Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

Τα γενέθλια του Ηρώδη Αντίπα

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Οι Μυροφόρες Γυναίκες» Το εξώφυλλο του βιβλίου «Οι Μυροφόρες Γυναίκες» Όταν οι μαθητές του προφήτη έφυγαν, στον Μαχαιρούντα ξεκίνησαν εντατικές ημέρες προετοιμασίας για τον εορτασμό των γενεθλίων του Ηρώδη Αντίπα. Έλεγαν ότι ο τετράρχης κάλεσε πολλούς διακεκριμένους καλεσμένους, τόσο από τους Ιουδαίους άρχοντες όσο και από τη ρωμαϊκή αριστοκρατία, και αναμενόταν μεγαλειώδης δεξίωση.

Ο Χουζάς χωρίς σταματημό έτρεχε όλη ημέρα για να προετοιμάσει όλα τα απαραίτητα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ δεχόταν τους προμηθευτές, έδινε εντολές στους μάγειρες και στους πολυάριθμους υπηρέτες. Στο φρούριο έφταναν κοπάδια αρνιών και μοσχαριών. Έφερναν σφάγια από ελάφια και πλατώνια. Κατέφθαναν άμαξες με κάθε είδους πουλερικά: κοτόπουλα, κότες και γαλοπούλες, χήνες και πάπιες, φραγκόκοτες, φασιανούς και παγώνια, περιστέρια και πέρδικες. Φρούτα και λαχανικά κατέφταναν από όλες τις χώρες του κόσμου. Μούρα, κυδώνια και ροδάκινα από την Περσία, κεράσια από τη Μικρά Ασία, καρπούζια και πεπόνια από την Αίγυπτο, ρόδια από την Καρχηδόνα. Ολόκληροι σάκοι με ξηρούς καρπούς: φουντούκια, αμύγδαλα, φιστίκια και καρύδια. Πολλά είδη ψαριών από ποτάμια, λίμνες και θάλασσες μεταφέρονταν στις αποθήκες του φρουρίου. Ο Χουζάς ήλεγχε τα πάντα προσωπικά, τρέχοντας από τα κελάρια με τα κρασιά στην κουζίνα και από την κουζίνα στις αποθήκες τροφίμων. Μάλωνε και διαπραγματευόταν παθιασμένα με τους προμηθευτές. Δεν έδινε καν σημασία στη σύζυγό του, η οποία περιφερόταν θλιμμένη στις αίθουσες του παλατιού. Τον προφήτη σταμάτησαν πλέον να τον βγάζουν βόλτες και εκείνη έχασε την ευκαιρία να τον βλέπει, έστω σε αυτές τις σπάνιες στιγμές. Τελικά, αποφάσισε να κάνει μια απέλπιδα πράξη. Μάζεψε διάφορα τρόφιμα από την κουζίνα σε ένα καλάθι, έβαλε εκεί έναν μικρό αμφορέα με κρασί και πήγε με δική της ευθύνη στο υπόγειο. Ο φρουρός κοίταξε τα τρόφιμα και με πικρό χαμόγελο είπε:

– Δεν θα το φάει αυτό. Δεν πίνει καθόλου κρασί ή σίκερα. Και τρώει ελάχιστα. Λένε ότι, όταν ήταν στην έρημο, τρεφόταν με άγριο μέλι και ακρίδες.

Στη συνέχεια, άναψε τον δαυλό και οδήγησε την Ιωάννα στο υπόγειο του παλατιού. Πέρασαν από μερικά σκοτεινά περάσματα και μπήκαν σε έναν αρκετά ευρύχωρο διάδρομο, κατά μήκος του οποίου υπήρχαν δωμάτια με κάγκελα. Ο φρουρός στερέωσε τον δαυλό στον τοίχο και η έντονη φλόγα του φώτισε ένα από τα καγκελωμένα κελιά. Όταν τα μάτια της Ιωάννας συνήθισαν το σκοτάδι, είδε τον προφήτη. Ο Ιωάννης πλησίασε ήρεμα το κάγκελο και με την ίδια ηρεμία ρώτησε με σταθερή φωνή:

– Ήρθες για να αποχαιρετιστούμε;

– Σου έφερα φαγητό.

– Ας τρώνε και ας διασκεδάζουν εκεί, επάνω. Η δική μου τροφή προέρχεται από το Πνεύμα του Θεού. Σύντομα, αυτά τα δεσμά δεν θα με κρατούν πια, και θα φύγω προς Εκείνον που με έστειλε να κηρύττω και να μαρτυρώ την αλήθεια του Θεού.

– Ποιος είναι Αυτός για τον Οποίον μαρτυρείς; – ρώτησε δειλά η Ιωάννα.

– Θα Τον δεις εσύ η ίδια και θα Τον ακολουθήσεις. Και θα αντικρίσεις τη δόξα Του.

Αυτά τα μυστηριώδη λόγια του προφήτη συγκίνησαν βαθιά την Ιωάννα. Δεν θυμόταν πια πώς βγήκε από το υπόγειο του παλατιού και πώς έφτασε στο δωμάτιό της. Μόλις έφτασε, ξαφνικά θυμήθηκε τα λόγια του προφήτη, ότι τα δεσμά της φυλακής σύντομα δεν θα έχουν εξουσία πάνω του. «Άρα, θα τον ελευθερώσουν;» – σκέφτηκε η Ιωάννα, και αμέσως ένα άλλο, ενδόμυχο συναίσθημα της υπέδειξε ότι αυτά τα λόγια μιλούσαν για κάτι άλλο. Η βαρύθυμη αναμονή τρομερών και ανεπανόρθωτων γεγονότων συνέθλιψε την καρδούλα της Ιωάννας. Άρχισε να κλαίει πικρά.

Εν τω μεταξύ, στο παλάτι γίνονταν προετοιμασίες για τη γιορτή. Προετοιμάζονταν για αυτή τη σημαντική μέρα και στα δωμάτια της Ηρωδιάδας. Η κόρη της Ηρωδιάδας, η Σαλώμη, είχε κληρονομήσει την ομορφιά και την κομψότητα από την μητέρα της. Στα δώδεκα χρόνια της ήταν ήδη μια ώριμη κοπέλα. Και η μητέρα σκεφτόταν σοβαρά το μέλλον της κόρης της, ψάχνοντας για αυτήν γαμπρό. Είχε ιδιαίτερες προσδοκίες από τη Σαλώμη για εκείνη την ημέρα: άλλωστε, θα έρχονταν πολλοί και σημαντικοί καλεσμένοι. Η Ηρωδιάδα έκανε μια τολμηρή σκέψη: να εκπλήξει τους καλεσμένους με το χορό της κόρης της. Η νταντά της Σαλώμης ήταν Αιγύπτια επαγγελματίας χορεύτρια. Αυτήν την τέχνη την δίδαξε και στην κόρη της Ηρωδιάδας. Η ευλύγιστη και κομψή Σαλώμη είχε μάθει όλες τις λεπτομέρειες του ανατολίτικου χορού-παντομίμας στην τελειότητά του. Φυσικά, το να χορεύει μια γυναίκα, και μάλιστα ευγενής, σε μια συνάθροιση ανδρών θεωρούνταν απαράδεκτη παραβίαση των κανόνων ευπρέπειας που ίσχυαν στην Ανατολή. Μόνο οι σκλάβες επιτρεπόταν να χορεύουν, για χάρη των κυρίων τους, στη διάρκεια των συμποσίων, φορώντας λεπτά ρούχα. Όμως η Σαλώμη, που είχε ανατραφεί όπως οι σύγχρονές της Ελληνίδες ή Ρωμαίες, δεν είχε την ντροπαλότητα που είχαν οι συμπατριώτισσές της. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος των καλεσμένων ανήκε σε εκείνους που δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τις πατρώες παραδόσεις, αλλά προσπαθούσαν περισσότερο να αρέσουν στους Ρωμαίους. Μεταξύ των Ρωμαίων όλα επιτρέπονται. Επιπλέον, ο χορός-παντομίμα εκτελείται με ειδική μάσκα και δεν είναι απαραίτητο να αποκαλυφθεί το πρόσωπο. Έτσι, η Ηρωδιάδα αποφάσισε να κάνει στον άντρα της ένα εκπληκτικό δώρο, για να συνεχίσει να εκτιμά την ευφυΐα της και την ικανότητά της να οργανώνει τα πάντα στη ζωή ώστε να πετυχαίνει και τα μέγιστα οφέλη και την ευχαρίστηση.

Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν από την παραμονή. Στην Ιωάννα είχαν αναθέσει να τακτοποιεί τις συζύγους των καλεσμένων. Σε μία από τις πολυτελείς αίθουσες του παλατιού η Ηρωδιάδα ετοιμαζόταν να παραθέσει γιορτινό δείπνο στις γυναίκες των καλεσμένων. Προσήλθαν όχι μόνο όλοι οι ευγενείς και οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, αλλά και πολλοί ευγενείς Ρωμαίοι από την επαρχία της Συρίας. Προσήλθε και ο Λυσανίας, τετράρχης Αβιληνής, μιας περιοχής της Συρίας μεταξύ των οροσειρών του Λιβάνου και του Αντιλιβάνου, που συνορεύει βορειοανατολικά με τη Γαλιλαία. Τέτοια συγκέντρωση ευγενών δεν είχε ξαναγίνει σε αυτό το παλάτι. Για να διασκεδάσουν τους προσκεκλημένους, στην έρημο μπροστά από τη Νεκρά Θάλασσα άφησαν ελεύθερα τρία λιοντάρια, που είχαν μεταφερθεί σε κλουβιά από την Αίγυπτο, για να οργανωθεί κυνήγι. Το κυνήγι ήταν πραγματικά βασιλικό, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι ένα λιοντάρι κατασπάραξε θανάσιμα έναν από τους υπηρέτες που βρισκόταν στην περικύκλωση. Όμως, αυτό δεν στενοχώρησε κανέναν από τους καλεσμένους, τους τόνωσε πιο πολύ μάλιστα. Εν τω μεταξύ, το λιοντάρι, αφού ξέφυγε από την περίφραξη, έτρεξε κατά μήκος της όχθης της λίμνης. Όλοι έτρεξαν να το κυνηγήσουν, αλλά το θήραμα τελικά το σκότωσε ο διοικητής της συριακής φρουράς, ο Τριβούνος Πάτιος Φλώρος. Ο κοντός και παχουλός Πάτιος καμάρωνε για αυτό και πρόσφερε το δέρμα του λιονταριού ως δώρο στον τετράρχη.

Και να πού έφτασε η μέρα της γιορτής. Όλοι οι άνδρες καλεσμένοι, σύμφωνα με το ρωμαϊκό έθιμο, πριν το δείπνο πήγαν στα λουτρά. Εκεί, στις πισίνες, αφού φτιάχτηκαν αρκετά με το κρασί της Γαλιλαίας, ξεκίνησαν ελαφρώς μεθυσμένοι για την αίθουσα των συμποσίων. Στην πολυτελή αίθουσα του παλατιού, διακοσμημένη με ροζ μάρμαρο, οι καλεσμένοι κάθισαν αμφιθεατρικά. Τα παράθυρα της αίθουσας και οι κολόνες ήταν στολισμένα με γιρλάντες από υπέροχα λουλούδια. Οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν φλάουτα και έγχορδα όργανα. Οι υπηρέτες έμπαιναν ένας-ένας στην αίθουσα και έφερναν στους καλεσμένους κύπελλα για πλύσιμο και πετσέτες. Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν υπηρέτες με κάθε είδους εδέσματα και το συμπόσιο άρχισε. Οι καλεσμένοι σηκώνονταν ο ένας μετά τον άλλο και, αφού απεύθυναν ευχές στον Αντίπα, άδειαζαν τα κύπελλά τους ως τον «άσπρο πάτο». Αμέσως μετά ξανακάθονταν και άρχιζαν να καταβροχθίζουν τα εδέσματα που ήταν γενναιόδωρα απλωμένα στα τραπέζια. Όταν σερβίρονταν η δεύτερη σειρά ζεστών πιάτων, κανείς δεν άκουγε πια κανέναν. Ο καθένας φώναζε ό,τι ήθελε. Κανένας δεν έδινε σημασία στους ζογκλέρ και τους ακροβάτες που εμφανίζονταν μπροστά σε αυτούς που γλεντούσαν. Μιλούσαν όλοι μαζί, χωρίς να νοιάζονται αν θα ακούγονται. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν ρυθμικά τα τυμπάνια, να ηχούν μελωδικά τα κουδουνάκια, και στη μέση της αίθουσας βγήκε τρέχοντας μια κοπέλα. Ένα ελαφρύ ανοιχτό πράσινο μετάξι κάλυπτε το λεπτό κορμί της, χωρίς να κρύβει πίσω από τη διαφάνειά του τις κομψοκαμωμένες καμπύλες του σώματός της. Χρυσές κορδέλες που αγκάλιαζαν το κεφάλι της κυμάτιζαν ανάλαφρα από τις κινήσεις της καλλονής, μαζί με τις απαλές μπούκλες των σγουρών μαλλιών της. Το πρόσωπό της ήταν εν μέρει καλυμμένο με χρυσοπορφυρή μάσκα. Η κοπέλα φαινόταν να πετάει στην αίθουσα, χωρίς να αγγίζει το πάτωμα. Ακολουθώντας το ρυθμό που έδινε η μουσική και τα ηχηρά ντέφια, άλλοτε καμπυλωνόταν λες και δεν είχε καθόλου κόκαλα, και άλλοτε ξαφνικά ξεδιπλωνόταν και περιστρεφόταν έτσι που το σώμα της να σχηματίζει μια ιδιόμορφη σπείρα. Τη μια χοροπηδούσε σαν ατίθασο άλογο, σηκώνοντας ψηλά τα γόνατά της, και την άλλη άρχιζε να υποδύεται την εταίρα που με πάθος σαγηνεύει τον αόρατο εραστή της. Οι άνδρες παρακολουθούσαν και, μαγεμένοι από τη μουσική και τις κινήσεις της χορεύτριας, ξεχνούσαν τα πάντα γύρω τους. Και όταν ο χορός τελείωσε, εξακολουθούσαν να κάθονται αποσβολωμένοι. Αλλά μετά από λίγο, ξαφνικά όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να επευφημούν με ενθουσιασμό τη χορεύτρια. Η κοπέλα υποκλίθηκε στο κοινό και ήθελε να αποχωρήσει, αλλά την σταμάτησε η φωνή του ίδιου του τετράρχη:

– Σε διατάζω, όμορφη, να βγάλεις τη μάσκα.

Η κοπέλα δίστασε αρχικά, αλλά στη συνέχεια έβγαλε αποφασιστικά τη μάσκα και μπροστά στον Αντίπα εμφανίστηκε η θετή του κόρη. Οι καλεσμένοι άρχισαν και πάλι να εκφράζουν έντονα τον ενθουσιασμό τους. Ο Αντίπας αναστέναξε από έκπληξη και στη συνέχεια, απευθυνόμενος στους καλεσμένους, δήλωσε με υπερηφάνεια:

– Αυτή είναι η κόρη μου, η Σαλώμη.

Και πάλι ακούστηκαν φωνές έκπληξης και θαυμασμού. Ο Ηρώδης ήταν στον έβδομο ουρανό από ευτυχία. Με υπερηφάνεια έριχνε το θριαμβευτικό του βλέμμα στις σειρές του αμφιθεάτρου, σαν να έλεγε: θαυμάστε με πόσο καλά είμαι!

– Άκου, Σαλώμη, — απευθύνθηκε στη νεαρή κοπέλα, — έδωσες πολλή χαρά στην καρδιά μου και είμαι έτοιμος να σου δώσω ό,τι επιθυμείς. Μέχρι το μισό βασίλειό μου. Ζήτησε ό, τι θες.

Η νεαρή κοπέλα άρχισε να ανοιγοκλείνει τις μακριές της βλεφαρίδες, ενώ ανάμεσα στους καλεσμένους ακούστηκαν χαμηλόφωνα γέλια. Αυτό είχε δυσάρεστη απήχηση στον πληγωμένο εγωισμό του τετράρχη.

– Ακούστε όλοι, είμαι ο Ηρώδης Αντίπας, τετράρχης της Γαλιλαίας και της Περαίας. Ορκίζομαι σε όλους τους θησαυρούς μου ότι θα εκπληρώσω κάθε επιθυμία αυτής της κοπέλας.

Η Σαλώμη ξαφνικά γύρισε και έτρεξε γρήγορα προς την έξοδο, κάτι που διασκέδασε πολύ τους καλεσμένους. Το γλέντι συνεχίστηκε κανονικά. Αλλά όταν η χορεύτρια επέστρεψε στην αίθουσα λαχανιασμένη, όλοι σιώπησαν και τα περίεργα βλέμματα των καλεσμένων στράφηκαν προς τη Σαλώμη. Μέσα στη σιωπή της αίθουσας ακούστηκε η ηχηρή φωνή της:

– Θέλω να μου δώσεις μέσα σε πινάκιο το κεφάλι του Ιωάννη, τον οποίον ο λαός αποκαλεί Βαπτιστή.

Αν ο κεραυνός είχε χτυπήσει σε καθαρό ουρανό, θα είχε συγκλονίσει λιγότερο τους καλεσμένους που άκουσαν ένα τόσο παράξενο αίτημα από την κοπέλα. Όλοι άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, ενώ η κοπέλα στεκόταν και περίμενε την απάντηση. Ο Αντίπας ήταν συνοφρυωμένος και σκεπτικός. Ο τετράρχης της Αβιλήνης Λυσανίας, που καθόταν δίπλα του, είπε με σαρκασμό:

– Δεν είναι όλοι ηγεμόνες ικανοί να εκπληρώνουν τους όρκους τους.

– Όχι, – φώναξε ξαφνικά με μεθυσμένη φωνή ο τετράρχης, — ας μάθουν όλοι ότι ο γιος του μεγάλου βασιλιά Ηρώδη είναι άξιος του πατέρα του. Ας γίνει όπως εκείνη επιθυμεί. Έι, Ιωσήφ! – φώναξε στον αρχηγό της φρουράς του. – Φέρε μου αμέσως το κεφάλι του Ιωάννη σε ένα πιάτο.

Ο αποκεφαλισμός του Ιωάννου του Προδρόμου, δεύτερο μισό 18ου αιώνα. Ζωγράφος: Νικόλαος Κουτούζης (1741 – 1813) Ο αποκεφαλισμός του Ιωάννου του Προδρόμου, δεύτερο μισό 18ου αιώνα. Ζωγράφος: Νικόλαος Κουτούζης (1741 – 1813)     

Όλοι οι καλεσμένοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και, υψώνοντας με τα χέρια τους τα ποτήρια με το κρασί, χαιρέτησαν όρθιοι την αποφασιστικότητα του Ηρώδη Αντίπα, λέγοντας ότι είναι άξιος να είναι βασιλιάς, όπως και ο πατέρας του. Το κρασί έτρεξε και πάλι άφθονο.

Πρόκειται για το Κεφάλαιο 20 από το ιστορικό μυθιστόρημα του Πρωτοπρεσβύτερου Νικολάου Αγκαφόνοφ «Οι Μυροφόρες Γυναίκες»

×