Σε μια από τις συναντήσεις των αποφοίτων του σχολείου μας, έπιασα κουβέντα με τη Βαρβάρα. Στην παιδική της ηλικία είχε βιώσει μια βαριά τραγωδία, είχε περάσει από ορφανοτροφείο, αλλά μόνη της ασπάστηκε την πίστη, και ο Κύριος εισάκουσε τις προσευχές της.
– Οι γονείς μου ήταν υπέροχοι, στοργικοί και αγαπητικοί. Η μαμά η Λαρίσα και ο μπαμπάς ο Μάξιμος. Δεν τους είχα ακούσει ποτέ να υψώνουν τη φωνή τους, ούτε σε μένα ούτε ο ένας στον άλλον. Στο σπίτι δεν υπήρχαν προσβλητικές ή υποτιμητικές εκφράσεις. Όλα τα προβλήματα και οι διαφωνίες επιλύονταν ήρεμα. Καθόμασταν στο «τραπέζι των διαπραγματεύσεων» – έτσι αποκαλούσαμε το όμορφο, μακρύ τραπέζι στο σαλόνι, – συζητούσαμε και καταλήγαμε σε κοινή απόφαση. Η μαμά ήταν μαθηματικός σε σχολείο, ο μπαμπάς εργαζόταν ως μηχανικός σε εργοστάσιο. Μόλις τελείωνα το δημοτικό σχολείο, όταν μας βρήκε η δεκαετία του 1990. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω σε κανέναν τι σήμαινε αυτό: το επάγγελμα του εκπαιδευτικού δεν ενέπνεε σεβασμό, όπως και κάθε άλλη τίμια εργασία. Ο μπαμπάς δεν έπαιρνε μισθό για μήνες. Υπήρχαν μέρες που δεν υπήρχε τίποτα να βάλουμε στο τραπέζι.
Η μαμά (ο μπαμπάς την αποκαλούσε στο σπίτι χαϊδευτικά «Λάρτσικ») ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν τα παρατάνε τόσο εύκολα. Κάθισε και σε ένα φύλλο χαρτί έφτιαξε ένα σχέδιο, διαγράμματα, έκανε κάποιους υπολογισμούς με το κομπιουτεράκι. Μετά άρχισαν να το συζητούν με τον μπαμπά… Ο μπαμπάς, – αν και ήταν τεχνικής κατεύθυνσης, είχε μια ρομαντική και λυρική πλευρά: είχε κερδίσει τη μαμά παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας σερενάτες κάτω από το παράθυρό της, – έκανε κι αυτός τις δικές του παρεμβάσεις στο σχέδιο. Αν η μαμά ήταν σίγουρη για την επιτυχία του σχεδίου της, ο μπαμπάς είχε αμφιβολίες και προσπαθούσε να την αποτρέψει. Δεν θυμάμαι τις λεπτομέρειες, αλλά κάποια αποσπάσματα φράσεων αναδύονται στη μνήμη μου:
– Περίμενε, κάνε υπομονή, και αυτή η δύσκολη περίοδος θα περάσει, είναι επικίνδυνο…
Η μαμά είχε υπολογίσει σωστά τα σχέδιά της. Δεν ήταν τυχαίο που την θεωρούσαν δυνατή μαθηματικό. Αλλά, πάλι, ήμουν παιδί, και η ιστορία μου δεν αφορά στις επιχειρήσεις ή την οικονομία, οπότε δεν γνωρίζω ή δεν θυμάμαι όλες τις λεπτομέρειες. Ξέρω ότι οι γονείς μου πούλησαν το εξοχικό, μερικά σπάνια βιβλία, δανείστηκαν κάποια χρήματα… Και η μαμά άνοιξε το δικό της κατάστημα. Όχι ένα περίπτερο με τσιγάρα και σοκολατένια αυγά, όπως συνηθιζόταν τότε, αλλά ένα πραγματικό κατάστημα. Στην αρχή υπήρχαν στο μαγαζί μόνο αρώματα και καλλυντικά. Η μαμά ήθελε να δημιουργήσει ένα κατάστημα αποκλειστικά για γυναίκες. Τον πρώτο καιρό οι γονείς μου δεν κοιμόντουσαν τη νύχτα. Έκαναν τα πάντα μόνοι τους, χανόντουσαν στο κατάστημα. Η επιχείρηση είχε πάρει την ανιούσα. Η μαμά είχε προσλάβει πωλητές, είχε οργανώσει την προμήθεια αρωμάτων, προϊόντων περιποίησης και διάφορων ωραίων γυναικείων μικροαντικειμένων. Πέρα από τα παραπάνω εμπορεύματα έβαλε στο κατάστημα γυναικεία ρούχα και παπούτσια.
Μετά από λίγο καιρό, η μαμά απέκτησε προσωπικό οδηγό, κι εγώ μια νταντά που με συνόδευε στο σχολείο, με βοηθούσε στα οικιακά, καθάριζε και πήγαινε στις αγορές για φρέσκο κρέας, λαχανικά και φρούτα.
Συχνά, τη δεκαετία του 1990, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να βγάζουν χρήματα, η επιτυχία προκαλούσε ζάλη σε κάποιους: μερικοί είχαν αποκτήσει ερωμένες, ενώ άλλοι έβγαζαν προς τα έξω σκληρότητα και επιθυμία να ταπεινώνουν τον πλησίον. Για να μην αναφερθώ σε περιπτώσεις νεόπλουτων, όταν σε κατάσταση μέθης τους έβρισκαν «με το πρόσωπο χωμένο στη σαλάτα» και άλλα παρόμοια. Οι γονείς μου παρέμειναν καλοί και ευγενικοί, και στις σχέσεις μας δεν άλλαξε τίποτα. Αν τους ζητούσαν βοήθεια (για παράδειγμα, δανεικά για φάρμακα), τα έδιναν αμέσως χωρίς να περιμένουν να τους τα επιστρέψουν. Αλλά μην νομίζετε ότι ήταν τόσο αδύναμοι χαρακτήρες και «καλούληδες». Η μαμά αρνιόταν κατηγορηματικά να δίνει χρήματα στους γείτονες που ζητιάνευαν «για να βελτιώσουν την υγεία τους», για αλκοόλ δηλαδή. Δεν άνοιγε συζητήσεις με τέτοιους ανθρώπους.
Στα 13α γενέθλιά μου πήγαμε για πρώτη φορά διακοπές στο εξωτερικό – στην Ελλάδα. Φυσικά, οι γονείς μου ανησυχούσαν για τη δουλειά τους, και δεν έπαυαν να τηλεφωνούν από το ξενοδοχείο, για να είναι βέβαιοι ότι όλα ήταν εντάξει.
Αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος, ήταν η ηρεμία πριν από την καταιγίδα. Η ζεστή, απαλή θάλασσα, τα νόστιμα θαλασσινά. Όμως δεν είναι αυτό το σημαντικό: η μαμά και ο μπαμπάς ήταν τόσο χαρούμενοι, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλον, με έσφιγγαν και εμένα στην αγκαλιά. Στο νησί όλα ήταν τόσο συγκινητικά, λες και οι ενήλικες ένιωθαν ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά, ότι δεν μας έμενε πολύς χρόνος να είμαστε μαζί. Λίγους μήνες πριν από την τραγωδία, θυμάμαι ότι οι γονείς μου ήταν ανήσυχοι. Ο μπαμπάς προσπαθούσε να πείσει τη μαμά να υποχωρήσει, να μην έρχεται σε αντιπαράθεση. Μιλούσαν για κάποιους σκληρούς άντρες της μαφίας. Η μαμά έλεγε σιγά μην φοβόμαστε και υπακούσουμε σε χούλιγκανς, που το μόνο που ξέρουν είναι να βρίζουν επιδέξια και να προσβάλλουν τις γυναίκες.
Εγώ έβλεπα ότι κάτι συνέβαινε, προσπαθούσα να μιλήσω στη μαμά και στον μπαμπά. Αλλά εκείνοι χαμογελούσαν και το απέφευγαν με διάφορα αστεία. Η μαμά απέκτησε σωματοφύλακα.
Και ύστερα ήρθε η τραγωδία. Τη μαμά μου την σκότωσαν με πυροβολισμό στο γραφείο της. Ο σωματοφύλακάς της είχε βγει για ένα λεπτό στην τουαλέτα. Όπως συμβαίνει συχνά, κανείς δεν είδε τίποτα ύποπτο, κανείς δεν άκουσε τον πυροβολισμό και ούτω καθεξής. Δεν την πυροβόλησαν απλά, καθώς υπήρχε και μια κυνική λεπτομέρεια: δίπλα στη μαμά μου – δεν μπορώ να μιλάω για το αγαπημένο μου πρόσωπο ως σώμα ή πτώμα – είχαν αφήσει έναν βαρύ φάκελο με χρήματα. Πάνω του ήταν γραμμένο με κόκκινο μαρκαδόρο: «Για μια αξιοπρεπή κηδεία».
Ο μπαμπάς κλήθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου του έκαναν διάφορες ερωτήσεις… Δεν γνωρίζω όλες τις λεπτομέρειες. Ξέρω μόνο ότι η έρευνα κατέληξε αμέσως στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δολοφονία κατά παραγγελία: ο δράστης ήταν επαγγελματίας, χρησιμοποίησε πιστόλι με σιγαστήρα, δεν άφησε ίχνη, μάζεψε ακόμη και τους κάλυκες, ενώ ο φάκελος ήταν τόσο παλιός που έφερνε αποτυπώματα δεκάδων ανθρώπων.
Οι αστυνομικοί και οι ανακριτές μας συμπαθούσαν, ήθελαν να δείξουν τη φροντίδα τους. Ένας από αυτούς είπε ότι το ποσό ήταν μεγάλο, έτσι που θα αρκούσε για μια αξιοπρεπή κηδεία και για τον πρώτο καιρό. Για αυτόν τον λόγο θα προσπαθούσαν να μας δώσουν τα χρήματα χωρίς να τα θεωρήσουν ως αποδεικτικό στοιχείο ή στοιχείο ενοχής (δεν γνωρίζω λεπτομέρειες). Ο μπαμπάς, όταν άκουσε αυτά τα λόγια, έβαλε το χέρι του στην καρδιά και πρόλαβε να πει μόνο τούτο:
– Θα πάρω χρήματα για το θάνατο της Λάρτσικ;! Πού καταντάμε;
Ο μπαμπάς έπαθε καρδιακή προσβολή. Ο μπαμπάς μου πέθανε.
Έμεινα εντελώς ορφανή.
Η ζωή για μένα σταμάτησε. Για κάποιο διάστημα έμενα σε φίλους των γονιών μου, και μετά κατέληξα σε ορφανοτροφείο. Οι άνθρωποι προσπάθησαν να βρουν οποιονδήποτε από τους συγγενείς μου, αλλά δεν τα κατάφεραν.
=Τις νύχτες, στο δωμάτιο, σκεφτόμουν και πίστευα ότι υπάρχει κάτι καθαρό και φωτεινό στον κόσμο. Δεν μπορεί να υπάρχει μόνο σκληρότητα και κυνισμός=
Είναι δύσκολο να τα θυμάμαι. Πριν από αυτό, συναντούσα μόνο αγάπη και χαρά. Ήξερα ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, είχα τη μαμά και τον μπαμπά μου. Στο ορφανοτροφείο έμεινα μόνη μου. Με βασάνιζαν, με κακομεταχειρίζονταν. Ήμουν η μόνη από οικογένεια. Τα υπόλοιπα ήταν εγκαταλελειμμένα παιδιά. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Μου πήραν αμέσως τα ρούχα και τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Αν τα όμορφα παπούτσια, τα φορέματα και τα τζιν μου δεν ταίριαζαν στις θύτριες, τα έσκιζαν, τα έκοβαν, τα έκαιγαν με τσιγάρα. Με ανάγκαζαν και εμένα να πίνω αλκοόλ και να καπνίζω, και όταν αρνιόμουν, μου έκαναν εγκαύματα με τσιγάρα στην πλάτη. Το πρόσωπό μου δεν το άγγιζαν, γιατί θα φαινόταν αμέσως. Έκλαιγα, μου έλειπαν η μαμά και ο μπαμπάς. Δεν ήμουν βαπτισμένη. Στην οικογένεια δεν μιλούσαν για την πίστη. Τις νύχτες, στο δωμάτιο, σκεφτόμουν και πίστευα ότι υπάρχει κάτι καθαρό και φωτεινό στον κόσμο. Δεν μπορεί να υπάρχει μόνο σκληρότητα και κυνισμός, σίγουρα υπάρχει και έλεος. Λυπόμουν τους γονείς μου, τους μιλούσα, αναπολούσα το τελευταίο μας ταξίδι στην Κύπρο. Γενικά έφερνα στη μνήμη μου την παιδική μου ηλικία, που ήταν χαρούμενη και ευχάριστη.
Μια μέρα μπήκα σε εκκλησία. Ρώτησα μια γυναίκα που καθόταν στο κουτί με τα κεριά τι έπρεπε να κάνω μετά το θάνατο των γονιών μου. Άναψα κεριά στο κηροπήγιο υπέρ αναπαύσεως και πλησίασα τις εικόνες της Παναγίας. Μου εξήγησαν ότι το κερί είναι σύμβολο της παράστασής μας ενώπιον του Θεού, σύμβολο της προσευχής μας. Όπως και το ότι το κερί αποτελεί προσφορά προς τον Θεό για την Εκκλησία. Μου εξήγησαν ότι πρέπει να τελέσω την κηδεία της μαμάς και του μπαμπά. Οι γονείς μου ήταν βαπτισμένοι, εμένα μόνο δεν με είχαν βαπτίσει.
Βαπτίστηκα μόνη μου. Βρήκα μόνη μου ορθόδοξα βιβλία και γράφτηκα στο εσπερινό κατηχητικό σχολείο του ναού. Οι ενορίτες του ναού μου φέρθηκαν με συμπάθεια και αγάπη. Μου συμβούλευαν πώς να γράψω το σημείωμα, πώς να προετοιμαστώ για το Μυστήριο της Βάπτισης, της Εξομολόγησης και της Θείας Κοινωνίας. Με καθησύχαζαν με τα καλά τους λόγια. Μου χάρισαν ένα μικρό και απλό σταυρουδάκι και ένα κορδόνι. Μετά τη Βάπτιση ένιωθα ευτυχισμένη και χαρούμενη· καταλάβαινα ότι μπορούσα να προσεύχομαι για τους γονείς μου, να προσεύχομαι να μην με κακομεταχειρίζονται, να βρεθεί έστω ένας συγγενής που θα με πάρει στο σπίτι του. Μετά τη Βάπτιση τους γονείς μου τους ένιωθα όχι ως νεκρούς, αλλά ως ζωντανούς, αφού οι ψυχές τους είναι αθάνατες.
Γυρίζω μετά το Μυστήριο της Βάπτισης. Λάμπω ολόκληρη, είναι αδύνατο να μην το προσέξει κανείς. Εξάλλου, στο ορφανοτροφείο όλοι μαθαίνουν γρήγορα τα νέα, κάθε πληροφορία διαδίδεται άμεσα. Τα κορίτσια που με πείραζαν με περικυκλώνουν, και η αρχηγίνα τους, με το παρατσούκλι «Κομισάρα», λέει δείχνοντας το σταυρουδάκι: «Όπα, τι νέο είναι αυτό;» Και προσπαθεί να το τραβήξει από το στήθος μου λέγοντάς μου:
– Άρχισες να τριγυρίζεις στις εκκλησίες; Έγινες θρήσκα, μήπως; Έγινες θεοσεβούμενη; Εσύ, χαζούλα, πρέπει εμένα να με φοβάσαι…
Δεν ξέρω πώς ξαφνικά έγινα άφοβη, πάντως απάντησα με σιγουριά και δύναμη: «Εμένα μπορείς να με προσβάλλεις, αλλά μην αγγίξεις το σταυρό και μην τολμήσεις να μιλάς άσχημα για τον Θεό!»
Δεν ξέρω πώς βρέθηκε σκληρότητα στη φωνή μου και αφοβία στην καρδιά. Πάντως απάντησα με σιγουριά και δύναμη:
– Εμένα μπορείς να με προσβάλλεις, αλλά μην αγγίξεις το σταυρό και μην τολμήσεις να μιλάς άσχημα για τον Θεό!
Η αρχηγίνα χούλιγκαν έμεινε άναυδη. Έπινε μπύρα από το μπουκάλι και έτρωγε κάτι. Για να κρύψει την έκπληξή της μπροστά στις φίλες της, έγειρε το κεφάλι της πίσω και ξέσπασε σε γέλια. Συνέχισε να μιλάει για τον Θεό, την ορθόδοξη πίστη και τους καημένους γονείς μου με αισχρότητες, και τότε ξαφνικά πνίγηκε. Άρχισε να βήχει, έριξε το φαγητό στο πάτωμα, χτυπούσε το στήθος της, έσκυβε στη μέση. Πραγματικά ένιωθε άσχημα. Κανείς δεν το περίμενε αυτό. Οι φίλες της φώναξαν σε μένα:
– Όλα αυτά εξαιτίας σου, κάνε κάτι για να συνέλθει. Αν πεθάνει, θα το έχεις βάρος στη συνείδησή σου.
Να μην το κρύψω, φοβήθηκα και εγώ. Δεν τα συμπαθούσα αυτά τα κορίτσια. Υποτιμούσαν πολλούς, αλλά δεν ευχόμουν θάνατο σε κανέναν. Είπα σιγά, αλλά καθαρά:
– Κύριε, βοήθησε την Κομισάρα ώστε να μην πνιγεί.
Μια στιγμή αργότερα, από το στόμα της πρωτεργάτριας του καυγά βγήκε και έπεσε στο πάτωμα ένα κομμάτι ψαριού και η αναπνοή της επανήλθε. Αυτή και οι φίλες της αποχώρησαν σιωπηλά. Κανείς δεν με πείραζε πια, με απέφευγαν.
Αυτό το περιστατικό είχε επίδραση πάνω τους: όχι μόνο δεν με πείραζαν πια από τότε, αλλά γενικά δεν πείραζαν κανέναν.
Προσευχήθηκα και ευχαρίστησα τον Κύριο για τη βοήθεια και το έλεός Του.
Μετά από λίγο καιρό, ένα ακόμα θαύμα συνέβη στη ζωή μου. Οι συνάδελφοι της μαμάς μου και οι οικογενειακοί φίλοι συνέχιζαν την αναζήτηση, δεν αδιαφορούσαν για τη ζωή μου. Πώς τα κατάφεραν, πόσες επίσημες αιτήσεις έπρεπε να υποβάλουν, δεν το ξέρω, όμως, βρέθηκε μια μακρινή συγγενής από την πλευρά της μαμάς μου. Αυτή και ο σύζυγός της ήταν άτεκνοι και ανέλαβαν την κηδεμονία μου. Κάποιοι έλεγαν ότι βρήκαν μια μεγάλη πλέον κόρη-καλλονή, ότι οι κηδεμόνες ήταν τυχεροί, αφού δεν είχαν άυπνες νύχτες, ούτε ατελείωτες παιδικές μύξες… Εγώ όμως το έβλεπα διαφορετικά: αυτοί οι άνθρωποι μου χάρισαν ένα σπίτι, φροντίδα, αγάπη. Προσευχόμουν στον Κύριο, στην Παναγία Μητέρα Του και σε όλους τους αγίους για να έχω σπίτι και συγγενείς. Στην προσευχή μου μιλούσα στον Κύριο για το πόσο δύσκολα και στενάχωρα ήταν στο ορφανοτροφείο, και ο Κύριος με άκουσε, έδειξε έλεος.
Προσευχόμουν για τους γονείς μου, έγραφα τα ονόματά τους υπέρ αναπαύσεως της ψυχής τους. Με τους κηδεμόνες μου τοποθετήσαμε έναν σταυρό στους τάφους των αγαπημένων γονιών μου, φτιάξαμε μια όμορφη περίφραξη και βάλαμε ένα παγκάκι.
Θυμάμαι την αγάπη των γονιών μου. Μπορεί να έζησα μαζί τους μόλις 13 χρόνια, αλλά η ζεστασιά τους δεν πήγε πουθενά, η αγάπη τους δεν εξαφανίστηκε
Ξεπέρασα την απώλεια των γονιών μου χάρη στο έλεος του Θεού και την πίστη μου στον Κύριο. Προσευχόμουν με ζέση και ευχαριστούσα τον Θεό για τα πάντα. Σπούδασα, άρχισα να εργάζομαι ως γιατρός, γνώρισα έναν νεαρό. Θυμάμαι την αγάπη των γονιών μου. Μπορεί να έζησα μαζί τους μόλις 13 χρόνια, αλλά η ζεστασιά τους δεν πήγε πουθενά, η αγάπη τους δεν εξαφανίστηκε. Είχα μια όμορφη παιδική ηλικία, με την έγνοια και τη στήριξη της μαμάς και του μπαμπά μου. Ξεπέρασα τη δύσκολη δεκαετία του 1990 και γνώρισα τους κηδεμόνες μου, οι οποίοι με πήραν από το ορφανοτροφείο.
Οι δολοφόνοι της μαμάς μου δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα. Η υπόθεση έχει κλείσει εδώ και καιρό και έχει μπει στο αρχείο. Μου έχουν μείνει χαραγμένα στην καρδιά τα λόγια από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου:
«Μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος (Ρωμ. 12: 19).
Ξέρω ότι οι γονείς μου ακούνε τις προσευχές μου, βλέπουν ότι όλα μου πάνε καλά με τη βοήθεια του Θεού. Είμαι εδώ και καιρό μητέρα δύο παιδιών. Ο σύζυγός μου είναι και αυτός γιατρός και συνονόματος του μπαμπά μου, Μάξιμος.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία