Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

Μια αναστάτωση σε σούπερ μάρκετ
ή Πώς μια τόσο δα πράξη καλοσύνης μπορεί να αλλάξει τον κόσμο γύρω μας!

Φωτογραφία: pikabu.ru Φωτογραφία: pikabu.ru

Ο 80χρονος πατέρας μου, ο Ιβάν, την περασμένη εβδομάδα παραλίγο να προκαλέσει πραγματικό χάος σε ένα σούπερ μάρκετ.

Ο 80χρονος πατέρας μου την περασμένη εβδομάδα παραλίγο να προκαλέσει πραγματικό χάος σε ένα σούπερ μάρκετ

Δεν διαμαρτύρονταν για τις τιμές. Δεν λογομαχούσε για τα ληγμένα προϊόντα. Το έκανε απλώς επειδή ήταν αργός. Και το έκανε σκόπιμα.

Ήταν Παρασκευή, πεντέμισι το απόγευμα. Ώρα την οποία αποκαλούν «ώρα αιχμής από την κόλαση». Το κατάστημα ήταν γεμάτο ανθρώπους που ήταν λες και βρίσκονται στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Σίγουρα έχετε αισθανθεί αυτή την ατμόσφαιρα, τότε που οι άνθρωποι κοιτάζουν νευρικά το ρολόι τους, σκρολάρουν τις ειδήσεις στα κινητά τους, δείχνοντας με την όλη τους την έκφραση: «Άντε τώρα, φύγε από μπροστά μου!»

Ήμουν ένας από αυτούς. Ήθελα να αγοράσω βρώμη για τον μπαμπά μου και να πάω επιτέλους σπίτι.

Αλλά ο πατέρας μου έχει τούς δικούς του ρυθμούς. Πρώην άνθρωπος της χαλυβουργίας με χέρια σαν από φλοιό δρυός, δεν ανέχεται την βιασύνη χωρίς σοβαρό λόγο.

Όταν επιτέλους φτάσαμε στο ταμείο, η ταμίας φαινόταν έτοιμη να πέσει από την κούραση. Στο μπρελόκ της έγραφε «Έλενα». Ήταν μια πολύ νεαρή κοπέλα, αλλά είχε τα μάτια της κουρασμένα και με ένα βλέμμα στο κενό. Σάρωνε τα προϊόντα με εκείνη τη μηχανική αδιαφορία ενός ανθρώπου που ονειρεύεται ένα μόνο: να ξεκουραστεί.

– Καλησπέρα, Έλενα, – είπε ο πατέρας. Η φωνή του είναι πια βραχνή, αλλά διατηρεί ακόμα την ικανότητα να τραβάει την προσοχή.

Η Έλενα δεν σήκωσε τα μάτια της. Απλώς σάρωσε τη βρώμη.

– Καλησπέρα. Έχετε κάρτα του καταστήματος;

– Όχι, κυρία, – απάντησε ο πατέρας. – Έχω όμως μια παράκληση. Χρειάζομαι δύο μεγάλες σοκολάτες με φουντούκια. Αυτές που είναι στη βιτρίνα δίπλα σας. Αλλά θέλω να μου τις χτυπήσετε ξεχωριστά. Θα πληρώσω με μετρητά.

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Πίσω μου ακούστηκε ένας δυνατός, εκνευρισμένος αναστεναγμός – ένας άντρας με επαγγελματικό κοστούμι άρχισε να χτυπάει νευρικά με την κάρτα του πάνω στο ταμείο, λες και χτυπούσε τύμπανο.

– Μπαμπά, – ψιθύρισα εγώ, σκύβοντας προς την μεριά του. – Σε παρακαλώ. Άσε με να τα πληρώσω όλα με την κάρτα μου με μία απόδειξη. Καθυστερούμε όλη την ουρά!

– Χαλάρωσε, γιε μου, – είπε, χωρίς να με κοιτάξει. – Η γη δεν θα σταματήσει να γυρίζει.

Η Έλενα αναστέναξε βαριά – έναν τέτοιο ήχο συνήθως βγάζει κάποιος που του αφαίρεσαν όλο τον αέρα της ανάσας του.

– Εντάξει. Μισό λεπτό.

Σάρωσε την πρώτη σοκολάτα. Ο πατέρας έβγαλε το παλιό του πορτοφόλι με βέλκρο. Δεν έβγαλε μεγάλο χαρτονόμισμα. Έβγαλε ένα σωρό ψιλά. Και άρχισε να μετράει τα κέρματα.

– Μία γρίβνα… δύο… δύο πενήντα… – έλεγε αργά.

Η ένταση στην ατμόσφαιρα ήταν τόσο πυκνή που μπορούσες να την αγγίξεις. Ο άντρας με το κοστούμι πίσω μου μουρμούρισε:

– Απίστευτο! Υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά δουλεύουν, σε αντίθεση με κάποιους άλλους.

Ο πατέρας τον αγνόησε. Μέτρησε ακριβώς το ποσό που χρειαζόταν για την πρώτη σοκολάτα και έσπρωξε τα νομίσματα προς την Έλενα. Εκείνη τα μέτρησε, τα χέρια της ήταν έκδηλο ότι έτρεμαν.

– Εντάξει, – είπε με αδύναμη φωνή. – Ορίστε η πρώτη σας απόδειξη.

– Ευχαριστώ, – απάντησε ο πατέρας. – Και τώρα για τη δεύτερη.

Επανέλαβε τα ίδια. Με τον ίδιο αργό ρυθμό. Με την ίδια μεθοδικότητα.

Με το που τελείωσε την πληρωμή της δεύτερης σοκολάτας, στην ουρά πίσω μας επικράτησε απόλυτη σιωπή. Και δεν επρόκειτο για σιωπή ευγένειας.

Η Έλενα του έδωσε τη δεύτερη απόδειξη:

– Τελειώσαμε, κύριε; – ρώτησε αυτή, έχοντας τεντώσει ήδη το χέρι της προς το διαχωριστικό του επόμενου πελάτη, για να τελειώσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα αυτό το επεισόδιο.

– Σχεδόν, – είπε ο πατέρας μου.

Πήρε την πρώτη σοκολάτα και την έσπρωξε πίσω προς την ταμία.

– Είναι για σας, – της είπε. – Φάτε την με έναν νόστιμο καφέ όταν θα έχετε διάλειμμα. Φαίνεστε σαν να κουβαλάτε όλο τον κόσμο στους ώμους σας. Και τα καταφέρνετε μια χαρά.

Η Έλενα πάγωσε. Την ίδια στιγμή ακούγονταν οι ήχοι των σαρωτών των άλλων ταμείων, αλλά εκείνη δεν κουνιόταν.

«Αυτό είναι για σας», – είπε ο μπαμπάς δίνοντας τη σοκολάτα στον άντρα με το κοστούμι, ο οποίος αγανακτούσε πιο πολύ από όλους

– Και αυτό, – ο μπαμπάς γύρισε για να κοιτάξει κατευθείαν την εξαγριωμένη ουρά. Πήρε τη δεύτερη σοκολάτα και την έδωσε στον άντρα με το κοστούμι, ο οποίος αγανακτούσε πιο πολύ από όλους. – Αυτό είναι για σας, – είπε ο μπαμπάς, κρατώντας το χέρι του τεντωμένο.

– Τι; Τι την χρειάζομαι;

– Επειδή φαίνεστε να είχατε πραγματικά μια άσχημη μέρα, – είπε ο πατέρας με απόλυτη σοβαρότητα. – Και ήσασταν αρκετά υπομονετικός ώστε να περιμένετε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Κεράστε τα παιδιά σας το απόγευμα.

Ο άντρας με το κοστούμι κοκκίνισε με μια απόχρωση που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Κοίταξε τη σοκολάτα, μετά τον πατέρα, μετά το πάτωμα. Η προκλητική του στάση δια μιας εξαφανίστηκε, παραχωρώντας τη θέση της σε μια απροσδόκητη ντροπή.

– Δεν... δεν μπορώ να την πάρω, – είπε τραυλίζοντας.

– Πάρτε την, – ζήτησε ο πατέρας. – Κάντε κάτι καλό.

Όταν κοίταξα την Έλενα, είχε σκεπάσει με το χέρι το στόμα της. Τα μάτια της έλαμπαν από τα δάκρυα. Δεν έκλαιγε απλά – εξέπεμπε μια τέτοια ανακούφιση που ήταν σωματικά αισθητή.

– Ευχαριστώ, – ψιθύρισε η Έλενα. – Δεν φαντάζεστε... Είναι το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη σήμερα.

Ο πατέρας απλώς άγγιξε τον σκούφο του.

– Κράτα ψηλά το κεφάλι, παιδί μου.

Βγήκαμε στο πάρκινγκ σιωπηλοί. Ο χειμερινός αέρας ήταν τσουχτερός, αλλά ο πατέρας μου φαινόταν πολύ ήρεμος και ακτινοβολούσε ζεστασιά. Όταν έβαλα μπρος το αυτοκίνητο, ξεστόμισα επιτέλους:

– Μπαμπά, είσαι απίστευτος. Δεν καταλαβαίνεις ότι αυτός ο τύπος ήταν έτοιμος να σου πει χυδαιότητες; Ρίσκαρες να κάνεις αυτή την παράσταση μόνο και μόνο για να μοιράσεις σοκολάτες;

Ο πατέρας κοίταζε από το παράθυρο τη ροή των αυτοκινήτων.

– Ήταν μια εγωιστική πράξη, – είπε ήσυχα.

Γέλασα και του είπα:

– Εγωιστική; Μόλις χάρισες γλυκό σε μια κοπέλα και έκανες έναν εξαγριωμένο άνθρωπο να θυμηθεί ότι είναι άνθρωπος. Πού είναι ο εγωισμός εδώ;

Ο πατέρας μου έτριψε τα γόνατά του με τα γεμάτα κάλους χέρια του.

– Παρακολουθώ τις ειδήσεις, γιε μου, – είπε με τη φωνή του να ακούγεται πια κουρασμένη. – Κάθομαι στην πολυθρόνα μου και βλέπω τον κόσμο να κατακλύζεται από ανησυχία. Λογομαχούν οι πάντες. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι γεμάτα από ανθρώπους που τσακώνονται για πράγματα που δεν μπορούν να ελέγξουν.

Γύρισε προς το μέρος μου:

– Θέλουν να μας φοβίσουν. Θέλουν να βλέπουμε τον πλησίον μας ως εχθρό. Αυτό με κάνει να νιώθω μικρός. Αβοήθητος. Είμαι 80 ετών. Δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Δεν μπορώ να σταματήσω τις συγκρούσεις. Δεν μπορώ να τους αναγκάσω όλους να πάψουν να λογομαχούν.

Πήρε μια βαθιά ανάσα.

– Αυτός είναι ο λόγος που δημιουργώ μια στιγμή όπου μπορώ να ελέγξω κάτι. Αναγκάζω τον κόσμο να σταματήσει για τουλάχιστον δύο λεπτά. Και αλλάζω τον κόσμο στα όρια των δυνατοτήτων μου. Ανάγκασα εκείνη την κοπέλα να χαμογελάσει. Έκανα εκείνο τον άντρα να σκεφτεί. Αυτό μου δίνει την αίσθηση του ελέγχου. Αυτό μου αποδεικνύει ότι εξακολουθώ να έχω σημασία. Αυτό είναι εγωισμός. Το κάνω για τον εαυτό μου.

Φτάσαμε στο σπίτι του. Όταν τον βοηθούσα να βγει από το αυτοκίνητο, άρπαξε τη σακούλα με τη βρώμη.

– Προς τα πού πας τώρα; – τον ρώτησα, βλέποντας ότι κατευθυνόταν προς την γειτονική αυλόπορτα.

– Πάω στην κυρία Μαρία, – μουρμούρισε αυτός. – Αρρώστησε την περασμένη εβδομάδα, οι συγγενείς της όμως είναι μακριά. Πάω να της φτιάξω βρώμη με γάλα.

– Μπαμπά, – είπα με χαμόγελο εγώ. – Αυτό δεν είναι εγωισμός. Είναι αγάπη.

Σταμάτησε και με κοίταξε με λάμψη στα μάτια:

– Η κυρία Μαρία λέει ότι είμαι ο καλύτερος μάγειρας στον κόσμο. Αυτό κολακεύει πολύ την φιλαυτία μου. Καθαρός εγωισμός, γιε μου!

Εξαφανίστηκε στο σούρουπο, αυτός ο «εγωιστής» γέρος μου, που αποφάσισε να επιδιορθώνει αυτόν τον κόσμο με μια σοκολάτα και μια μερίδα βρώμης τη φορά.

Έμεινα για πολλή ώρα στο αυτοκίνητο πριν πάω σπίτι. Σκεφτόμουν τις ενημερώσεις που είχα στο κινητό μου. Την ένταση στους ώμους μου. Και μετά θυμήθηκα το πρόσωπο της Έλενας.

Μπορούμε να επιλέξουμε την καλοσύνη ακόμα και όταν είναι άβολο. Ειδικά όταν αυτό είναι άβολο

Ο πατέρας είχε δίκιο. Δεν μπορούμε να σώσουμε όλον αυτόν τον τεράστιο θορυβώδη κόσμο. Είναι υπερβολικά μεγάλος. Αλλά μπορούμε να φροντίσουμε στα τρία μέτρα χώρου γύρω μας. Μπορούμε να αναγκάσουμε τον κόσμο να κάνει μια παύση. Μπορούμε να επιλέξουμε την καλοσύνη ακόμα και όταν είναι άβολο. Ειδικά όταν αυτό είναι άβολο.

Αν αυτό είναι «εγωισμός», νομίζω ότι όλοι μας πρέπει να μοιάσουμε έστω και λίγο στον Ιβάν.

Βασίλειος Ρισκόβ
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

3/6/2026

×