Φωτογραφία: Franz Jachim / Flickr / CC BY 2.0
Κάποτε πήγα να ψωνίσω, πλησιάζω στο ταμείο και βλέπω μπροστά μου έναν γνωστό μου να κρατάει ένα μεγάλο καρότσι, γεμάτο τρόφιμα και αλκοολούχα ποτά σε μεγάλες ποσότητες. Απομάκρυνε το καρότσι από το διάδρομο, έβγαλε το καπέλο του και άρχισε με θεατρινίστικο τρόπο – όπως κάνει ο ζητιάνος για ελεημοσύνη – να ζητάει από τους πελάτες που ήταν κοντά στο ταμείο αυτοκόλλητα, με τα οποία, όπως κατάλαβα, μπορούσε κανείς να πάρει κάποια προϊόντα ως δώρο. Ορισμένοι γύριζαν με αποδοκιμασία το κεφάλι τους, άλλοι, αντίθετα, γελώντας του έδιναν τα αυτοκόλλητα που είχαν πάρει με την αγορά. Η ταμίας τον κοίταζε λοξά και κούναγε το κεφάλι, ενώ εγώ δυσαρεστημένος από αυτό που συνέβαινε αναρωτιόμουν με δυσαρέσκεια: «Καλά, είναι ενήλικας, και μάλιστα καθόλου φτωχός, τι ζητιανεύει! Προπάντων, κοίτα πόσο αλκοόλ έχει πάρει! Είναι μόλις μεσημέρι, και αυτός ετοιμάζεται κιόλας να πιει! Δεν ντρέπεται λίγο;!»
Βγαίνω έξω και τον βλέπω δίπλα στο αυτοκίνητό του να λέει κάτι σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που κάθεται στο μπροστινό κάθισμα. Με είδε, έβαλε τις τσάντες στο πίσω κάθισμα και μου έκανε ένα φιλικό νεύμα: σαν να μου έλεγε, περίμενε, μην φεύγεις! Κάποτε πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο, ήμασταν φίλοι, πηγαίναμε μαζί για ψάρεμα. Παραμερίσαμε και αρχίσαμε να μιλάμε. Στο δικό του χαρούμενο ερώτημα «Πώς πάει;», τον ρωτάω χωρίς χαμόγελο: «Βλέπω ότι πήρες μια ολόκληρη σακούλα κρασί, είστε μεγάλη παρέα που διασκεδάζετε;». Αυτός μου απαντάει με έκπληξη: «Μα εγώ δεν πίνω καθόλου εδώ και αρκετά χρόνια! Αυτά είναι για μια θεία μου από το χωριό. Μου τηλεφώνησε και μου το ζήτησε. Θα έχει επέτειο, σύντομα κλείνει τα ογδόντα, αλλά ζει σε μια τέτοια ερημιά, όπου εκτός από νοθευμένο οινόπνευμα δεν μπορείς να αγοράσεις τίποτα. Οπότε μου ζήτησε να της φέρω καλό κρασί για τους καλεσμένους. Δεν μπορώ να της το αρνηθώ». Του λέω: «Και τι τα θέλεις τα αυτοκόλλητα;» Ο φίλος μου έγνεψε προς την ηλικιωμένη γυναίκα στο αυτοκίνητο: «Κάτι γειτόνισσες της μαμάς μου της είχαν φέρει κατάλογο από αυτό το σουπερμάρκετ. Αυτή διάλεξε μερικές σαλατιέρες από τον κατάλογο. Ήρθα για να πάρω τις σαλατιέρες, αλλά μου λένε ότι δεν πωλούνται, δίνονται μόνο με αντάλλαγμα συγκεκριμένο αριθμό αυτοκόλλητων. Είπα στη μαμά: «Άσε με να σου αγοράσω οποιεσδήποτε άλλες», αλλά εκείνη δεν δέχτηκε με τίποτα: «Θέλω τις συγκεκριμένες!» Πρόσφατα είχε χειρουργηθεί και δεν πρέπει να αγχώνεται, οπότε αναγκάστηκα να κάνω λίγο τον κλόουν στο σουπερμάρκετ, για να μαζέψω αυτοκόλλητα για τις σαλατιέρες που της άρεσαν! Εντάξει, αρκετά για μένα, εσύ πώς είσαι; Χαίρομαι που σε βλέπω!» Και χαμογελά, κοιτάζοντάς με στα μάτια.
Ξεκίνησα να επιστρέψω σπίτι, ένιωθα πολύ άσχημα, ένιωθα προδότης. Τόσες κακίες είχα επινοήσει για έναν τόσο καλό άνθρωπο που ντρέπομαι! Αν δεν με είχε σταματήσει για να μιλήσουμε, θα είχα μείνει με την άποψή μου: αφού τα είχα δει όλα με τα ίδια μου τα μάτια! Και πώς έβαζε κουτιά με κρασί στο καρότσι, και πώς έκανε τον παλιάτσο μπροστά στους άλλους… Τελικά, όμως, κοίταζα τον άνθρωπο και δεν έβλεπα το πραγματικό του είναι. Έβλεπα μόνο το κακό, αυτό που ήθελα να δω.
Καθώς οδηγούσα, θυμήθηκα τα λόγια του Αγίου Νικολάου της Σερβίας, ο οποίος είχε πει κάποτε: «Ο Χριστός έψαχνε το καλό σε κάθε άνθρωπο, ενώ εμείς ψάχνουμε το κακό. Ο Χριστός έψαχνε το αγαθό στους ανθρώπους, επιθυμώντας να τους δικαιώσει, ενώ εμείς ψάχνουμε το κακό, για να τους καταδικάσουμε. Στον Χριστό ήταν οδυνηρό να μιλάει για τις αμαρτίες των άλλων, ενώ σε εμάς αυτό είναι ευχάριστο. Ο Χριστός με τα λόγια του μετέτρεπε τους αμαρτωλούς σε δίκαιους, ενώ εμείς με τα λόγια μας κάνουμε τους αμαρτωλούς ακόμα περισσότερο αμαρτωλούς. Ο Χριστός έσωζε τους ανθρώπους, ενώ εμείς τους καταστρέφουμε. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά…»

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία