργιεβκα, όπου κέρδισε τη μεγάλη αγάπη και τον σεβασμό των ντόπιων. Θα κάνω μια μικρή παρέκβαση για να διηγηθώ ένα περιστατικό.
Τη δεκαετία του 1970, αυτός ο μοναχός από τη Μονή Γκλίνσκαγια, ο Ζηνόβιος, ο οποίος τότε ήταν ήδη μητροπολίτης, ήρθε από την Τιφλίδα για λίγες ημέρες στο Σουχούμι. Οι κάτοικοι της Γεώργιεβκα έμαθαν για την άφιξή του. Μερικοί από τους ηλικιωμένους τον γνώριζαν προσωπικά, ενώ άλλοι είχαν ακούσει για αυτόν από τις διηγήσεις άλλων. Πήγαν στον Σεβασμιώτατο Ζηνόβιο και τον παρακάλεσαν να επισκεφθεί τη Γεώργιεβκα. Ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος δέχτηκε. Με την ευκαιρία της άφιξής του, διοργάνωσαν γιορτή στο χωριό. Έβγαλαν στους δρόμους τραπέζια και πάγκους και οργάνωσαν γιορτινό γεύμα. Οι Έλληνες έφερναν τα παιδιά τους κοντά του για να τα ευλογήσει. Ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος επισκέφθηκε το σημείο όπου παλαιότερα βρισκόταν το ερημητήριό του. Διηγιόταν ότι για κάποιο χρονικό διάστημα ζούσε στο δάσος σε μια αυτοσχέδια καλύβα, ενώ μια φορά είχε αναγκαστεί μάλιστα να διανυκτερεύσει σε μια κουφάλα ενός τεράστιου δέντρου. Συνέβη, όντως, αυτό το περιστατικό. Μια φορά, ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου του χωριού Γεώργιεβκα είχε καλέσει τον μοναχό Ζηνόβιο και του είπε: «Ήρθε εντολή από το κέντρο, στο όνομά μου, να σε συλλάβω». Εκείνος απάντησε: «Δεν είμαι εγγεγραμμένος στο χωριό, γι’ αυτό δεν είστε υπεύθυνος για τον τόπο διαμονής μου». Ο πρόεδρος του είπε: «Το ξέρω αυτό. Και γι αυτό σε κάλεσα για να σε προειδοποιήσω. Πιθανότατα θα έρθουν να σε συλλάβουν απόψε το βράδυ. Τώρα κάνε ό,τι νομίζεις. Αλλά να θυμάσαι ότι δεν σου είπα τίποτα».
Έπρεπε να κρυφτεί. Ο Ζηνόβιος εκμυστηρεύτηκε σε μια ελληνική οικογένεια, με την οποία είχε ιδιαίτερα στενές σχέσεις, ότι τον έψαχναν. Ο πατέρας αυτής της οικογένειας αποφάσισε να τον κατευθύνει προς ένα απομονωμένο μέρος, μέσα σε ένα πυκνό δάσος, όπου θα έπρεπε να κρύβεται για μερικές εβδομάδες, μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Συνήθως, οι συλλήψεις γίνονταν κατά κύματα: σύμφωνα με το σχέδιο, συλλαμβάνονταν ένας συγκεκριμένος αριθμός ανθρώπων, και στη συνέχεια ακολουθούσε ένα διάλειμμα, μέχρι την επόμενη εκστρατεία, ή μάλλον, το επόμενο κυνήγι ανθρώπων, λες και πρόκειται για θηράματα. Ο μοναχός Ζηνόβιος ετοιμάστηκε γρήγορα. Ο συγκεκριμένος αυτός άνθρωπος τον βοήθησε να μεταφέρει για αρκετά χιλιόμετρα ζεστά ρούχα, μαλλί και άλλα απαραίτητα αντικείμενα. Άφησε τον Ζηνόβιο μόνο του και επέστρεψε στο χωριό, υποσχόμενος να τον επισκεφτεί την επόμενη μέρα. Οι νύχτες στο δάσος στα βουνά είναι κρύες ακόμη και το καλοκαίρι. Ο Ζηνόβιος έψαχνε για πολλή ώρα ένα μέρος όπου θα μπορούσε να βρει καταφύγιο για να διανυκτερεύσει. Έπεφτε το σούρουπο: είχε κουραστεί, κάθισε δίπλα σε μια μεγάλη βελανιδιά και αποφάσισε να ξεκουραστεί, αλλά από την ταραχή που είχε βιώσει και τις κακουχίες από την πολύωρη πεζοπορία, βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο, που έμοιαζε με λήθαργο. Ξαφνικά ακούει κάποιον να τον φωνάζει με το όνομά του. Ξυπνά και τι βλέπει: έχει ήδη ξημερώσει, και δίπλα του στέκεται ο γιος του Έλληνα που τον είχε συνοδεύσει στο δάσος, χλωμός από το φόβο. «Ο Θεός σε έσωσε», του είπε ο νεαρός, «κοιμήθηκες κοντά στη φωλιά μιας αρκούδας, κοίτα, εδώ είναι τα φρέσκα ίχνη της. Το θηρίο έκανε μερικές φορές τον γύρο του δέντρου, δίπλα στο οποίο κοιμόσουν· πώς και δεν όρμησε πάνω σου, τι το τρόμαξε, δεν ξέρω. Πρέπει να σε βοήθησε ο Άγιος Γεώργιος» (Σε αυτό το χωριό υπήρχε ναός του Αγίου Γεωργίου, και το ίδιο το χωριό ονομαζόταν Γεώργιεβκα προς τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρα). «Μετά από μερικές ώρες», διηγούνταν αργότερα ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος, «ήρθε ο Έλληνας που με ξεπροβόδισε μαζί με τους συγγενείς του. Μου έφτιαξαν ένα καλύβι από κλαδιά και μερικές σανίδες, όπου μπορούσα να κοιμηθώ και να προστατευτώ από τις καιρικές κακουχίες. Κρυφά, ο ένας μετά τον άλλον, μου έφερναν φαγητό. Δεν είχα τίποτα εκτός από το κομποσχοίνι μου, και περπατούσα όλη μέρα στο δάσος λέγοντας την ευχή. Τελικά, μου είπαν ότι μπορούσα να επιστρέψω. Αυτοί οι άνθρωποι διακινδύνευαν όχι μόνο τη θέση τους, αλλά και τη ζωή τους: τους περίμενε φυλάκιση και εξορία, αν οι αρχές μάθαιναν ότι έκρυβαν έναν μοναχό που διαφεύγει τη σύλληψη».
Γενικά, ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος από κάθε άποψη. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών εισήλθε στο μοναστήρι Γκλίνσκαγια, όπου είχε διάφορα διακονήματα, μεταξύ των οποίων και στο ραφείο. Αυτή η τέχνη του αποδείχθηκε χρήσιμη αργότερα. Έραβε δωρεάν ρούχα για τους φτωχούς κατοίκους της Γεώργιεβκα, και αυτοί δεν το ξέχασαν αυτό. Ένας Έλληνας φύλαγε ένα παλτό που είχε ράψει ο μοναχός Ζηνόβιος για τον πατέρα του. Όμως οι άνθρωποι τον αγαπούσαν πάνω απ’ όλα για την άψογη μοναχική του ζωή. Ήταν αφοσιωμένος στην αδιάλειπτη ευχή του Ιησού, και ένα ιδιαίτερο εσωτερικό φως φώτιζε το πρόσωπό του.
Ο Σεβασμιώτατος υπέστη /αντιμετώπισε επανειλημμένα συλλήψεις και εξορίες, αλλά ακόμη και εκεί, σχεδόν στα πρόθυρα της κόλασης, με την ταπεινότητα και την υπομονή του κέρδιζε το σεβασμό τόσο των εγκληματιών όσο και των φυλάκων, των ανακριτών και των δικαστών, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν ως επί το πλείστον κοινοί σαδιστές, που απολάμβαναν τον πόνο των θυμάτων τους και την κτηνώδη εξουσία τους. Ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος έλεγε ότι στην εξορία του είχε δοθεί άδεια να απομονώνεται στο δάσος για προσευχή, κάτι που αποτελούσε ανήκουστο δείγμα εμπιστοσύνης προς έναν κρατούμενο. Ήταν γνωστό ότι η φυγή στο δάσος θεωρούνταν απόδραση και όποιος τολμούσε να το κάνει αυτοβούλως, οι φρουροί μπορούσαν να τον σκοτώσουν επί τόπου. Τις Κυριακές και στις γιορτές αξιοποιούσε αυτή την άδεια για να πηγαίνει στις όχθες μιας μικρής ερημικής λίμνης και προσευχόταν. Ο Σεβασμιώτατος διηγόταν ότι μια φορά, στη γιορτή της Θεοτόκου, έλαβε κάποιο σημάδι για την σύντομη απελευθέρωσή του, αλλά δεν αποκάλυψε τι είδους σημάδι ήταν αυτό.
Ο Σεβασμιώτατος είχε ιδιαίτερη ευλάβεια προς την Θεομήτορα. Σε ερώτηση ενός ιερομονάχου σχετικά με το τι πρέπει να κάνει κανείς για να παραμείνει πιστός στον Χριστό και να αντέξει όλες τις δοκιμασίες, σε περίπτωση που ξαναρχίσουν οι αιματηροί διωγμοί κατά της Εκκλησίας, ο μητροπολίτης απάντησε: «Να προσεύχεσαι στη Θεοτόκο και να λες όσο πιο συχνά μπορείς το “Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε”. Η Παναγία προστατεύει όποιον λέει αυτή την προσευχή. Ήμουν σε εξορία μαζί με έναν επίσκοπο. Του ζητούσαν να υπογράψει ένα έγγραφο στο οποίο θα δήλωνε ότι συμμετείχε σε συνωμοσία κατά των αρχών· σε αυτό αναφέρονταν και μερικά ακόμη πρόσωπα. Τον βασάνιζαν κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, αλλά αυτός άντεξε τα βασανιστήρια και δεν πρόδωσε τους αδελφούς του. Ο συγκεκριμένος επίσκοπος μου διηγήθηκε ότι έλεγε αδιάλειπτα την προσευχή «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε», ενώ τις νύχτες διάβαζε τον κανόνα στην Παναγία Οδηγήτρια, τον οποίο ήξερε απ’ έξω. Έλεγε ότι ένιωθε πόνο, αλλά σαν να ήταν αμβλύς, ενώ στη συνέχεια έχανε τις αισθήσεις του. Τελικά, αφού δεν κατάφεραν να αποσπάσουν κάτι, τον άφησαν ήσυχο».
Το 1950, ο Πατριάρχης Καλλίστρατος διόρισε τον πατέρα Ζηνόβιο προϊστάμενο της εκκλησίας του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι στην Τιφλίδα και τον προβίβασε στο αξίωμα του αρχιμανδρίτη. Τότε, τού παραχωρήθηκε ως κατοικία ένας χώρος δύο μικρών δωματίων κοντά στον ναό. Όταν έγινε επίσκοπος, αργότερα, αυτά τα δύο δωμάτια συνέχισαν να είναι το επισκοπικό του διαμέρισμα.
Ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος ήταν ασκητής μέσα στον κόσμο. Τον προσευχητικό κανόνα τον έκανε κυρίως τη νύχτα, ενώ η μέρα του, από το πρωί έως το βράδυ, ανήκε στον ναό και στους ανθρώπους. Η κύρια προσευχητική εργασία του Σεβασμιωτάτου ήταν, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, η εσωτερική προσευχή του Ιησού, η οποία δεν διακόπτονταν ακόμα και κατά τη διάρκεια των συνομιλιών του. Σπάνια συναντά κανείς άνθρωπο, η ζωή του οποίου να είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ναό, όσο η ζωή του Μητροπολίτη Ζηνόβιου. Προσέλκυσε γύρω από την εκκλησία μοναχούς, οι οποίοι εκτελούσαν διάφορα καθήκοντα, κυρίως υπηρετούσαν στο αναλόγιο. Μετά το δεύτερο κλείσιμο της Μονής Γκλίνσκαγια, πολλοί από τους μοναχούς της βρήκαν καταφύγιο κοντά στον Μητροπολίτη Ζηνόβιο. Ήταν σαν να αντικαθιστούσε ο ίδιος τον ηγούμενο για την αδελφότητα της Μονής Γκλίνσκαγια. Ορισμένοι παρέμειναν δίπλα στον Σεβασμιώτατο στην Τιφλίδα, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι, άλλοι πήγαν σε ορεινές σκήτες, ενώ άλλοι αγωνίζονταν στις ενορίες. Όλους τους βοηθούσε πνευματικά και υλικά, φρόντιζε γι’ αυτούς, όπως ένας πατέρας τα παιδιά του. Όπου κι να βρίσκονταν οι μοναχοί της Μονής Γκλίνσκαγια, γνώριζαν ότι στον επίσκοπο Ζηνόβιο θα έβρισκαν πάντα βοήθεια και στήριξη. Μερικοί από αυτούς παρέμειναν στη Γεωργία για όλη τους τη ζωή. Ο Σεβασμιώτατος παραχώρησε το σπιτάκι του στον Αρχιμανδρίτη Ανδρόνικο (Λουκάς), ενώ ο ίδιος ζούσε κοντά στον ναό, στα δύο μικρά δωμάτια, που έχουμε ήδη αναφέρει, και τα οποία έμοιαζαν με μοναστικό κελί.
Συχνά ο Σεβασμιώτατος έδινε ελεημοσύνη στους ανθρώπους κρυφά, κάτι που γινόταν γνωστό μόνο αργότερα και τυχαία. Μερικοί μοναχοί μού διηγήθηκαν ότι, όταν βρίσκονταν στον ναό, ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος, καθώς περνούσε δίπλα τους και τους ευλογούσε, διακριτικά τους έδινε χρήματα. Παρακολουθούσε καθημερινά όλες τις ιερές ακολουθίες που τελούνταν στον ναό, και στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας έβγαζε πολλές μερίδες για τους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους, για όσους γνώριζε και για όσους του ζητούσαν να προσευχηθεί. Στο ιερό, αντί για τον επισκοπικό θρόνο, είχε ένα στασίδι (ένα ειδικό ξύλινο κάθισμα για μοναχούς, που τοποθετούνταν κοντά στον τοίχο). Στην προσωπική του ζωή ο Σεβασμιώτατος διακρινόταν για την απλότητα και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του. Τις ιερές ακολουθίες, ωστόσο, τις τελούσε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια και ευπρέπεια.
Πολλοί έμπειροι ιερείς και πνευματικοί ερχόντουσαν ειδικά στην Τιφλίδα για να συναντήσουν τον Μητροπολίτη Ζηνόβιο. Τον Σεβασμιώτατο είχε επισκεφθεί αρκετές φορές και ο πατήρ Σάββας, τότε που είχε πάει στο Σιγκνάχι για να προσκυνήσει τα λείψανα της Αγίας Νίνας και άλλα κειμήλια. Τον θεωρούσε παράδειγμα ιεράρχη-ασκητή, ο οποίος, παρέμενε από το πρωί έως το βράδυ στον ναό μαζί με τους ανθρώπους, εν μέσω πολυάριθμων καθηκόντων, χωρίς να παραμελεί την ευχή του Ιησού. Έλεγε ότι ο μητροπολίτης Ζηνόβιος είναι παράδειγμα του ότι είναι δυνατόν να κρατά κανείς την ευχή του Ιησού μέσα στον κόσμο, και ότι οι πολλές ασχολίες δεν είναι δικαιολογία για να μην ασκείται κανείς στην προσευχή του Ιησού. Κάποτε τυχαία του είχα κάνει την ερώτηση: «Και αν ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος πει κάτι διαφορετικό από εσάς, τι πρέπει να κάνω;». Εκείνος απάντησε αμέσως: «Να ακούσεις τον Σεβασμιώτατο Ζηνόβιο».
Μετά τον θάνατο του Μητροπολίτη Ζηνόβιου, ο Καθολικός-Πατριάρχης πάσης Γεωργίας Ηλίας Β΄ (Σιολασβίλι) έδωσε την ευλογία του να ταφεί στον ναό. «Είναι καλό που ο Σεβασμιώτατος θα παραμείνει μαζί μας όχι μόνο με το πνεύμα, αλλά και με το σώμα», δήλωσε ο Πατριάρχης.
Στον τάφο του Σεβασμιώτατου Ζηνόβιου υπάρχουν πάντα λουλούδια, ως ένδειξη ευγνώμονος μνήμης εκ μέρους του ποιμνίου προς τον πνευματικό του καθοδηγητή και πατέρα.
Ο μακαριστός μητροπολίτης από τους αγίους αγαπούσε ιδιαίτερα τον Άγιο Νικόλαο και συμβούλευε να απευθυνόμαστε σε αυτόν σε όλες τις θλίψεις και τις ανάγκες. Μάλιστα, συμβούλευε, αν υπάρχει δυνατότητα, να διαβάζουμε όσο το δυνατόν πιο συχνά τους Χαιρετισμούς προς αυτόν τον μεγάλο θαυματουργό άγιο. Επίσης, αγαπούσε να προσεύχεται στον μάρτυρα Ιωάννη τον Πολεμιστή και στον Όσιο Σεραφείμ του Σαρόφ. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δέχτηκε κρυφά την κουρά σε μεγαλόσχημο μοναχό με το όνομα Σεραφείμ. Για αυτόν, όπως και για τον Όσιο Σεραφείμ, μπορούμε να μιλήσουμε με τα λόγια του τροπαρίου: «Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς».
Από αριστερά προς τα δεξιά: Ο Αρχιμανδρίτης Μόδεστος (Γκάμοβ), ο Μητροπολίτης Ζηνόβιος (Μαζούγκα), ο Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ (Ρομαντσόβ), ο Αρχιμανδρίτης Ανδρόνικος (Λουκάς)
Μετά το θάνατό του, είδα τον Μητροπολίτη Ζηνόβιου δύο φορές στον ύπνο μου. Το ένα όνειρο: Μετά την ταφή του βρίσκεται στο φέρετρο, λες και είναι ζωντανός. Νύχτα. Ο ναός είναι κλειστός. Κάποιος χτυπάει την πόρτα του ναού από την πλευρά της αυλής και ζητάει από τον μητροπολίτη να τον ευλογήσει. Εκείνος σηκώνεται, απλώνει το χέρι του για να δώσει την ευλογία, και ξαφνικά το χέρι του μακραίνει και φτάνει μέχρι την πόρτα του ναού· δίνει την ευλογία και πάλι ξαπλώνει στο φέρετρο. Νομίζω ότι το νόημα του ονείρου ήταν το εξής: ο Σεβασμιώτατος ανταποκρίνεται γρήγορα στις προσευχές των ανθρώπων· ακόμη και εκείνων που, λόγω των αμαρτιών τους, βρίσκονται έξω από τις πόρτες της εκκλησίας (όπως στην αρχαιότητα συνέβαινε με αυτούς που τους είχε επιβληθεί επιτίμιο), δεν στερούνται της βοήθειας και της ευλογίας του, και η προσευχή του υψώνεται και για αυτούς προς τον Θρόνο του Θεού.
Το δεύτερο όνειρο. Και πάλι νύχτα. Ο ναός είναι φωτισμένος, και ο Σεβασμιώτατος περιφέρεται στον ναό, εξετάζοντας προσεκτικά κάθε γωνιά. Αυτό σημαίνει ότι δεν μας έχει αφήσει, είναι εδώ, είναι σαν να ζει μαζί μας, επισκέπτεται αόρατα τον ναό στον οποίο ήταν προϊστάμενος για τριάντα πέντε χρόνια.
Όταν ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος ήταν ακόμη εν ζωή και τον ρώτησα για την ευχή του Ιησού, μου είπε ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε κάποια υψηλά επίπεδα ή ιδιαίτερη συγκέντρωση της σκέψης, αλλά πρέπει με απλότητα καρδιάς να απευθύνουμε την προσευχή μας στον ζωντανό Θεό, ο Οποίος είναι κοντά μας, όπως η ίδια μας η ψυχή. Συνιστούσε να αξιοποιούμε τις στιγμές της μοναξιάς και να διώχνουμε τους λογισμούς με την προσευχή του Ιησού. Ο Σεβασμιώτατος θεωρούσε αυτή την εργασία ανώτερη από την ανάγνωση βιβλίων. Επαναλάμβανε ότι η προσευχή του Ιησού ριζώνει στις ταπεινές καρδιές. Στους δικούς του, ο Σεβασμιώτατος Ζηνόβιος διηγούνταν ότι είχε αποκτήσει την προσευχή του Ιησού στη νεότητά του, τότε που ζούσε στο ερημητήριο, και ότι προσπαθούσε να την διατηρήσει και στον κόσμο. Πριν από την επισκοπική χειροτονία του, ο Σεβασμιώτατος αναπολούσε μερικές φορές τα μοναστικά του διακονήματα: άλλοτε έραβε ράσο, άλλοτε έφτιαχνε κομποσκοίνια από πέτρες. Χάρη στις προσευχές της Θεοτόκου, πολλές φορές άνοιγαν μπροστά του οι πύλες των φυλακών και των στρατοπέδων, από τα οποία συνήθως έβγαζαν πτώματα. Και τώρα πιστεύουμε ότι, επίσης χάρη στις προσευχές της Θεοτόκου και του Οσίου Σεραφείμ, θα λάβει στους Ουρανούς την αληθινή ελευθερία και την αιώνια χαρά.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία