Η προγιαγιά μου, η Σεραφείμα, έζησε σχεδόν μέχρι τα ενενήντα χρόνια, και μου φαινόταν ότι θα ζει για πάντα.
Δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι άλλο: η γριούλα με μάτια στα χρώματα του ουρανού συνόδευε την παιδική μου ηλικία, και δεν υπήρχε τίποτα πιο αιώνιο στον κόσμο πέρα από τα γκρίζα της μαλλιά με τις συζητήσεις μας που κρατούσαν ώρες. Και γι’ αυτό, όταν αρρώστησε, άργησα να καταλάβω τι συνέβαινε.
Τελείωνα ήδη την πρώτη τάξη του δημοτικού, έπαιζα βιολί και διάβαζα μόνος μου πολυσέλιδα βιβλία. Δεν με ανησύχησαν ούτε η ασθενική κιτρινίλα, ούτε εκείνη η ιδιαίτερη, νέα θλίψη στο βλέμμα της. Η προγιαγιά είχε καταφέρει να με «ξεγελάσει» για πολύ καιρό, έτσι που η πρώτη μου τάξη να τελειώσει χωρίς αναστάτωση. Υπέμενε τον πόνο, δεχόταν κρυφά τη νοσοκόμα και έκανε παυσίπονες ενέσεις. Δεν επέτρεπε στον εαυτό της μένει κατάκοιτη. Συμπεριφερόταν λες και όλα ήταν όπως πάντα. Ένα μόνο πράγμα ήταν διαφορετικό τις τελευταίες εβδομάδες εκείνου του Μάη: ήταν οι κρέπες.
Κάθε φορά που γυρνούσα από το σχολείο, την ακολουθούσα στην κουζίνα μας, όπου με περίμενε μια στοίβα από ζεστές, ηλιόλουστες κρέπες, που τις πότιζα με ζαχαρούχο γάλα. Έτρωγα μέχρι να σκάσω, και μαζί με την προγιαγιά μου, γελώντας, μετρούσαμε πόσες είχα φάει: δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερις... Και μετά πίναμε οπωσδήποτε τσάι. Όπως παλιά, όπως πάντα, όλο τον Μάιο.
Έπεσε στο κρεβάτι αμέσως μόλις έφερα από το σχολείο τους βαθμούς μου. Και πάλι δεν κατάλαβα τίποτα, περίμενα να συνέλθει, περνώντας τις μέρες μου κολλημένος σε κάποιο βιβλίο κάπου εκεί κοντά. Μέχρι που ήρθε η ώρα να φύγουμε από την πόλη, να πάμε στο εξοχικό με τη μαμά. Τη στιγμή του αποχαιρετισμού, η προγιαγιά Σεραφείμα, εκεί που δεν σηκωνόταν πια, ξαφνικά ανασηκώθηκε, κάθισε και με αγκάλιασε για να με αποχαιρετήσει.
Είδα ότι κάτι συνέβαινε μέσα της, αν και, μου φαίνεται, δεν έκλαψε, ενώ εγώ έκλαψα. Αλλά και πάλι δεν πίστεψα σε εκείνο τον αποχωρισμό, για τον οποίο ετοιμαζόταν η προγιαγιά μου Σεραφείμα, που μου χαμογελούσε με το ζόρι την ώρα με παρακολουθούσε να φεύγω.
Με αγαπούσε πάρα πολύ. Αν ήμουν ενήλικας, ίσως να το είχε εκφράσει κάπως διαφορετικά. Αν και, τριάντα πέντε χρόνια μετά, ακριβώς εκείνες οι κρέπες της – όπως καταλαβαίνω τώρα, οι επιμνημόσυνες – έναν μήνα πριν από το θάνατό της... Τις θυμάμαι σαν να ήταν χθες: δώδεκα, δεκατρείς, δεκατέσσερις...
Μακάρι να ήξερα κι εγώ να αγαπώ όπως εκείνη ήξερε!

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία