Φωτο Gabriel Benois on Unsplash
Ο γιος μου γεννήθηκε υγιής. Γερός, φωνακλάς, με χεράκια που αμέσως έσφιξαν αυτόν τον κόσμο. Θυμάμαι τη ζεστή, οικεία μυρωδιά του. Θυμάμαι πώς τον ακούμπησα για πρώτη φορά στο στήθος μου και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτό το θαύμα ήταν δικό μου.
Θυμάμαι κάθε δευτερόλεπτο. Πώς χαμογέλασε για πρώτη φορά, πώς πήρε το κουδουνάκι, πώς ανάσαινε τις νύχτες πάνω στον ώμο μου. Και μετά έφυγε. Δεν είχε καν κλείσει τον πρώτο του χρόνο. Δεν πρόλαβε να πει «μαμά». Δεν πρόλαβε να κάνει το πρώτο του βήμα. Κι εγώ δεν πρόλαβα να χορτάσω να τον φιλώ, να τον αγκαλιάζω.
Ξέρετε, όταν συμβαίνει σε κάποιον μια τέτοια τραγωδία – όταν πεθαίνει ένα παιδί – επικρατεί μια παράξενη σιωπή γύρω του. Όλοι φοβούνται να κάνουν μια παραπάνω αναπνοή, να προφέρουν το όνομά του. Εγώ όμως δεν φοβόμουν τόσο τον πόνο, όσο το ότι θα τον ξεχάσουν. Ότι θα περάσουν ένα, δύο, πέντε χρόνια και το όνομά του θα σβηστεί από τη μνήμη όλων, εκτός από εμένα. Ότι κανείς δεν θα θυμηθεί πώς ήταν τα μάτια του, πώς μύριζε το κεφάλι του μετά το μπάνιο.
Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να με στηρίξουν. Μου έλεγαν: «Μην ξανανοίγεις την πληγή», «Βγάλε τις φωτογραφίες, βάλτε τις κάπου μακριά», «Μην μιλάς γι’ αυτόν – θα είναι πιο εύκολο». Όμως, αυτό που με έσωζε ήταν τα μικρά τελετουργικά που είχα επινοήσει εγώ η ίδια. Άρχισα να βάζω σε ένα μικρό κουτί ό,τι είχε σχέση με το μωράκι μου: την ετικέτα από το μαιευτήριο, το πρώτο μικροσκοπικό φανελάκι, την εικόνα από το υπερηχογράφημα, όπου ήταν στο μέγεθος ενός φασολιού… Στις στιγμές απίστευτης θλίψης ανοίγω αυτό το κουτί. Δεν κλαίω, απλώς πιάνω αυτά τα πράγματα. Και για άλλη μια φορά λέω στον εαυτό μου ότι ο πόνος προέρχεται από την αγάπη. Και η αγάπη δεν εξαφανίστηκε.
Ύστερα φύτεψα μια νεαρή αγριοκυδωνιά δίπλα στο σπίτι. Την φροντίζω, και μου φαίνεται ότι μεγαλώνει μαζί με την αγάπη μου. Πηγαίνω συχνά στην εκκλησία και κάνω σαρανταλείτουργα για την ανάπαυση της ψυχής του. Επίσης, ανάβω κεριά στο σπίτι, όταν το ζητά η καρδιά μου. Το βάζω στο τραπέζι, κάθομαι δίπλα και προσεύχομαι. Κοιτάζω αυτή τη μικρή φλόγα και νιώθω λες και δεν υπάρχει απόσταση μεταξύ μας. Μόνο φως. Μόνο ζεστασιά. Μόνο αγάπη, που δεν τελειώνει ποτέ.
Μία φορά το χρόνο προσκαλώ τους πιο κοντινούς μου ανθρώπους, εκείνους που δεν τον έχουν ξεχάσει. Κοιτάζουμε τις φωτογραφίες του, θυμόμαστε χαρούμενες στιγμές. Και τότε νιώθω ότι η ζωή του δεν πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνος. Δεν τον θυμάμαι μόνο εγώ.
Του γράφω και γράμματα. Συνηθισμένα, γράμματα σε χαρτί. Του μιλάω για το πώς ήταν η μέρα μου, πώς ήταν το ηλιοβασίλεμα και πώς ανθίζουν τα μπουμπούκια στα δέντρα. Βάζω το φάκελο σε εκείνο το κουτί. Ίσως να είναι παράξενο. Αλλά αυτός είναι ο δικός μου τρόπος για να λέω: «Θυμάμαι. Αναπνέω. Αγαπώ».
Την ημέρα των γενεθλίων του, για πολύ καιρό δεν ήξερα τι να κάνω. Ήθελα απλώς να μένω ακίνητη και να μην αναπνέω. Μετά, όμως, άρχισα να φτιάχνω γλυκά πιροσκί και να τα πηγαίνω σε ένα γυναικείο μοναστήρι, κοντά στην πόλη. Ή να αγοράζω καλτσάκια και να τα πηγαίνω στο παιδικό νοσοκομείο. Δεν κρύβομαι πια από αυτή την ημερομηνία. Την ζω με όλη μου την ψυχή.
Υπήρξε μια στιγμή που ένιωσα ανακούφιση. Χαμογέλασα στο πρωινό και στην ηλιαχτίδα στον τοίχο. Και αμέσως φοβήθηκα: «Πώς μπορώ να χαίρομαι; Αυτό είναι προδοσία!» Χρειάστηκε χρόνος για να καταλάβω: ο πόνος αλλάζει μορφή. Μετατρέπεται σε ζεστασιά. Σε φωτεινή μελαγχολία. Και αυτό δεν είναι προδοσία. Είναι θεραπεία.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία