Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

«Θέλεις να τους ταΐσουμε όλους;»

Μαθήματα αγάπης από τον γέροντα Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε)

Στις 2 Νοεμβρίου η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του Οσίου Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε). Πάνω από τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο παππούλης αναπαύτηκε εν Κυρίω. Η αγάπη του όμως εξακολουθεί να θερμαίνει τις καρδιές και συνεχίζουμε να νιώθουμε στη ζωή μας την προσευχητική του βοήθεια και φροντίδα.

Ο Όσιος Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε) Ο Όσιος Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε)

Παραθέτουμε στους αναγνώστες μας τις αναμνήσεις ανθρώπων που ευτύχησαν να γνωρίσουν τον άγιο όσο ζούσε επί της γης. Σε αυτές τις απλές και συγκινητικές ιστορίες αποκαλύπτεται το εξαίσιο κάλλος της στοργικής του καρδιάς, στην οποία έβρισκε χώρο και η ανθρώπινη θλίψη και τα βάσανα των αβοήθητων πλασμάτων του Θεού.

Τσρέλα

Από τις αναμνήσεις της Κετεβάν Μπεκαούρι, πνευματικού τέκνου του Οσίου Γαβριήλ:

– Μόλις που έβγαινε ο πατήρ Γαβριήλ έξω από τις πύλες του μοναστηριού, εμφανίζονταν από άγνωστη κατεύθυνση δέκα-δεκαπέντε αδέσποτα σκυλιά. Περιτριγύριζαν τον παππούλη, κοιτούσαν με αφοσίωση στα μάτια του, κουνούσαν τις ουρές τους και σαν να ζητούσαν διακόπτοντας το ένα το άλλο: «Παππούλη, ευλόγησε και εμένα, και εμένα μη με ξεχάσεις!» Ο πατήρ Γαβριήλ χάιδευε τρυφερά το καθένα από αυτά και τα σταύρωνε. Αν κάποιο σκυλί από χαρά πηδούσε πάνω στον γέροντα, τα υπόλοιπα αμέσως το έσπρωχναν, λες και του έκαναν παρατήρηση: «Μην τολμάς να ενοχλείς τον γέροντά μας!»

Μια φορά, ο παππούλης γύρισε προς εμένα και μου είπε:

– Βλέπεις; Ακόμα και τα σκυλιά κατάλαβαν ποιος είναι ο Γαβριήλ, αλλά οι άνθρωποι τελικά δεν κατάλαβαν.

Ανάμεσα σε αυτά τα σκυλιά υπήρχε ένα που κάθε μέρα ξάπλωνε στα πόδια μας. Ήταν παρδαλή και ο πατήρ Γαβριήλ την έλεγε χαϊδευτικά Τσρέλα – Παρδαλούλα. Ο ίδιος ο παππούλης δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα, όμως για την Τσρέλα έβρισκε πάντοτε φαγητό. Την τάιζε, την χάιδευε στο κεφάλι και συχνά έλεγε με δάκρυα:

– Πεινάει, το ξέρω… Πόσο λυπάμαι, πόσο την λυπάμαι την Τσρέλα μου…

Μια μέρα, όταν είδα ότι ο γέροντας χαϊδεύει την Τσρέλα όσο εκείνη έτρωγε, άρχισα να ανησυχώ:  

– Πατέρα Γαβριήλ, να προσέχετε όταν χαϊδεύετε την σκυλίτσα την ώρα του φαγητού, να μην σας δαγκώσει.

– Μην φοβάσαι, δε θα με δαγκώσει. Εσύ όμως να μην την πλησιάζεις, να προσέχεις. Εμένα με ξέρει.

Μερικές φορές, όταν είχε ηλιόλουστη μέρα, η Παρδαλούλα μας ξάπλωνε κάτω στο χώμα και τέντωνε τα πόδια της. Όταν την έβλεπε σε αυτή την στάση, ο πατήρ Γαβριήλ την μάλωνε:   

– Δεν ντρέπεσαι, Παρδαλούλα;! Σήκω αμέσως, αφού σου φαίνονται όλα! Σκεπάσου!   

Και η Παρδαλούλα, λες και καταλάβαινα κάθε λέξη, αμέσως σηκωνόταν στα πόδια της. Έτσι συνεχιζόταν για πολλά χρόνια και είχαμε συνηθίσει ότι η Τσρέλα οπωσδήποτε βρισκόταν δίπλα στον παππούλη.

Μια μέρα, όταν ήρθα στον πατέρα Γαβριήλ, δεν είδα πουθενά την Παρδαλούλα μας. Τον ρώτησα:

– Πάτερ Γαβριήλ, πού είναι η Τσρέλα μας;

– Την σκότωσαν την προηγούμενη νύχτα, - απάντησε ο παππούλης που μόλις συγκρατούσε τα δάκρυα.

– Πώς είναι δυνατόν να την σκοτώσουν; - αναφώνησα εγώ με τρόμο.

– Ναι, την προηγούμενη νύχτα είχαν μαζέψει όλα τα αδέσποτα και τα σκότωσαν όλα μαζί… Γιατί έκαναν αυτό το κακό; Για ποιο λόγο διέπραξαν αυτήν την μοχθηρία; – έκλαιγε απαρηγόρητα ο πατήρ Γαβριήλ. – Αφού αυτά τα πεινασμένα σκυλιά δεν έκαναν τίποτα κακό σε κανέναν, απλώς περπατούσαν στους δρόμους…   

Η είδηση για τον θάνατο της Τσρέλα με συγκλόνισε βαθιά. Κλαίγαμε για αρκετή ώρα μαζί με τον παππούλη και ακόμα και μετά από καιρό δεν μπορούσα να ξεχάσω αυτό που συνέβη. Ξανά και ξανά αναπολούσα την Παρδαλούλα μας, τα αφοσιωμένα της μάτια, το πώς ξάπλωνε στα πόδια μας και το πώς ο πατήρ Γαβριήλ την χάιδευε τρυφερά στο κεφάλι. Πονούσε η καρδιά μου με την σκέψη ότι δε θα την ξαναδώ ποτέ δίπλα στον γέροντα.

Όταν πλέον κοιμήθηκε ο γέροντας Γαβριήλ, την επόμενη κιόλας μέρα της κηδείας του, πήγαμε με παρέα πιστών στον τάφο του. Ξαφνικά, ήρθε από κάπου ένα σκυλί που έμοιαζε εκπληκτικά με τη Τσρέλα μας και πλησίασε κατευθείαν εμένα. Είχε αίθρια ηλιόλουστη μέρα. Η σκυλίτσα ξάπλωσε στα πόδια μου και τεντώθηκε στο χώμα ακριβώς όπως έκανε η Παρδαλούλα μας. Εγώ έτσι κι αλλιώς δεν σταμάτησα να κλαίω, αλλά εδώ, όταν είδα αυτό το σκυλί, τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν με νέα ένταση. Μπροστά στα μάτια μου σαν να ζωντάνεψαν οι παλαιές μέρες: ο παππούλης, η τρυφερή φωνή του, η Τσρέλα μας να είχε ξαπλώσει στα πόδια του… Μου φάνηκε ότι ο ίδιος ο πατήρ Γαβριήλ με παρηγορεί με τα ήρεμα λόγια του: «Μην κλαις, Κετεβάν. Εγώ και η Τσρέλα εξακολουθούμε να είμαστε μαζί σου. Είμαστε ξανά μαζί».

Πέρασε αρκετός καιρός. Στις 2 Νοεμβρίου του 2025, ημέρα μνήμης του πατέρα Γαβριήλ, ήταν πάλι ζεστή ηλιόλουστη μέρα. Το προαύλιο της Ιεράς Μονής Σαμταβρό ήταν γεμάτο από προσκυνητές. Δεν έπεφτε καρφίτσα. Ξαφνικά ανάμεσα στο πλήθος εμφανίστηκε ένα παρδαλό σκυλί. Δεν παρατήρησα από πού ήρθε, όμως το σκυλί κατευθύνθηκε απευθείας σε μένα, με πλησίασε πολύ κοντά και άρχισε να με μυρίζει. Άθελά μου έκανα πίσω, καθώς φοβήθηκα μη με δαγκώσει. Το σκυλί ξανά πλησίασε και ξανά εγώ έκανα πίσω. Αυτό επαναλήφθηκε τρείς φορές: το σκυλί με πλησίαζε και εγώ απομακρυνόμουν.  

Εκείνη τη στιγμή, μέσα στην γιορτινή φασαρία δεν κατάλαβα τίποτα. Μόνο όταν γύρισα στο σπίτι, έλαβα ηχογράφηση ενός κηρύγματος του επιμελητή του βιβλίου μου, του ιερομονάχου Ματθαίου (Σαμόχιν), και συγκλονίστηκα μέχρι τα βάθη της ψυχής μου. Εκείνη την ημέρα διηγήθηκε στους πιστούς την δική μας ιστορία, δηλαδή την ιστορία του πατέρα Γαβριήλ και της αγαπημένης του Τσρέλα.

Μόνο τότε ήταν λες και είχε φύγει το πέπλο από τα μάτια μου. Θυμήθηκα εκείνο το σκυλάκι δίπλα στον τάφο του παππούλη και τα λόγια του που σαν να τα είχα ακούσει τότε μέσα από τα δάκρυα: «Μην κλαις, Κετεβάν. Εγώ και η Τσρέλα εξακολουθούμε να είμαστε μαζί σου. Είμαστε ξανά μαζί».

Και να που τώρα, μετά από τόσα χρόνια, την ημέρα μνήμης του γέροντα με πλησίασε και πάλι μια παρδαλή σκυλίτσα και στο μοναστήρι ακούστηκε η διήγηση για την Τσρέλα.

Ένιωσα ότι ο πατήρ Γαβριήλ έκανε αισθητή την παρουσία του για άλλη μια φορά, σαν να ήθελε να με παρηγορήσει και να μου πει ότι η αγάπη που κάποτε μας ένωσε εν Χριστώ δεν σβήνει, ακόμη και μετά τον επίγειο χωρισμό μας. Παραμένει μαζί μας, υπερβαίνοντας τόσο τον χρόνο όσο και την απόσταση. Κι όσος χρόνος κι αν περάσει, ένα γνωρίζω: ο πατήρ Γαβριήλ δεν με εγκαταλείπει.

Για την αγάπη του Γέροντα για τα ζώα μαρτυρά και μια άλλη ανάμνηση, την οποία μοιράστηκε μαζί μου η αγιογράφος Ταμούνα Γκοτσιασβίλι, η οποία φιλοτέχνησε την θαυματουργή εικόνα του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ και του Οσίου Γαβριήλ του Σαμταβρό. Η Ταμούνα συνάντησε τον Γέροντα για πρώτη φορά το 1987, χάρη στον ξάδελφό της, τον νυν Αρχιμανδρίτη Ανδρέα (Οσιασβίλι).

«Κάνω μόνο μια ερώτηση στα παιδιά: αν πειράζουν τα ζώα»

– Μια φορά ρώτησα τον πατέρα Γαβριήλ:

– Παππούλη, τι ρωτάτε συνήθως τα μικρά παιδιά στην εξομολόγηση πριν τη Θεία Κοινωνία;

– Τους κάνω μόνο μια ερώτηση: αν πειράζουν τα ζώα. Επειδή εκείνος που φέρεται με σκληρότητα στα ζώα, αν δεν μετανοήσει, οπωσδήποτε θα τιμωρηθεί.

Και πάντοτε επαναλάμβανε ότι πρέπει ιδιαίτερα να αγαπάμε και προστατεύουμε τα ζώα.

Οφειλή 88 ρουβλίων

Ο Γέροντας διέθετε μια εξαιρετική ικανότητα να βλέπει τον ανθρώπινο πόνο, ακόμη και όταν ο άνθρωπος κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες για να τον κρύψει από τους γύρω του. Προκειμένου να βοηθήσει έναν συνάνθρωπό του, ήταν έτοιμος να κάνει πράγματα που πολλοί από εμάς δεν θα τολμούσαμε να επιχειρήσουμε ούτε για χάρη του ίδιου μας του εαυτού. Η Ταμούνα θυμάται ένα περιστατικό που αναδεικνύει αυτή την πτυχή του χαρακτήρα του Γέροντα με ιδιαίτερη σαφήνεια:

– Μια γυναίκα, που γνώριζε τον παππούλη από τα παιδικά του χρόνια, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε συσσωρεύσει χρέος ογδόντα οκτώ ρουβλίων από τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος (ένα σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη). Η προθεσμία πληρωμής πλησίαζε και, έπειτα από μια τελευταία προειδοποίηση, βρέθηκε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να της κόψουν το ρεύμα. Μη γνωρίζοντας πού να βρει τα χρήματα, ένιωθε βαθιά αναστατωμένη. Ωστόσο, δεν μίλησε σε κανέναν για τη δύσκολη κατάστασή της.

Δύο μέρες αργότερα στο κατώφλι του σπιτιού της εμφανίστηκε απροσδόκητα ο πατήρ Γαβριήλ.

– Τι συνέβη, Βασικό; – ρώτησε με έκπληξη εκείνη.

Αντί για απάντηση ο γέροντας έβγαλε από την τσέπη χρήματα και της τα έδωσε:

– Να, εδώ είναι τα ογδόντα οχτώ ρούβλια. Πήγαινε και πλήρωσε γρήγορα ώστε να μην μείνεις χωρίς ρεύμα.

Η γυναίκα δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της.

– Πού το έμαθες, Βασικό; Ποιος σου το είπε;

– Δεν σε αφορά ποιος μου το είπε… - είπε ο παππούλης και έφυγε.   

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι, επί αρκετές ημέρες, ο πατήρ Γαβριήλ στεκόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και ζητούσε ελεημοσύνη. Μάζευε ρούβλι-ρούβλι για να βοηθήσει έναν άνθρωπο που δεν του είχε καν ζητήσει βοήθεια. Δεν έδωσε καμία εξήγηση για το τι του κόστισε να συγκεντρώσει αυτό το ποσό, δεν περίμενε ευγνωμοσύνη, ούτε επιθυμούσε να γίνει γνωστή η πράξη του. Για εκείνον, μόνο ένα πράγμα είχε σημασία: να μη σβήσει το φως στο σπίτι κάποιου άλλου ανθρώπου.

«Δεν μπορώ ακόμα να ξεχάσω εκείνη την ημέρα»

Ο πατήρ Γαβριήλ είχε επίσης την ικανότητα να μετατρέπει ακόμα και την πιο αυστηρή νουθεσία σε μάθημα αγάπης. Η Ταμούνα Γκοτσιασβίλι διηγήθηκε ένα τέτοιο περιστατικό με ιδιαίτερη τρυφερότητα:

– Κάποτε, έλαβα μια παραγγελία από την Ένωση Καλλιτεχνών. Ολοκλήρωσα το έργο με επιτυχία και εισέπραξα μια αμοιβή που, για την εποχή εκείνη, αποτελούσε τεράστιο ποσό: πέντε χιλιάδες ρούβλια. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο περήφανη ένιωθα! Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως έναν εξαιρετικά ταλαντούχο, καταξιωμένο καλλιτέχνη, κάποιον του οποίου οι ικανότητες είχαν επιτέλους αναγνωριστεί όπως άξιζε. Μέσα στον ενθουσιασμό μου, επιδόθηκα σε ένα ξέφρενο καταναλωτικό ξεφάντωμα, και αγόρασα μερικά ωραία ρούχα. Κι επειδή είχα στην άκρη και κάποιες οικονομίες, αγόρασα ακόμα και ένα ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο, ένα VAZ-2109. Με λίγα λόγια, ήμουν υπερβολικά ικανοποιημένη από τον εαυτό μου και κυριολεκτικά μεθυσμένη από τις επιτυχίες μου.

Εκείνη την εποχή, είχα το διακόνημα αναγνώστη στον ναό του Αντσισχάτι. Πνευματικός μου ήταν ο πατήρ Ζαχαρίας Τζιντζιμπάτζε. Εκείνος, φυσικά, αντιλήφθηκε τι συνέβαινε με εμένα και, όταν με είδε με ενδυμασία εντελώς ακατάλληλη για εκκλησιαστική διακονία, μου επέβαλε επιτίμιο και, για ένα διάστημα, με απέβαλε από την ανάγνωση στη διάρκεια των ιερών ακολουθιών.

– Να ταπεινώνεσαι, – μου είπε ο παππούλης.

Βγήκα από την εκκλησία σε σύγχυση. Τι έπρεπε να κάνω τώρα; Πώς έπρεπε να ταπεινώνομαι; Δεν το σκέφτηκα για πολύ: κάθισα έξω από την εκκλησία, σαν ζητιάνα, και άρχισα να ζητιανεύω. Μου φάνηκε πως, με αυτόν τον τρόπο, θα εκπλήρωνα την εντολή του πνευματικού μου.

Και τότε, εντελώς απροσδόκητα, εμφανίστηκε ο πατήρ Γαβριήλ.

– Τι κάνεις εσύ εδώ; – με ρώτησε, όταν με είδε με απλωμένο χέρι.

– Ταπεινώνομαι, παππούλη.

– Και τα λεφτά που θα μαζέψεις σε ποιον θα τα δώσεις;

– Δεν ξέρω… Σε κάποιον θα τα δώσω.

– Ωωω! – αναφώνησε ο γέροντας. – Τελικά δεν ασχολείσαι με την ταπείνωση, αλλά με ψευδή ταπείνωση! Αλλά εντάξει, θα σε μάθω τώρα!

Με αυτά τα λόγια ο πατήρ Γαβριήλ κάθισε δίπλα μου και άρχισε και αυτός να ζητιανεύει.

Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Περαστικοί αναγνώριζαν τον παππούλη και του έδιναν χρήματα, ενώ εκείνος καθόταν απλώς δίπλα μου, συμπεριφερόμενος σαν να μην συνέβαινε τίποτα το ασυνήθιστο. Τον κοιτούσα συνεχώς, αδυνατώντας να καταλάβω τι ακριβώς σκάρωνε.

Και τότε συνέβη κάτι εντελώς απροσδόκητο. Όταν τελειώσαμε τη ζητιανιά, ο πατήρ Γαβριήλ και όλοι οι άλλοι ζητιάνοι μού έδωσαν τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει οι ίδιοι! Αποδείχθηκε ότι είχαν ένα έθιμο: αν κάποιος καθόταν να ζητιανέψει για πρώτη φορά, όλοι οι υπόλοιποι τού έδιναν ό,τι είχαν μαζέψει εκείνη την ημέρα.

Ήρθα εδώ για να ταπεινωθώ, αλλά τελικά βρέθηκα με επιπλέον χρήματα!

Ο πατήρ Γαβριήλ με κοίταξε επίμονα και ξαφνικά με ρώτησε:

«Θέλεις να τους ταΐσουμε όλους;»

«Ναι, παππούλη!» συμφώνησα με χαρά.

Τότε ο πατήρ Γαβριήλ κάλεσε όχι μόνο όσους ζητιάνευαν κοντά στην εκκλησία Αντσισχάτι, αλλά και τους φτωχούς που βρίσκονταν στις γειτονικές εκκλησίες. Όλοι μαζί κατευθυνθήκαμε σε ένα κοντινό φαγάδικο, όπου, με τα χρήματα που είχαμε συγκεντρώσει, οργανώσαμε πλούσια τράπεζα.

Ξέρετε, ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνη τη μέρα. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, κι όμως, μόλις κλείνω τα μάτια, σαν να βλέπω ξανά όλους εκείνους τους ανθρώπους να κάθονται μαζί στο ίδιο τραπέζι, ακούω το γέλιο τους, τις χαρούμενες φωνές τους και τα αστεία του πατέρα Γαβριήλ… Ο ίδιος, όπως συνήθως, δεν έτρωγε απολύτως τίποτα. Όμως, διασκέδαζε ακούραστα τους πάντες, μιλούσε με τον καθένα ξεχωριστά και προσπαθούσε να μην μείνει κανείς χωρίς νιώσει την προσοχή του.

Και το πιο εκπληκτικό ήταν ότι κανείς σε εκείνο το τραπέζι δεν ένιωθε φτωχός, εξαθλιωμένος ή ξένος. Καθόμασταν όλοι μαζί, σαν να ήμασταν μια μεγάλη οικογένεια. Υπήρχε τόση χαρά, τόση ειλικρινής, αυθεντική αγάπη!

Δεν νομίζω να είχα βιώσει ποτέ ξανά τέτοια αγαλλίαση, τέτοια πνευματική θέρμη. Είχα καθίσει έξω από την εκκλησία, σκεπτόμενη τη δική μου ταπεινότητα, αλλά ο πατήρ Γαβριήλ μού έδειξε πώς μπορεί κανείς να ξεχάσει τον εαυτό του και να προσφέρει χαρά στους άλλους.

Δεν με νουθέτησε, ούτε μου έκανε κήρυγμα. Απλώς πήρε την κίβδηλη ταπεινοφροσύνη μου και τη μετέτρεψε σε γνήσια πράξη αγάπης.

Αυτό το μάθημα το συγκράτησα στη μνήμη μου για όλη μου τη ζωή.

Ξέρετε, αναρωτιέμαι συχνά: γιατί ο πατήρ Γαβριήλ, με τις προσευχές του οποίου συνέβαιναν τόσα θαύματα, ο ίδιος υπέμενε τον χλευασμό και τους ονειδισμούς, προσποιούνταν τον μεθυσμένο και καθόταν έξω από την εκκλησία με το χέρι απλωμένο, ζητώντας ελεημοσύνη; Άλλωστε, οι άνθρωποι προσέτρεχαν σε αυτόν αναζητώντας βοήθεια και παρηγοριά, κι όμως εκείνος ήταν πρόθυμος να υποστεί κάθε κακουχία, αρκεί μόνο να απαλύνει τον πόνο των άλλων.

Και ξέρετε τι κατάλαβα; Τα πάντα είναι θέμα αγάπης. Ο παππούλης δεν επεδίωκε ποτέ να εντυπωσιάσει κάποιον με θαύματα. Αυτό που είχε σημασία για εκείνον ήταν απλώς τούτο: να μην μείνει κανείς χωρίς βοήθεια και παρηγοριά.

Έλεγε πάντα:

– Αν η προσευχή δεν συνοδεύεται από καλές πράξεις, τότε αυτή είναι νεκρή. Ζούμε σε αυτόν τον κόσμο για να κάνουμε όλο και περισσότερο το καλό! Ο Κύριος ζητά από εμάς και την καρδιά μας και τις καλές μας πράξεις. "Ό,τι καλό κάνατε στον πλησίον, το κάνατε σε Μένα", διδάσκει ο Κύριος.

Τέτοιος ήταν ο παππούλης μας Γαβριήλ. Δεν μας δίδαξε απλώς την αγάπη, ο ίδιος την ζούσε την αγάπη.

***

Σήμερα, σε μια εποχή που είναι τόσο εύκολο να προσπεράσει κανείς τη δυστυχία του άλλου, με το να δικαιολογεί τη στάση του επικαλούμενος την έλλειψη χρόνου, την κούραση ή τις δικές του έγνοιες, τα λόγια αυτά του γέροντα αποκτούν μια ιδιαίτερη και επιτακτική σημασία. Ο γέροντας δεν ρωτούσε αν κάποιος ήταν άξιος της βοήθειάς του, δεν περίμενε να του το ζητήσουν, ούτε θεωρούσε ποτέ τον πόνο κάποιου ασήμαντο. Απλώς αγαπούσε. Αγαπούσε με τέτοιον τρόπο, ώστε η ανάγκη του άλλου να γίνεται δική του, και η θλίψη του άλλου να αντηχεί στην καρδιά του με δάκρυα.

Ίσως αυτό ακριβώς να είναι εκείνο που μας δίδασκε ο πατήρ Γαβριήλ σε όλη τη διάρκεια της ζωής του: η αγάπη που έχουμε λάβει δεν πρέπει να στερέψει μέσα στις καρδιές μας. Πρέπει να συνεχίσει να ζει μέσα από τις πράξεις μας, περνώντας από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Πρέπει να ζεσταίνει τις καρδιές εκείνων που, ίσως, έχουν πάψει πια να ελπίζουν στην ανθρώπινη καλοσύνη.

Και αυτό επειδή «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α΄ Κορ. 13:8).

Καταγράφηκε από τον Кωνσταντίνος Τσερτσβάντζε
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

11/3/2026

Βλέπε επίσης
«Ούτε εγώ ούτε εσύ θα ξεχάσουμε ποτέ αυτή τη μέρα» «Ούτε εγώ ούτε εσύ θα ξεχάσουμε ποτέ αυτή τη μέρα»
Όταν ο γέροντας Γαβριήλ έβγαλε έναν άνθρωπο από την κόλαση των ναρκωτικών
«Ούτε εγώ ούτε εσύ θα ξεχάσουμε ποτέ αυτή τη μέρα» «Ούτε εγώ ούτε εσύ θα ξεχάσουμε ποτέ αυτή τη μέρα»
Όταν ο γέροντας Γαβριήλ έβγαλε έναν άνθρωπο από την κόλαση των ναρκωτικών
Кωνσταντίνος Τσερτσβάντζε
Έμεινα καθηλωμένος στη θέση μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάζω εκείνη τη φωτογραφία.
Ο γοργοϋπήκοος Γαβριήλ Ο γοργοϋπήκοος Γαβριήλ
Από την ιερατική εμπειρία
Ο γοργοϋπήκοος Γαβριήλ Ο γοργοϋπήκοος Γαβριήλ
Από την ιερατική εμπειρία
Ιερέας Βίκτωρ Κασιάνενκο
Όσο για το ότι οι άγιοι μας ακούν και μας βοηθούν, όταν χρειάζεται, θα ήθελα να το εκφράσω με το παράδειγμα του αγαπημένου πολλών Γεωργιανού γέροντα Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε).
Η ανάσταση του ναρκομανή Η ανάσταση του ναρκομανή
Ένα θαύμα του Οσίου Γαβριήλ
Η ανάσταση του ναρκομανή Η ανάσταση του ναρκομανή
Ένα θαύμα του Οσίου Γαβριήλ
Χατούνα Ρακβιασβίλι
Μερικοί από αυτούς έλεγαν σιγανά: «Δεν είναι ο πρώτος νέος που πέθανε από αυτό το καταραμένο ναρκωτικό. Πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτό...»
×