Πρόσωπο με πρόσωπο. Ζωγράφος: Αλέξανδρος Χραπατσιόβ / artlib.ru
Όλοι γνωρίζουν ότι η προσευχή είναι επικοινωνία με τον Θεό. Όταν ρωτάς τι ακριβώς είναι αυτή η επικοινωνία, απαντούν πως πρόκειται για συνομιλία. Η προσευχή είναι συνομιλία με τον Θεό. Αυτό, φυσικά, είναι αλήθεια. Ωστόσο, αυτή είναι μια πολύ γενική αντίληψη, την οποία πρέπει να συγκεκριμενοποιήσουμε. Ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε προσεκτικά την προσευχητική επικοινωνία και να διακρίνουμε τα συστατικά της στοιχεία, τις πτυχές της. Άλλωστε, το να αποκαλούμε την προσευχή «συνομιλία» είναι σαν να λέμε ότι μια συμφωνία είναι «σύνολο ήχων», κάτι που τυπικά είναι σωστό, αλλά ουσιαστικά δεν λέει και πολλά.
Η προσευχή είναι το θαύμα της μετάβασης, της ανάβασης, της πτήσης από τη γη στον Ουρανό. Και για να κατανοήσουμε αυτό το θαύμα, πρέπει να παρακολουθήσουμε ολόκληρη την πορεία του: από την πρώτη εσωτερική κίνηση μέχρι τον τελικό προορισμό, όπου η ψυχή βρίσκει το αιώνιο καταφύγιό της.
Το να έλθουμε εις εαυτόν: η γέννηση της σιωπής
Η προσευχή, ως επικοινωνία, έχει μια αφετηρία. Δεν είναι οι λέξεις. Είναι η εσωτερική στροφή και επιστροφή στον εαυτό μας.
Η προσευχή δεν αρχίζει όταν αρχίζουμε να μιλάμε, αλλά όταν αποφασίζουμε να εγκαταλείψουμε τον αδιάκοπο εσωτερικό θόρυβο και να επιστρέψουμε στο βάθος του εαυτού μας
Εμείς ζούμε «προς τα έξω»: στις σκέψεις για το παρελθόν, στις μέριμνες για το μέλλον, στον εκνευρισμό για το παρόν. Η προσευχή δεν αρχίζει όταν αρχίζουμε να μιλάμε, αλλά όταν αποφασίζουμε να εγκαταλείψουμε αυτόν τον αδιάκοπο εσωτερικό θόρυβο και να επιστρέψουμε στο βάθος του εαυτού μας. Να έλθουμε εις εαυτόν, να αποκοπούμε από τον κόσμο, να απομονωθούμε, να νιώσουμε την εσωτερική ησυχία, την σιωπή, να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον του Θεού.
Ο Κύριος μας έδωσε εντολή να ξεκινάμε ακριβώς έτσι:
«Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ» (Μτ. 6: 6).
Το να κλείσεις την πόρτα σημαίνει να αφήσεις πίσω από το κατώφλι όλες τις κοσμικές μέριμνες και τον θόρυβο, ώστε η ψυχή να μπορέσει να παρασταθεί ενώπιον του Προσώπου του Θεού μέσα σε ιερή σιωπή. Η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό δεν μετριέται με το χιλιόμετρο, αλλά με το βαθμό της εσωτερικής μας συγκέντρωσης. Αν δεν «έλθουμε εις εαυτόν», όλα τα λόγια θα παραμείνουν απλώς ένας θόρυβος στον αέρα, που χάνεται στο κενό.
Η προσωπική κένωση της ταπείνωσης
Όμως, είναι αδύνατο να έλθει εις εαυτόν κανείς, αν πρώτα δεν πραγματοποιηθεί μέσα του μια άλλη κίνηση, η κίνηση προς τα κάτω. Η προσευχή ξεκινά με την ταπείνωση, με τον αυτοεξευτελισμό μπροστά στον Θεό, με την προσωπική κένωση.
Η κένωση είναι μια ελληνική λέξη που σημαίνει «εξευτελισμός», «άδειασμα». Ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μας το φανέρωσε: «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλ. 2: 6–7). Κάθε αληθινή προσευχή είναι συμμετοχή σε αυτό το άδειασμα του Χριστού. Δεν μπορούμε να ανέβουμε στον Θεό, χωρίς πρώτα να κατεβούμε στα βάθη της καρδιάς μας, χωρίς να αποκαλύψουμε μπροστά Του τη φτώχεια μας.
Χωρίς αυτό είναι αδύνατο να «έλθουμε εις εαυτόν», διότι δεν γνωρίζουμε τον αληθινό «εαυτό» μας. Γνωρίζουμε μόνο το ψεύτικο «εγώ», ένα εγώ που υφαίνεται από εγωισμό, υπερηφάνεια, ματαιοδοξία. Αυτά ακριβώς τα πάθη είναι που μας χωρίζουν και μας αντιπαραθέτουν απέναντι στον Θεό. Ο υπερήφανος δεν μπορεί να μπει στο δωμάτιό του και να κλείσει την πόρτα, χρειάζεται την πόρτα ανοιχτή και να τον βλέπει ο κόσμος και να τον χειροκροτεί. Ο υπερήφανος δεν μπορεί να σιωπά, θέλει να μιλάει. Ο υπερήφανος δεν μπορεί να είναι παρών μπροστά στον Θεό, μπορεί μόνο να επιδεικνύεται.
Γι’ αυτό το πρώτο βήμα της προσευχής είναι ένα βήμα προς τα κάτω: από το βάθρο στο οποίο εμείς οι ίδιοι ανυψώσαμε τον εαυτό μας. Είναι η συναίνεση να είμαστε τίποτα μπροστά σε Εκείνον που είναι τα Πάντα. Είναι η ετοιμότητα να πούμε με τα λόγια του τελώνη, που δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια του προς τον ουρανό: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ!» (Λκ. 18:13).
Ο τελώνης, όμως, και όχι ο Φαρισαίος που είχε κάνει πολλά καλά έργα, ήταν που «κατέβη δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Η ταπείνωση ανοίγει τους ουρανούς. Είναι η στενή πόρτα, η μόνη από την οποία μπορεί κανείς να εισέλθει στην κατάσταση προσευχής. Χωρίς αυτή την κένωση, κάθε εσωτερική ησυχία θα αποτελεί αυτοϊκανοποίηση και όχι παράσταση μπροστά στον Θεό, κάθε σιωπή θα αποτελεί κενό.
Και εδώ αποκαλύπτεται το μεγάλο μυστήριο: όταν κλείνουμε την πόρτα της καρδιάς μας στον κόσμο, δεν μένουμε στο κενό και στη μοναξιά. Αντίθετα, δημιουργούμε χώρο για τη Συνάντηση. Ο Κύριος εισέρχεται ακριβώς μέσα από τις κλειστές πόρτες.
Ας θυμηθούμε την εμφάνιση του Αναστημένου Χριστού στους μαθητές:
«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν» (Ιω. 20: 19).
Οι πόρτες είναι κλειδωμένες – αλλά ο Χριστός μπαίνει. Όχι επειδή δεν είναι καλά κλειδωμένες, αλλά επειδή Αυτός είναι ο Κύριος, που διαπερνά τις θύρες. Το ίδιο ισχύει και στην προσευχή: κλείνουμε τις πόρτες της καρδιάς μας στον κόσμο, στον θόρυβο, στη φασαρία, στα πάθη, και σε αυτό το κλειστό δωμάτιο ξαφνικά εμφανίζεται ο Χριστός. Δεν σπάει την πόρτα, δεν απαιτεί να την ανοίξουμε. Έρχεται όταν η πόρτα είναι ήδη κλειδωμένη από μέσα, και στέκεται στη μέση.
Και πράγματι, μόνο όταν απαρνούμαστε την υποτιθέμενη μεγαλοπρέπειά μας, όταν κλεινόμαστε από τον κόσμο στο ταπεινό κελί της καρδιάς μας, ο Θεός μπορεί να μπει μέσα μας και να μας γεμίσει με τον πραγματικό Του πλούτο. Όχι τον δικό μας, τον δικό Του. Όχι αυτό που αποδίδουμε στους εαυτούς μας, αλλά αυτό που Εκείνος μας χαρίζει από αγάπη.
Η προσοχή ως παράσταση
Μετά από μια ταπεινή σιωπή ακολουθεί ο πόθος, το πρώτο βήμα προς τον Χριστό, η εστίαση της προσοχής μας σ’ Αυτόν, πριν ακόμη προφερθεί οποιαδήποτε λέξη.
Συχνά, καθώς φοβούμαστε το κενό, προσπαθούμε να γεμίσουμε αμέσως τη σιωπή με λόγια. Όμως η αληθινή προσευχή γεννιέται από τη σιωπηλή παραμονή μπροστά σε Εκείνον που είναι μεγαλύτερος από εμάς
Συχνά, καθώς φοβούμαστε το κενό, προσπαθούμε να γεμίσουμε αμέσως τη σιωπή με λόγια. Όμως η αληθινή προσευχή γεννιέται από τη σιωπηλή παραμονή μπροστά σε Εκείνον που είναι μεγαλύτερος από εμάς. Είναι σαν να μπαίνει κάποιος σε ένα δωμάτιο, όπου ήδη κάθεται Εκείνος Τον Οποίον αγαπά. Δεν αρχίζει να μιλάει από το κατώφλι, αλλά πρώτα κοιτάζει, σταματά, αισθάνεται την παρουσία Του. Αυτή η σιωπηλή παρουσία, είναι ήδη προσευχή. Από αυτήν, λες και είναι πηγή, ρέει στη συνέχεια ένα ποτάμι λέξεων. Και το νερό σε αυτό το ποτάμι δεν είναι πλέον επιφανειακό, αλλά πηγαίο.
Η προσφώνηση του Θεού: η στιγμή της συνάντησης
Οι πρώτες λέξεις της προσευχής είναι λέξεις προσφώνησης, με τις οποίες αποκαλούμε τον Θεό: Κύριε και Δέσποτα, Πάτερ ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, Βασιλεύ Ουράνιε… Αυτή είναι η στιγμή της επαφής, της συνάντησης με την καρδιά, η αρχή της συνομιλίας.
Το Όνομα του Θεού δεν είναι απλώς μια ετικέτα. Στη βιβλική και λειτουργική συνείδηση, το Όνομα είναι παρουσία. Όταν προφέρουμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», δεν αναφερόμαστε απλώς σε μια ιστορική προσωπικότητα, αλλά είναι σαν να αγγίζουμε την άκρη του χιτώνα του Χριστού. Όταν οι μαθητές ζήτησαν από τον Χριστό να τους διδάξει να προσεύχονται, πρώτα απ’ όλα, τους έδωσε ακριβώς την προσφώνηση: «Ὅταν προσεύχησθε, λέγετε· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου» (Λκ. 11: 2).
Εκείνη τη στιγμή η χάρη αγγίζει την καρδιά, την γεμίζει με το φως της αναγνώρισης και τη ζεστασιά της συγκίνησης. Είναι πράγματι η στιγμή της συνάντησης δύο προσώπων – του Δημιουργού και του πλάσματος. Όμως, να σημειώσουμε το εξής: μπορεί να αποκαλεί τον Θεό «Πατέρα» μόνο εκείνος που έγινε αδελφός ή αδελφή εν Χριστώ, έχοντας βαπτιστεί και χριστεί, ή εκείνος που έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι ο άσωτος υιός, έτοιμος να πει: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λκ. 15: 18–19). Το να προφέρει κανείς το όνομα του Θεού είναι μια τόλμη που πηγάζει από τα βάθη της ταπείνωσης.
Η εμπειρία της παρουσίας
Όσο δεν νιώθουμε ότι μας ακούν (δηλαδή μας δέχονται και μας αγαπούν), η προσευχή παραμένει μονόλογος. Η εμπειρία ότι ο Θεός μας ακούει είναι ένα δώρο. Συχνά το δίνει αμέσως, σαν να «ζεσταίνει» την ψυχή μας, ενώ άλλες φορές το κρύβει, για να Τον αναζητούμε όχι για χάρη της παρηγοριάς, αλλά για τον Ίδιο.
Ο ψαλμωδός μαρτυρεί:
«Διὰ τοῦτο εἰσήκουσέ μου ὁ Θεός, προσέσχε τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἀπέστησε τὴν προσευχήν μου καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλ. 65: 19-20).
Ο Όσιος Κασσιανός μας προτρέπει να μην αμφιβάλλουμε ότι οι ικεσίες μας φτάνουν στον Θεό. Ο καθένας αξίζει να εισακουστεί και να λάβει ανταμοιβή, στο βαθμό που πιστεύει ότι ο Θεός τον ακούει και ότι είναι ικανός να τον ανταμείψει.
Η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η φωνή σου δεν πέφτει στο κενό, αλλά φτάνει στα αυτιά του Αγαπώντος, αυτό ακριβώς είναι το κατώφλι πίσω από το οποίο ξεκινά η πραγματική «πτήση»
Η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι μόνος, ότι η φωνή σου δεν πέφτει στο κενό, αλλά φτάνει στα αυτιά του Αγαπώντος, αυτό ακριβώς είναι το κατώφλι πίσω από το οποίο ξεκινά η πραγματική «πτήση». Όμως, μόνο οι ταπεινοί μπορούν να περάσουν αυτό το κατώφλι, διότι «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4:6).
Προφορική προσευχή
Μετά την προσφώνηση ακολουθεί η ίδια η προφορική προσευχή: μετάνοια, ικεσία, ευχαριστία, δοξολογία…
Ο Απόστολος Παύλος εντέλλεται: «διὰ πάσης προσευχῆς καὶ δεήσεως, προσευχόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν Πνεύματι» (Εφ. 6:18). Και σε άλλο σημείο: «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α’ Θεσ. 5:18).
Η προσευχή μπορεί να διαφέρει ως προς το περιεχόμενό της. Σε αυτήν υπάρχει χώρος και για τον μετανοητικό αναστεναγμό του τελώνη· και για την παιδική ικεσία για τον καθημερινό άρτο· και για την ευχαριστία, η οποία πρέπει να είναι εξίσου αδιάκοπη όπως η ίδια την προσευχή· και για τη δοξολογία, στην οποία η ψυχή ξεχνά τον εαυτό της και χαίρεται τω Κυρίω. Το κυριότερο όμως είναι αυτά τα λόγια να μην προέρχονται μόνο από τα χείλη, αλλά από τα βάθη της καρδιάς, που έχει ήδη αγγίξει τη χάρη.
Ακόμη και στη δοξολογία, στο υψηλότερο σημείο της προσευχής, η ταπείνωση δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο. Όσο πιο κοντά βρίσκεται η ψυχή στον Θεό, τόσο βαθύτερη γίνεται η ευγνώμων αυτομείωσή της και τόσο πιο καθαρά συνειδητοποιεί ο προσευχόμενος πως ό,τι καλό υπάρχει μέσα της προέρχεται από Αυτόν.
Η ένδυση εν Χριστώ και η πτήση
Καθώς η προσευχή εντείνεται, η εμπειρία της χαριτωμένης ένωσης με τον Θεό αυξάνεται όλο και περισσότερο. Αναδύεται και ενισχύεται μια εκπληκτική αίσθηση, λες και η ψυχή ενδύεται τον Χριστό, περιβάλλεται με τη χάρη Του, σαν μια φωτεινή εσθήτα. Και η χαρισματική αυτή ενδυμασία γεννά από μόνη της ένα αίσθημα ελαφρότητας, εσωτερικής ανύψωσης, πτήσης προς τους Ουρανούς.
Οι Άγιοι Πατέρες αποκαλούν αυτή την κατάσταση «κατέβασμα του νου στην καρδιά». Ο άνθρωπος παύει να είναι διχασμένος: ο νους προσεύχεται, και η καρδιά προσεύχεται, και το σώμα γίνεται ναός του πνεύματος. Δεν πρόκειται για φυσική πτήση, αλλά για πνευματική αιώρηση, όταν το βάρος της αμαρτίας, των γήινων προσκολλήσεων και των φόβων υποχωρεί, και η ψυχή αισθάνεται πραγματικά ότι βρίσκεται ενώπιον του Θρόνου του Θεού.
Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι με το βάπτισμα έχουμε ήδη «ενδυθεί τον Χριστό» (Γαλ. 3:27), αλλά η προσευχή ενεργοποιεί αυτό το ένδυμα, το καθιστά αισθητό και αποτελεσματικό. Η χάρη, σαν φωτεινή εσθήτα, καλύπτει την ψυχή, και με αυτήν την εσθήτα είναι ικανή να πετάξει ψηλά. Και όσο πιο ταπεινή ήταν η ψυχή στην αρχή του δρόμου, τόσο ψηλότερη και πιο ελεύθερη είναι η πτήση της στο τέλος.
Ο προσευχητικός κόπος
Ωστόσο, η είσοδος στην κατάσταση προσευχής και η παραμονή σε αυτήν είναι αδύνατη χωρίς αγώνα. Η προσευχή είναι κόπος, εντατική προσπάθεια όχι μόνο νοητική, αλλά και σωματική, που αγκαλιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο με την ψυχή και το σώμα του. Είναι κόπος για την εκρίζωση των παθών που εμποδίζουν την επικοινωνία με τον Χριστό και για την καλλιέργεια των αρετών που μας καθιστούν όμοιους με Αυτόν.
Ο ίδιος ο Κύριος επισημαίνει την ανάγκη της προσπάθειας: «Ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Μτ. 11:12). Και αλλού: «Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης» (Λκ. 13:24). Η προσευχή είναι ένας δρόμος στον οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να παραμένει παθητικός. Καλείται σε ενεργό δράση, σε αγώνα, σε κόπο.
Αυτός ο κόπος ξεκινά από το πιο απλό: από το να βιάσεις τον εαυτό σου να κάνει προσευχή, όταν δεν έχεις όρεξη, όταν νιώθεις τεμπελιά, όταν είσαι κουρασμένος. Η άσκηση βίας στον εαυτό σου είναι η πρώτη μορφή προσευχητικού κόπου.
Στη συνέχεια, η προσπάθεια να διαφυλάξουμε την προσοχή μας. Ο νους μας μοιάζει με υδράργυρο: διαρκώς ξεγλιστρά, διασκορπίζεται, παρασύρεται από κοσμικές σκέψεις. Για να τον κρατήσουμε προσκολλημένο στα λόγια της προσευχής, απαιτείται τεράστια προσπάθεια. Αυτό μπορεί να συγκριθεί με την εκπαίδευση ενός άγριου ζώου ή με το να μάθουμε σε ένα νεοσσό να πετάει.
Η προσευχή δεν είναι μόνο υπόθεση του νου ή της ψυχής. Αφορά και το σώμα. Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει: «Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. 6:20). Στην προσευχή το σώμα συμμετέχει με τις μετάνοιες, την όρθια στάση, την ανύψωση των χεριών, το σημείο του σταυρό και τη γονυκλισία. Όλα αυτά δεν είναι εξωτερικές τελετουργίες, αλλά έκφραση της εσωτερικής κατάστασης, καθώς και μέσο που βοηθά την ψυχή να συγκεντρωθεί.
Όταν το σώμα εργάζεται στην προσευχή, η ψυχή ταπεινώνεται. Η κόπωση της σάρκας ωφελεί το πνεύμα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους αρχάριους: ο σωματικός κόπος στην προσευχή βοηθά να συγκρατηθεί ο περιπλανώμενος νους και να ζεσταθεί η ψυχρή καρδιά.
Η προσευχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα ενάντια στα πάθη. Δεν είναι δυνατόν να καθαρίσει κανείς το νου του για να σταθεί ενώπιον του Θεού, αν η καρδιά του είναι υποδουλωμένη στον θυμό, τη λαγνεία, τη φιλαργυρία ή την κατάκριση. Ο Κύριος προειδοποιεί:
«Εὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· Ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Μτ. 6: 14-15).
Είναι αδιαχώριστες η προσευχή και η συγχώρεση, η προσευχή και η ακτημοσύνη, η προσευχή και η σωφροσύνη, η προσευχή και η υπομονή, η προσευχή και η αγάπη.
Γι’ αυτό η αληθινή προσευχή συνδέεται πάντα με την άσκηση: με την προσπάθεια να κόβουμε τα πάθη και να καλλιεργούμε τις αρετές. Η ψυχή μπορεί να συγκριθεί με τη γη: αν δεν την καλλιεργούμε, κατακλύζεται από αγκάθια και αγριόχορτα – τα πάθη. Η προσευχή είναι η καλλιέργεια, χωρίς την οποία η γη δεν θα είναι εύφορη: να ξεριζώνουμε τα ζιζάνια των λογισμών, να σπάζουμε τους σβώλους της σκληροκαρδίας, να ποτίζουμε με το νερό των δακρύων, να φυτεύουμε τους σπόρους των αρετών.
Το έργο της προσευχής δεν περιορίζεται στον χρόνο που αφιερώνουμε στον κανόνα της προσευχής. Πρέπει να γίνει το φόντο ολόκληρης της ζωής μας, το πνευματικό της πλαίσιο
Το έργο της προσευχής δεν περιορίζεται στον χρόνο που αφιερώνουμε στον κανόνα της προσευχής. Πρέπει να γίνει το φόντο ολόκληρης της ζωής μας, το πνευματικό της πλαίσιο. Ο Απόστολος Παύλος εντέλλεται: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5:17). Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το είναι μας – ο νους, η καρδιά, η βούληση, το σώμα – πρέπει να στρέφονται συνεχώς προς τον Θεό. Και αυτό επιτυγχάνεται μόνο μέσω μακροχρόνιας, επίμονης, συχνά οδυνηρής βίας του εαυτού μας.
Επομένως, η προσευχή είναι μια πράξη που αγκαλιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Όχι μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα. Όχι μόνο τον νου, αλλά και την καρδιά. Όχι μόνο τον χρόνο του προσευχητικού κανόνα, αλλά και ολόκληρη τη ζωή. Είναι η διαδικασία συνεχούς εκρίζωσης των παθών και η καλλιέργεια των αρετών, η οποία πραγματοποιείται με τη δύναμη του Θεού και με τη δική μας επιμελή συνεργασία.
Ο σκοπός της προσευχής
Εδώ πρέπει να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε: για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά; Για ποιο λόγο η σιωπή, η ταπείνωση, η παράσταση, η προσφώνηση και τα λόγια της προσευχής, η αίσθηση της παρουσίας, ο κόπος και η χαρισματική πτήση;
Για χάρη του Χριστού. Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα της προσευχής δεν είναι οι καταστάσεις και οι εμπειρίες, ούτε οι αισθήσεις της χάριτος, αλλά η προσωπική συνάντηση, η επικοινωνία και η ένωση με τον Θεό. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα.
Ο Κύριος μας άφησε το τέλειο πρότυπο της προσευχής και την τέλεια διδασκαλία γι’ αυτήν. Και στην επί του Όρους Ομιλία, μιλάει με λόγια που πρέπει να γίνουν οδηγός για όποιον μπαίνει στον δρόμο της προσευχής:
«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Μτ. 6: 33).
Ας αναλογιστούμε το βάθος αυτών των λέξεων. Ο Χριστός δεν λέει ότι δεν πρέπει να ζητάμε τον καθημερινό μας άρτο – μας διδάσκει να τον ζητάμε στην προσευχή «Πάτερ ημών». Δεν λέει ότι δεν πρέπει να φέρνουμε τις ανάγκες μας στον Θεό – ο ίδιος μας καλεί: «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν» (Μτ. 7:7). Όμως όλα αυτά – οι αιτήσεις, οι ανάγκες, ακόμη και οι ευχαριστίες – πρέπει (να καταλαμβάνουν τη δική τους, δευτερεύουσα θέση. Το κύριο, το πρώτο, το μοναδικό πράγμα που πρέπει να αναζητά η ψυχή στην προσευχή, είναι ο ίδιος ο Θεός, η Βασιλεία Του, η ένωση μαζί Του.
Όταν προσευχόμαστε, πρέπει να αναζητούμε το πρωταρχικό – τη Βασιλεία του Θεού. Όχι παρηγοριά, όχι επίλυση προβλημάτων, όχι πνευματικά χαρίσματα, ούτε καν τη σωτηρία για να αποφύγουμε την κόλαση, αλλά ακριβώς τη Βασιλεία, δηλαδή εκείνη την κατάσταση, όπου ο Θεός βασιλεύει πλήρως στην ψυχή, όπου δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ο Χριστός ζει μέσα μου (Γαλ. 2:20). Όλα τα υπόλοιπα, αν τα χρειαζόμαστε πραγματικά για τη σωτηρία μας, Εκείνος θα μας τα δώσει ούτως ή άλλως.
Γι’ αυτό, όταν διανύουμε όλα τα στάδια που παραθέσαμε παραπάνω – από τη σιωπή μέχρι την πτήση, – πρέπει να θυμόμαστε: δεν είναι σκαλοπάτια μιας σκάλας που μας οδηγεί στο να αποκτήσουμε κάτι, αλλά στάδια της επικοινωνίας με τον Θεό.
Φωλιά στην κορυφή
Το αποτέλεσμα της προσευχητικής επικοινωνίας με τον Θεό είναι η απόλυτη, τέλεια και αμετάβλητη ένωση με τον Θεό, την οποία οι Άγιοι Πατέρες αποκαλούν θέωση. Αυτή είναι η φωλιά στην κορυφή του βουνού, προς την οποία κατευθύνεται η προσευχητική μας πτήση.
Η φωλιά στην κορυφή του βουνού είναι μια εικόνα ζεστή και ακριβής. Το πουλί, αφού πετούσε για πολύ καιρό, βρίσκει επιτέλους ανάπαυση. Δεν περιπλανιέται πλέον αναζητώντας, έφτιαξε τη φωλιά του εκεί όπου συναντώνται ο ουρανός και η γη. Έτσι και η ψυχή, που έφτασε στη θέωση μέσω της προσευχής, βρίσκει την αιώνια ανάπαυσή της στον Θεό. Και αυτή δεν είναι ανάπαυση αδράνειας, αλλά ανάπαυση πληρότητας, όταν κάθε κίνηση και κάθε πόθος έχουν φτάσει στην Πηγή τους.
Η θέωση δεν είναι ούτε μεταφορά ούτε ποιητικό σχήμα. Είναι η πραγματικότητα προς την οποία καλείται κάθε άνθρωπος. Οι Άγιοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτήν με τόλμη: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος θεός» (Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος). Και η προσευχή είναι εκείνο το χωνευτήρι στο οποίο πραγματοποιείται αυτή η μεταμόρφωση.
Στην προσευχή δεν συνομιλούμε απλώς με τον Θεό – κοινωνούμε τη φύση Του κατά χάρη. Ο Απόστολος Πέτρος γράφει ότι «δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β΄ Πέτ. 1:4). Η προσευχή είναι ο χώρος όπου αυτή η κοινωνία γίνεται πραγματική εμπειρία. Όσο πιο βαθιά είναι η προσευχή, τόσο στενότερη είναι η ένωση. Όσο στενότερη είναι η ένωση, τόσο περισσότερο η ψυχή διαποτίζεται από το Θείο φως, μέχρι που αρχίζει η ίδια να λάμπει: όπως η μη καιόμενη βάτος, όπως οι βράχοι του Θαβώρ, που αντανακλούν τη δόξα του Χριστού.
Αυτή είναι η Βασιλεία του Θεού, που έρχεται με δύναμη. Ο Κύριος είπε: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λκ. 17:21). Η προσευχή μας ανοίγει την πρόσβαση σε αυτή την εσωτερική Βασιλεία. Είναι ο δρόμος που οδηγεί προς τα μέσα, σε εκείνο το βάθος όπου η ψυχή συναντά τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο.
***
Συνεπώς, η προσευχή είναι το θαύμα της μετάβασης, της ανάβασης, της πτήσης από τη γη προς τον Ουρανό. Ξεκινά με σιωπή και ταπείνωση, περνάει από τη συνάντηση και τη λεκτική έκφραση, δημιουργείται με επίμονη προσπάθεια, ενδύεται τη χάρη και κατευθύνεται προς τον τελικό της στόχο – τη θέωση.
Το κυριότερο στην προσευχή δεν είναι η ίδια η πτήση, αλλά Εκείνος προς τον οποίο πετάμε
Όμως, να θυμόμαστε: το κυριότερο στην προσευχή δεν είναι η ίδια η πτήση, αλλά Εκείνος προς τον οποίο πετάμε. Όχι τα συναισθήματα, αλλά η Συνάντηση. Όχι τα δώρα, αλλά ο Δωρητής. Όχι η παρηγοριά, αλλά ο Παρηγορητής. Ούτε καν η θέωση ως κατάσταση, αλλά ο Θεός, στον οποίο έχουμε θεωθεί.
Ο σκοπός της προσευχής δεν είναι να λάβουμε κάτι από τον Θεό, αλλά να Τον συναντήσουμε. Να Τον συναντήσουμε και να μην χωριστούμε ποτέ πια. Εδώ, στη γη, με πίστη, ελπίδα και αγάπη, και στον μέλλοντα αιώνα με την κοινωνία της «Θείας φύσεως», πρόσωπο με Πρόσωπο, εν τη αγάπη.
Διότι μόνο όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του σαν παιδί, θα εισέλθει στη Βασιλεία Του (Μτ. 18: 3)· μόνο όποιος χάσει την ψυχή του για χάρη του Χριστού θα την αποκτήσει (Μτ. 16:25), θα την αποκτήσει ιπτάμενη, ελαφριά, ελεύθερη, ντυμένη στο φως και υψωμένη προς τα εκεί όπου ο Χριστός κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα. Και μόνο η προσευχή, που έχει γίνει ζωή, μας οδηγεί σε εκείνη τη Ζωή, όπου η προσευχή δεν είναι πλέον απαραίτητη, διότι επέρχεται η τέλεια ένωση, για την οποία έχει λεχθεί: «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α’ Κορ. 15:28).

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία