Τα κλασικά έργα της ρωσικής λογοτεχνίας είναι ένα είδος σχολής του χριστιανισμού, η οποία σε μια καθαρή καλλιτεχνική μορφή μας διδάσκει από το σχολείο να γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τον κόσμο και τον Θεό σύμφωνα με τους νόμους του καλού, της αλήθειας και της ομορφιάς. Αυτό η σύντομη σημείωση επιχειρεί να κατανοήσει τα συμβολικά έργα της ρωσικής λογοτεχνίας, που έχουν διαβαστεί ήδη στην ώριμη εφηβεία, από τη θέση των ηθικών αρχών της Ορθοδοξίας.
Το υλικό για μελέτη που επιλέχθηκε αποτελείται από τα εξής μυθιστορήματα: «Οικογένεια Γκολοβλιόφ» του Μ.Ε. Σαλτικόφ- Στσεντρίν, «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπ. Λ. Παστερνάκ, «Νεκρές ψυχές» του Ν. Β. Γκόγκολ, «Ομπλόμοφ» του Ι. Α. Γκοντσαρόφ, και «Ο Κλήρος της εκκλησίας» του Ν. Σ. Λεσκόφ.
«Οικογένεια Γκολοβλιόφ»
«Οικογένεια Γκολοβλιόφ», μυθιστόρημα του Μ.Ε Σαλτικόφ-Στσεντρίν Στη ρώσικη λογοτεχνία δύσκολα θα βρεις πιο μελαγχολικό μυθιστόρημα από το «Οικογένεια Γκολοβλιόφ» του Σαλτικόφ-Στσεντρίν, και αυτό εξηγείται όχι μόνο από την ιδιαίτερη κοσμοθεωρία του συγγραφέα, ο οποίος ήταν, όπως είναι γνωστό, πολύ απαιτητικός με τους ανθρώπους, κάτι που αντικατοπτρίζεται στα σατιρικά του έργα, αλλά κυρίως λόγω της ευαγγελικής οπτικής, μέσω της οποίας ο Στσεντρίν κοιτάζει την ανθρωπότητα, γιατί παρά την υπέρμετρη ασφυκτικότητα και απελπισία της ατμόσφαιρας αυτού του βιβλίου, ο συγγραφέας αφήνει μια ελπίδα στον αναγνώστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τελικά, με τρόπο παράλογο και απροσδόκητο για τους γύρω του. Η αποθέωση της ακραίας απληστίας και φιλαργυρίας, της φαρισαϊκής υποκρισίας και των κενών λόγων, της περιφρόνησης όλων των οικογενειακών δεσμών και υποχρεώσεων είναι η συγκέντρωση της ανθρώπινης διαφθοράς σε μία σελίδα του κειμένου. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα αυτού του λαμπρού μυθιστορήματος. Ήδη στο πρώτο κεφάλαιο, όπου τα δύο αδέρφια έπειτα από επιθυμία της μητέρας τους μετακομίζουν στο Γκολόβλεβο, ώστε να δικάσουν τον τρίτο, ο Στσεντρίν αποκαλύπτει το συμβολικό νόημα αυτού που συνέβη, από το στόμα του άρρωστου πατέρα των ηρώων: «Ήρθαν να κρίνουν τον τελώνη οι Φαρισαίοι». Ακριβώς η εικόνα του Φαρισαίου στο ευαγγέλιο, ως εχθρού της αλήθειας, ως κύριου αντιπάλου του Χριστού, ως ήρωα της διάσημης παραβολής Του, κατέχει κεντρική θέση στο μυθιστόρημα στο πρόσωπο του Πορφύριου «Ιουντούσκα» Γκολοβλιόφ.
Αρχικά, ας θυμηθούμε τι λέει ο Φαρισαίος για τον εαυτό του στην παραβολή του Σωτήρα: «Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, τους ληστές, τους κακοποιούς, τους μοιχούς ή σαν αυτόν τον τελώνη» (Λκ.18: 11). Το κλειδί εδώ είναι η σύγκριση του εαυτού με τους άλλους, η έπαρση. Ο Ιουντούσκα Γκολοβλιόφ ταιριάζει πλήρως με αυτή την περιγραφή του Φαρισαίου: ο Στσεντρίν δε λυπάται να χρησιμοποιήσει σατιρικές αποχρώσεις, προκειμένου να περιγράψει πόσο καιρό εκείνος προσεύχεται, κάνει το σταυρό του, διδάσκει τους άλλους. Αξίζει να σημειωθεί ότι κανένας τύπος αμαρτωλού δεν αξίζει στο ευαγγέλιο να κατηγορηθεί εκτός από τους Φαρισαίους, Εκείνος τους ονομάζει «φίδια, απόγονοι της οχιάς» (Μτθ. 23: 29) και «τυφλοί ηγέτες των τυφλών» (Μτθ. 15:14), και ακριβώς αυτοί είναι οι δράστες της Σταύρωσής Του, και δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε. Όμως γιατί αυτοί ακριβώς είναι οι βασικοί Του αντίπαλοι; Επειδή μοιάζουν με «ζωγραφισμένους τάφους, οι οποίοι απέξω φαίνονται ωραίοι, αλλά μέσα είναι γεμάτοι με οστά νεκρών και με κάθε ακαθαρσία» (Μτθ. 23: 27). Ο Ιουντούσκα κάνει υποδείξεις σε άλλους, προσεύχεται νηστεύει, καλεί να κάνουν λειτουργίες στο σπίτι του, όμως ο ίδιος είναι πνευματικά νεκρός, είναι εχθρός της αλήθειας γιατί «ο ίδιος δεν μπήκε, αλλά εμπόδιζε αυτούς που μπήκαν» (Λκ. 11: 52).
Ιουντούσκα Γκολοβλιόφ. Ζωγράφος: Β. Μιλασέβσκι Φυσικά, μια τέτοια συμπεριφορά, γεμάτη υποκρισία και κενότητα, αποξενώνει τους άλλους, γιατί νομίζουν ότι όλοι οι πιστοί συμπεριφέρονται σαν τον Ιουντούσκα (έτσι έγινε αντιληπτή αυτή η εικόνα στη σοβιετική λογοτεχνική κριτική). Πράγματι, δεν υπάρχουν αντίποδες στο μυθιστόρημα. Φαίνεται ότι όλες οι υπόλοιπες εικόνες είναι σαν τους σωσίες του, τον μιμούνται, αλλά ακριβώς αυτός είναι ο βασικός αντιήρωας του μυθιστορήματος. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Στσεντρίν δημιουργεί τους χαρακτήρες του με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σαφές πόσο καλά γνωρίζουν την Αγία Γραφή, αλλά ταυτόχρονα είναι θρησκευόμενοι μόνο εξωτερικά.
Οι τελετουργίες δεν τους εμποδίζουν να είναι άπληστοι, θυσιάζοντας έτσι τους οικογενειακούς δεσμούς τους. Το μυθιστόρημα εξακολουθεί να ονομάζεται «Κύριοι Γκολοβλιόφ», και όχι «Πορφύρι Γκολοβλιόφ», και γι’ αυτό αξίζει να αναφέρουμε μερικά λόγια και για τους άλλους ήρωες, επειδή ο Στσεντρίν δείχνει τον εκφυλισμό ολόκληρης της οικογένειας, έναν ψυχότυπο καταδικασμένο να εξαφανιστεί εάν δεν αλλάξει τη ζωή του. Η Αρίνα Πετρόβνα, ο σύζυγός της και οι γιοι τους, δεν αποτελούν απλώς μια μικρή αριστοκρατία, πνευματικά αναλφάβητοι και αλλοιωμένοι από αιώνες αδράνειας και κενής ζωής, αλλά πρώτα απ’ όλα, μια γενικευμένη εικόνα ανθρώπου, που εξωτερικά τηρεί τους κανόνες της εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει την πνευματική φλόγα, τη φλογερή πίστη.
Ο Ιουντούσκα κάνει μετάνοιες και προσεύχεται, αλλά η προσευχή δε γίνεται γι’ αυτόν αγωγός της γεμάτης χάρη δύναμης του Αγίου Πνεύματος.
Τα αιτήματα της προ – επαναστατικής κυβέρνησης ήταν τέτοια που ανάγκαζαν κιόλας τους ανθρώπους να φέρουν κάθε χρόνο βεβαίωση ότι κοινώνησαν το Πάσχα. Μια τέτοια επιφανειακή πίστη των ανθρώπων, η απουσία πνευματικής φλόγας, ακολουθώντας το γράμμα και όχι το Πνεύμα της Γραφής και της Παράδοσης, ήταν προφανώς, ένας απ’ τους λόγους της επανάστασης. Ο Ιουντούσκα κάνει μετάνοιες, προσεύχεται, αλλά η προσευχή δε γίνεται γι’ αυτόν αγωγός της γεμάτης χάρη δύναμης του Αγίου Πνεύματος, ο ίδιος ο Στσεντρίν γράφει περί αυτού πολλά, τονίζοντας την πνευματική εξαθλίωση του χαρακτήρα του, επειδή όπως ο Φαρισαίος, δε χρειάζεται βοήθεια από ψηλά, γιατί τα ξέρει όλα. Οι μακροσκελείς μονόλογοί του, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί, η ακαταστασία τους, η γεμάτη υποκρισία άποψη ότι είναι τόσο μικρός απέναντι στον Θεό, απροστάτευτος, που κατανοεί την ανημποριά του, ενώ όλοι οι γύρω του είναι περήφανοι και αλαζόνες. Ακριβώς αυτή η σύγκριση του εαυτού με τους άλλους, όπως είδαμε στην παραβολή του Σωτήρα, θεωρείται το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Φαρισαίου, πνευματικό του πυρήνα αποτελεί η καταδίκη των άλλων και όχι του εαυτού.
Αλλά ο Στσεντρίν δε θα ήταν Ρώσος συγγραφέας, αν δεν έδειχνε σε αυτό το σκοτάδι της υποκρισίας και της αυτό-εξύψωσης, της υπερηφάνειας και της πονηριάς μια ακτίδα ελπίδας. Είναι η ξαφνική αναγέννηση του Ιούδα τη Βδομάδα των Παθών, τη Μεγάλη Πέμπτη: «η συνείδηση ξύπνησε, αλλά άκαρπα. Ο Ιουντούσκα γκρίνιαζε, θύμωσε, έτρεχε πάνω κάτω, με πυρετώδη πικρία περίμενε το βράδυ, όχι μόνο για να μεθύσει κτηνωδώς, αλλά για να πνίξει τη συνείδησή του στο κρασί». «Σηκώθηκε και περπάτησε πάνω κάτω στο δωμάτιο αρκετές φορές φανερά ταραγμένος. Τελικά πήγε στην Αννίνκα και τη χτύπησε στο κεφάλι. «Καημένη! Καημένη μου!» πρόφερε ήσυχα. Ο Ιουντούσκα δε μετανοεί για τις αμαρτίες του στο ναό, δεν τις συνειδητοποιεί, αλλά σχεδόν ασυνείδητα προσπαθεί στον τάφο της μητέρας του στη βροχή και το κρύο, και εκεί πεθαίνει. Φυσικά, αυτή δεν είναι μια εξολοκλήρου μετάνοια, και δεν άλλαξε τη ζωή του προς το καλύτερο, μα παρόλα αυτά, είναι η μεταμόρφωση -έστω και για μια στιγμή πριν το θάνατο- ενός Φαρισαίου σε τελώνη.
Το μυθιστόρημα του Σαλτικόφ- Στσεντρίν «Οικογένεια Γκολοβλιόφ» είναι για εμάς τους χοντροκέφαλους, υπερήφανους Φαρισαίους, οι οποίοι συχνά δεν καταλαβαίνουμε ότι όλα όσα έχουμε είναι του Θεού, ότι η υποκρισία είναι μια τρομερή αμαρτία ενώπιον του Θεού, καθώς και το να διδάσκουμε τους άλλους, η κενότητα και η αδράνεια. Επειδή ακριβώς η αδράνεια είναι που οδηγεί τον Ιουντούσκα στην πορνεία, η μία αμαρτία οδηγεί στην άλλη. Και έτσι ασυνείδητα, στο τόξο των παθών βαδίζουμε στον θάνατο, όταν -σύμφωνα με τα λόγια του Φιόντορ Καραμάζοφ- «δε θα μετανοήσουμε ποτέ». Αλλά για κάθε Φαρισαίο, όσο πεισματάρης κι αν είναι, υπάρχει η δυνατότητα να δει τον εαυτό του όπως είναι, χωρίς φανφάρες κενά λόγια, γίνεται τελώνης ενώπιος του Θεού.
«Δόκτωρ Ζιβάγκο»
«Δόκτωρ Ζιβάγκο», μυθιστόρημα του Μπ. Λ. Πατερνάκ. Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης Μια φορά καβγαδίζαμε με την πεθερά μου όλο το βράδυ για την περίπτωση του Γιούρι Ζιβάγκο. Εγώ υποστήριζα τη θέση ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι αγωνιστής ενάντια στις συνθήκες, επειδή ο ήρωας του μυθιστορήματος του Παστερνάκ είχε αδύναμο πνεύμα. Εκείνη δε, ως δασκάλα ρώσικης γλώσσας και λογοτεχνίας, ισχυριζόταν ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι αγωνιστές. Και η λέξη «άνθρωπος» δεν ακούγεται υπερήφανο. Τώρα ύστερα από περισσότερα από εκατό χρόνια από την πανεθνική πανωλεθρία της ρωσικής επανάστασης, είναι καιρός να στραφούμε ξανά στο μυθιστόρημα του Μπόρις Παστερνάκ για να καταλάβουμε τι συνέβη στον λαό μας, ότι απορρίφθηκε ένας κώδικας χιλίων ετών και επιδόθηκαν σε ένα παράλογο και σκληρό ιδεολογικό πείραμα. Στην ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας του ΧΧ αιώνα είναι δύσκολο να βρεις μυθιστόρημα, περισσότερο διαποτισμένο με το πνεύμα της χριστιανικής ταπεινοφροσύνης όσο το «Δόκτωρ Ζιβάγκο». Εκεί η πλειονότητα των χαρακτήρων αυτού του βιβλίου «δημιουργούν» ένα καινούργιο ‘αύριο’, καταστρέφοντας γι’ αυτό τον παλιό κόσμο, απορρίπτοντας τις χριστιανικές αξίες, ο Γιούρι Ζιβάγκο ακολουθεί το δικό του μονοπάτι, δημιουργώντας σπουδαίους στίχους που δοξάζουν τον Δημιουργό και τον ανθρώπινο πόνο. Φυσικά και εκείνος είναι επίσης αμαρτωλός, όπως όλοι μας, ο συγγραφέας δεν αθωώνει την εικόνα του, αλλά δεν την καταδικάζει κιόλας. Ο Ζιβάγκο διατηρεί την εικόνα του Θεού τουλάχιστον στο γεγονός ότι είναι ο Δημιουργός, ξεπερνώντας την αντίσταση των περιστάσεων, δημιουργώντας κάτι νέο παρά την πνευματική του κόπωση.
Στην ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας του ΧΧ αιώνα δύσκολα να βρεις μυθιστόρημα, περισσότερο διαποτισμένο με το πνεύμα της χριστιανικής ταπεινοφροσύνης, όσο ο ‘Δόκτωρ Ζιβάγκο’
Ο Ζιβάγκο δε μάχεται ενάντια στο καθεστώς. Σε αυτή την καινοτομία του μυθιστορήματος του Παστερνάκ, ο ήρωας γίνεται θύμα των περιστάσεων και ονειρεύεται μόνο ένα πράγμα, να τον αφήσουν ήσυχο, να τον αφήσουν στον εαυτό του και στο έργο του. Όπως και οι ήρωες της «Λευκής Φρουράς» του Μπουλγκάκοφ, καταλαβαίνει ότι οι μπολσεβίκοι γιορτάζουν το γεγονός ακριβώς ότι αντιπροσωπεύουν ένα νέο ψυχότυπο ανθρώπου-Νιτσεϊκού, που παίζει σκάκι με ένα μπιλιάρδο. Ενσωματώνοντας το ανθρωποκεντρικό κήρυγμα του Σατίν (ήρωας του Γκόρκι, ο οποίος πίστευε ότι πρέπει να γνωρίσεις την αλήθεια), αυτοί πιστεύουν ακράδαντα ότι ο άνθρωπος εκλήθη να χτίσει τον Παράδεισο στη γη, και τα μέσα που ταιριάζουν γι’ αυτό είναι τα πιο κατάλληλα. Ο Παστερνάκ αντιμετωπίζει δύο ήθη -το χριστιανικό και του Νίτσε. Το πρώτο δοξάζει το φτωχό πνεύμα, την ταπεινοφροσύνη και την ελεημοσύνη, η δεύτερη τη λατρεία της δύναμης και του μίσους προς τους αδύναμους. Σε γενικές γραμμές, ολόκληρη η επί του Όρους ομιλία του Σωτήρα δοξάζει τους «ασθενείς, τους τυφλούς, τους κουτσούς, τους ξηρούς, εκείνους που περιμένουν την κίνηση του νερού» (Ιω: 5,3), όχι μόνο των κυριολεκτικά ακρωτηριασμένων, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή όσων συνειδητοποιούν τη σωματική και πνευματική τους ανημποριά, την ανικανότητά τους να υπάρξουν χωρίς τον Θεό. Ακριβώς έτσι ο Γιούρι Ζιβάγκο, κι ας είναι αμαρτωλός ενώπιον του Θεού, αλλά ακόμα δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς να αγωνίζεται για το Υψηλότερο, την Πηγή του Φωτός και για κάθε καλό.
Ο συγγραφέας, Μπόρις Παστερνάκ Για παράδειγμα, δεν είναι τέτοιος ο Πάβελ Αντίποφ, γνωστός ως Στρέλνικοφ, ας είναι έντιμος άνθρωπος, αλλά η τραγωδία του έγκειται στο γεγονός ότι προσπάθησε με τις δικές του δυνάμεις να καθιερωθεί στον κόσμο, η υπερηφάνεια του, η αυτοπεποίθησή του για όλη την εντιμότητα και το θάρρος του, γίνονται αιτία για την αποτυχημένη ζωή του, επιπλέον, ο λόγος τον οποίο υπηρετεί, είναι θριαμβευτικός. Όπως λέει ο ήρωας του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χέμινγουέι «Να έχεις και να μην έχεις», Χάρρι Μόργκαν, «ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί τίποτα». Χωρίς βοήθεια από ψηλά, χωρίς ευλογημένη στήριξη θα υποστεί μια αναπόφευκτη ήττα. Η ζωή χαλάει αυτόν τον υπερήφανο άνθρωπο, αφήνοντας μόνο υπαρξιακά ερείπια. Μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος δεν ξέρουμε πού αφιέρωσε τον χρόνο του ο Γιούρι Ζιβάγκο, τι αποτελέσματα ακριβώς είχε η εργασία του. Μονάχα στους στίχους αποκαλύπτεται η ψυχή του, που πεινάει για τον Θεό, διψάει για αλήθεια και, για παράδειγμα, εδώ διαβάζουμε:
Και ο Μάρτης ρίχνει χιόνι
Στη βεράντα υπάρχει ένα πλήθος αναπήρων
Σαν να είχε βγει ένας άνθρωπος
Και έβγαλε και άνοιξε την κιβωτό
Και διανέμει τα πάντα μέχρι το νήμα
Και το τραγούδι διαρκεί μέχρι την αυγή
Και έχοντας φωνάξει την καρδιά της
Φτάνουν πιο ήσυχα από μέσα
Στις ερημιές κάτω από τα φώτα
Το Ψαλτήρι ή ο Απόστολος.
Αλλά τα μεσάνυχτα, το πλάσμα και η σάρκα θα σιωπήσουν
Έχοντας ακούσει τον ανοιξιάτικο ήχο
Ότι ο καιρός θα καθαρίσει
Ο θάνατος μπορεί να ξεπεραστεί
Ας προσπαθήσουμε την Ανάσταση.
Η απροθυμία να συμμορφωθεί με τους διώκτες του και με το αίμα του να απαντήσει στο αίμα, η απροθυμία να εδραιωθεί στη γη χωρίς τον Θεό, αυτό είναι το κύριο μήνυμα του μυθιστορήματος του Παστερνάκ
Το πασχαλινό πνεύμα διαπερνά τους στίχους από το μυθιστόρημα, η πίστη στο ότι μετά το 1917 στην ίδια τη χώρα «που βρίσκεται στον τάφο» θα «χαριστεί ζωή» από τον Χριστό Σωτήρα. Ο Ζιβάγκο στο τέλος του βιβλίου, αποσύρεται, δε θέλει να ζήσει. Έτσι φαίνεται στον αναγνώστη, ενώ μπορεί ο ήρωας ήδη να αναμένει μια συνάντηση με τον Δημιουργό, την επικείμενη αναχώρησή του σε Αυτόν. Η ταπεινότητα ενώπιον των δοκιμασιών, ακόμη και όταν αυτές είναι φρικτές, όπως η δοκιμασία της επανάστασης και του παγκοσμίου πολέμου, η απροθυμία να συμμορφωθεί με τους διώκτες του και να απαντήσει με το ίδιο του το αίμα στο αίμα, η απροθυμία να εδραιωθεί στη γη χωρίς τον Θεό, η πίστη στο ότι από τη φύση του ο άνθρωπος είναι αδύναμος και δεν ακούγεται καθόλου περήφανο, η επιθυμία να αντιπαραβάλουμε αυτή την χιλιετή σοφία με τη νέα ηθική των Νιτσεϊκών-μπολσεβίκων, όλα αυτά είναι τα κύρια μηνύματα του μυθιστορήματος του Παστερνάκ. Η πεθερά μου είχε δίκιο τελικά, εγώ έκανα λάθος, όχι μόνο επειδή ο Γιούρι Ζιβάγκο και άλλοι παρόμοιοι με αυτόν διανοούμενοι-δημιουργοί, οι οποίοι χάθηκαν στην επανάσταση, αξίζουν συμπόνοια και όχι μόνο για το γεγονός ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι αγωνιστές, αλλά για το γεγονός ότι κυρίως ο άνθρωπος και δεν πρέπει να είναι αγωνιστής, εάν αυτό υποδηλώνει αυτοεπιβεβαίωση παρά τις συνθήκες, γιατί η αληθινή δύναμη ενός χριστιανού έγκειται στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας του και της ανημποριάς του στη ζωή, στην ανικανότητά του να ξεπεράσει οτιδήποτε χωρίς τη βοήθεια του Θεού.
Το ίδιο το όνομα του μυθιστορήματος του Παστερνάκ υποδηλώνει ότι ο Γιούρι ήταν ο δόκτωρ Ζιβάγκο, δηλαδή (στα ρωσικά) ο γιατρός του Ζωντανού Θεού, Τον υπηρετούσε έτσι όπως μπορούσε, σκοντάφτοντας, αμαρτάνοντας, μετανοώντας, αλλά «μη φρονώντας τον εαυτό του» (Ρωμ. 12:3), σε όλη του τη ζωή έφερε χριστιανική ταπεινοφροσύνη, επιθυμία να υπηρετεί τον Ύψιστο, παρά την πορεία της ιστορίας. Τώρα που η παγκόσμια κρίση, όχι μόνο η οικονομική και πολιτισμική, αλλά και πνευματική εξέθεσε όλη την αγριότητα των παθών που βασανίζουν την ανθρωπότητα, γίνεται σαφές σε τι οδηγεί η νιτσεϊκή λατρεία της εξουσίας και του αμοραλισμού, η τρέλα της υπερηφάνειας. Πράγματι χρειάζεται μια νέα επανάσταση, προκειμένου να καταλάβουμε ότι ο κόσμος είναι αδιόρθωτος, ότι χωρίς της ευλογία του Θεού δεν είναι δυνατόν «να κάνουμε τίποτα» (Ιω. 15:5). Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπόρις Παστερνάκ, μπορούμε να σκεφτούμε όχι μόνο τα γεγονότα του προηγούμενου αιώνα, αλλά και τα σημερινά.
«Νεκρές ψυχές»
«Νεκρές ψυχές», μυθιστόρημα Ν. Β. Γκόγκολ. Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης Μερικά βιβλία πρέπει να τα ξαναδιαβάσεις κανονικά και ολόκληρα, ακόμη κι αν φαίνεται ότι τα ξέρεις και τα θυμάσαι όλα. Έτσι, το «Νεκρές ψυχές» πρέπει να το διαβάσεις όλο, τόσο τον πρώτο όσο και τον δεύτερο τόμο, γιατί ας πούμε το πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου τόμου δεν υστερεί σε τίποτα από οποιοδήποτε κεφάλαιο του πρώτου τόμου. Είμαστε έτσι συνηθισμένοι να αντιλαμβανόμαστε αυτό το σπουδαίο ποίημα σαν να είναι μόλις τα έντεκα κεφάλαια του πρώτου τόμου, που δεν χρειαζόμαστε τον δεύτερο. Αυτό είναι μεγάλο λάθος, διότι παρά το γεγονός ότι ο δεύτερος τόμος δεν ολοκληρώθηκε και είναι γνωστός μόνο στην πρώτη έκδοση, σε διακατέχει ένα εκπληκτικό αίσθημα ολοκλήρωσης και μία πληρότητα αφού γυρίσαμε την τελευταία σελίδα «ενός από τα τελευταία κεφάλαια» (όπως φαίνεται στο κείμενο) του δεύτερου τόμου των «Θανάσιμων ψυχών» και διαβάσαμε την τελευταία λέξη: «κι εμείς μόλις…». Οι συνηθισμένες ερμηνείες έχουν εισάγει για τα καλά στο μυαλό μας την κατανόηση του ποιήματος του Γκόγκολ ως αφήγησης για τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, ενώ η υπερβολική σταθεροποίηση στα πρώτα κεφάλαια στις συναντήσεις του Τσιτσικώφ με τους γαιοκτήμονες, φτωχαίνουν έντονα το κείμενο του βιβλίου. Είναι σημαντικό ότι, όπως και ο Ντοστογιέφσκι αργότερα, ο Γκόγκολ ήταν «εσωτερικός ρεαλιστής». Όπως μετά στον Ντοστογιέφσκι, έτσι στον Γκόγκολ όλα συμβαίνουν μέσα στον άνθρωπο εσωτερικά, επειδή οι ήρωες είναι τα πάθη προσωποποιημένα, οι κακίες της ανθρωπότητες, και καθόλου ψυχολογικοί τύποι.
Αυτό το βιβλίο δεν αναφέρεται στη δουλοπαροικία. Αναφέρεται σε αυτό που κάνει την ψυχή του ανθρώπου ζωντανή και σε αυτό που τη νεκρώνει
Όπως και οι τρεις αδερφοί Καραμαζόφ (ακόμα και ο Σμερντιάκοφ) υπάρχει στον καθένα από εμάς, έτσι και οι γαιοκτήμονες από τις «Νεκρές ψυχές» και ο ίδιος ο Τσιτσικώφ βρίσκονται στον καθένα από εμάς (γιατί σε ένα από τα αποσπάσματα του ποιήματος, στο ενδέκατο κεφάλαιο του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας μιλάει ευθέως γι’ αυτό). Βέβαια η αγορά των ψυχών των νεκρών από τους ζωντανούς εμφανίζεται σε αυτό το βιβλίο σε όλο του το μεγαλείο, όπως πουθενά αλλού. Ο ρομαντικός Γκόγκολ, ο συγγραφέας του «Βραδιές στο αγρόκτημα κοντά στη Ντικάνκα» με όλο τον μυστικισμό και στις «Νεκρές ψυχές» εξέπληξε τον αναγνώστη με ένα ασυνήθιστο νόημα, αν και βασικά δεν υπάρχει τίποτα το φανταστικό σε αυτό. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο δεν αναφέρεται στη δουλοπαροικία (τουλάχιστον όχι μόνο σε αυτή). Αναφέρεται σε αυτό που κάνει την ψυχή του ανθρώπου ζωντανή και σε αυτό που τη νεκρώνει. Πιο σωστά, ο πρώτος τόμος μιλάει ακριβώς για αυτό που θανατώνει, ενώ οι επόμενοι θα έπρεπε να μιλούν γι’ αυτό που της δίνουν ζωή. Το εξαιρετικό βιβλίο του Γκόγκολ «Επιλεγμένα αποσπάσματα από αλληλογραφία με φίλους» ως απάντηση στην οποία ο Μπελίνσκι ξέσπασε στην ξέφρενη επιστολή του, γεμάτη μισανθρωπία και ρωσοφοβία, ήδη στην πραγματικότητα μετέτρεψε τον συγγραφέα των «Νεκρών ψυχών» από πεζογράφο σε πνευματικό συγγραφέα. Γι’ αυτό τού ήταν τόσο δύσκολο να γράψει τον δεύτερο τόμο για την αναγέννηση του Τσιτσικώφ, όμως το ταλέντο του δεν εξασθενούσε, και παρόλο που η σάτιρά του να ήταν λιγότερη από τη θλίψη, αλλά υπήρξε σχεδόν περισσότερη θλίψη (ας θυμηθούμε την ιστορία του Τεντέτνικοφ).
Εικόνα από το μυθιστόρημα «Νεκρές ψυχές»
Οι «Νεκρές ψυχές» βέβαια, είναι ένα βιβλίο για τη Ρωσία, το οποίο προκαλεί χαμόγελο και θλίψη, ειλικρινές γέλιο και εξίσου γνήσια δάκρυα, όχι μόνο επειδή δεν αλλάζει τίποτα για εμάς (ας θυμηθούμε τις περιπλανήσεις του Τσιτσικώφ στα γραφεία), αλλά επειδή η ανθρωπότητα δεν αλλάζει. Ο Γκόγκολ, ως χριστιανός, πίστευε στη δυνατότητα της ατομικής αναγέννησης του ανθρώπου, αλλά όχι της ανθρωπότητας. Κυριολεκτικά κάθε στίχος αυτός του ποιήματος ρέει με αγάπη στην ανθρωπότητα και στο λαό του: πόσο ανόητος όποιος υποστηρίζει ότι ο Γκόγκολ ήταν ζοφερός και τρελός. Αυτό μπορούν να το πούνε μόνο όσοι δε διάβασαν το βιβλίο! Το φωτεινό, απίστευτα ζωηρό ταλέντο του Γκόγκολ εμφανίστηκε πρώτα στις «Βραδιές…» και αποκαλύφθηκε εντελώς, βέβαια, εδώ, στις «Νεκρές ψυχές». Αυτό το απίστευτα ανθρωπιστικό έργο, στο οποίο δεν υπάρχει λέξη καταδίκης κατά της ανθρωπότητας, αλλά είναι γεμάτο αγανάκτηση σχετικά με τις κακίες της, στην οποία υπάρχει τόση γνώση για τους ανθρώπους και για τη ζωή, που κανένας σύγχρονος συγγραφέας δεν μπορεί να διαφωνήσει μαζί του ως προς αυτό. Αυτό είναι ένα αιώνια ζωντανό κείμενο, το οποίο ακόμη μία φορά επιβεβαίωσε ότι τα κλασικά έργα, δεν είναι σκονισμένα φύλλα στο ράφι μας, αλλά ζωντανή αναπνοή της ζωής και του πολιτισμού.
«Ομπλόμοφ»
«Ομπλόμοφ», μυθιστόρημα του Ι.Α Γκοντσαρόφ Διαβάζοντας τον «Ομπλόμοφ», μαζί με τη «Συνηθισμένη ιστορία» και τον «Γκρεμό» πριν από πέντε χρόνια, έτεινα να βλέπω τον Γκοντσαρόφ σαν καταγγέλοντα της ονειροπόλησης και της αδράνειας. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, καταλαβαίνω ότι δεν όλα τόσο απλά. Πρώτον, βέβαια, ο Στολτς έχει πολύ λιγότερο χώρο από τον Ομπλόμοφ, ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτόν ως αντίβαρο του βασικού ήρωα (στο πρώτο και το τρίτο μέρος δεν εμφανίζεται καθόλου ως χαρακτήρας), αλλά και τώρα ο Στολτς μού προκαλεί θαυμασμό, ενώ ο Ομπλόμοφ τη συμπόνοια, η οποία δεν υπήρχε στην πρώτη ανάγνωση. Το μυθιστόρημα του Γκοντσαρόφ αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη, στην οποία δεν έχει δοθεί χώρος, είναι ένα βιβλίο για την πνευματική δειλία ενός εξαίρετου και καθαρού ανθρώπου. Ο Ομπλόμοφ περιγράφεται από τον συγγραφέα ως ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν επιθυμεί να ενταχθεί ούτε σε έναν αγώνα καριέρας, ούτε σε χρηματικές απάτες, ούτε σε ένα κοσμικό φτερούγισμα στη ζωή, όπως ο λίβελος του Κριλόφ. Και το ίδιο το όνειρο του Ομπλόμοφ για τα παιδικά του χρόνια -γοητευτικές σελίδες, απίστευτα ποιητικές, όμορφες- χρησιμεύουν στον Γκοντσαρόφ προκειμένου να τονίσουν τι ανέθρεψε και καλλιέργησε τον βασικό χαρακτήρα και αυτά που ονειρεύεται. Μερικοί φιλελεύθεροι βλέπουν σε αυτό το βιβλίο ένα στοχασμό για τη νοοτροπία του ρώσικου λαού, ωστόσο αυτό είναι στην ουσία λανθασμένο. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει ακριβώς για την ουσία της σκέψης, ούτε καν για την αριστοκρατία και τη διανόηση, αλλά ακριβώς για εκείνον που είναι συνηθισμένος να εργάζεται στη χώρα μας όχι με τα χέρια, αλλά με το νου.
Το μυθιστόρημα του Γκοντσαρόφ αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη, στην οποία δεν έχει δοθεί χώρος, είναι ένα βιβλίο για την πνευματική δειλία ενός εξαίρετου και καθαρού ανθρώπου
Αυτοί οι άνθρωποι είναι συχνά αδρανείς, νωθροί, ονειροπόλοι με την ασκητική έννοια αυτής της λέξης. Ο Ομπλόμοφ καταστράφηκε από τον ‘ομπλομοφισμό’, έναν τρόπο ζωής στον οποίο δεν υπάρχει χώρος για εργασία, προσπάθεια και ενεργό επιθυμία να ξαναφτιάξει τον εαυτό του. Ο Στολτς συνεχίζει να τον ξυπνά και να τον ξυπνά και με τίποτα δεν μπορεί να τον ξυπνήσει, δεν μπορεί να τον ξυπνήσει ούτε η αγάπη της Όλγας (σελίδες αφιερωμένες στην ανάπτυξη του αισθήματός της, μερικές από τις πιο υπέροχες, σοφές στην παρατήρησή τους, στην κατανόηση της γυναικείας φύσης, οι οποίες υπήρξαν στη λογοτεχνία μας). Ο Ομπλόμοφ είναι επίσης ικανός να αισθάνεται, όμως αυτό τον μετατρέπει στο τελειότερο αδύναμο, τον κάνει να φοβάται το παραμικρό θρόισμα και την κοινή γνώμη. Αν η αγάπη κάνει την Όλγα γενναία, σίγουρη για τον εαυτό της, την εμπνέει, την κάνει να αγωνίζεται μπροστά, τότε τα έντονα συναισθήματα του Ομπλόμοφ μόνο τον επιβραδύνουν αλλά δεν μπορούν με τίποτα να τον ξυπνήσουν από τον ύπνο, να τον εμπνεύσουν να αναγεννηθεί. Το μυθιστόρημα του Γκοντσαρόφ έχει τεράστια ασκητική σημασία για τον Ορθόδοξο αναγνώστη. Δείχνει την αυθεντική/βαθιά άβυσσο της αδράνειας, της νωθρότητας. Οι οποίες είναι ικανές να καταστρέψουν ακόμη και την πιο αγνή ψυχή. Μετά τη δεύτερη ανάγνωση δεν έχω αμφιβολία ότι ο συγγραφέας ήθελε να προκαλέσει συμπόνοια για τον Ομπλόμοφ, αλλά επιτέθηκε ανελέητα στο κακό που τον κατέστρεψε (ο ίδιος ο ήρωας το καταλαβαίνει, αυτή είναι η τραγωδία!).
Αποδεικνύεται ότι ο συγγραφέας δεν καταδικάζει τον ήρωα, αλλά τον συμπονά σαν έναν ασθενή με πνευματική ασθένεια, μισώντας ταυτόχρονα αυτή την ασθένεια. Αυτό δεν είναι μάθημα για όλους εμάς, πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους ώστε να μην τους καταδικάζουμε ενώ μισούμε το κακό που τους καταστρέφει και εμάς μαζί τους, γιατί δε διαφέρουμε σε τίποτα από εκείνους! Το «Ομπλόμοφ» του Γκοντσαρόφ είναι γραμμένο με ένα ανεπανάληπτο τρόπο, που είναι χαρακτηριστικό αυτού του συγγραφέα: χωρίς βιασύνη, διεξοδικά, εξαιρετικά έξυπνα, γοητεύοντας με κάθε σελίδα όλο και περισσότερο την προσοχή του αναγνώστη με μία περιστροφή όχι μόνο της πλοκής, αλλά και των ίδιων των σκέψεων του συγγραφέα. Σε αντίθεση με το γεμάτο λέξεις και έννοιες και υπερφορτωμένο με χαρακτήρες «Γκρεμό» και την κάπως ρουστίκ «Ασυνήθιστη ιστορία», το δεύτερο μυθιστόρημα του Γκοντσαρόφ είναι ικανό να γοητεύσει και να εντυπωσιάσει σε κάθε νέα ανάγνωση. Αυτό το τρυφερό βιβλίο γεμάτο συμπόνοια για τους ήρωες, που έχουν χαθεί στις περίπλοκες καταστάσεις της ζωής, μπορεί να διαδραματίσει και ένα καθαρά πρακτικό ρόλο στη ζωή του αναγνώστη.
«Ο Κλήρος της Εκκλησίας»
«Ο Κλήρος της Εκκλησίας», του Ν. Σ. Λεσκόφ Διάβασα για πρώτη φορά τον «Κλήρο της Εκκλησίας» του Λεσκόφ πριν από είκοσι χρόνια και αυτό το κείμενο αμέσως μπήκε στη λίστα με τα αγαπημένα μου έργα: διότι ο Λεσκόφ περιέγραψε τον ρωσικό Κλήρο με τόσο αντισυμβατικό, ζωντανό τρόπο, με πληθώρα αξέχαστων λεπτομερειών, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα που είχα τότε σε σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία. Τώρα, ξαναδιαβάζοντας αυτό το εκπληκτικό μυθιστόρημα, παρατηρώ μερικά χαρακτηριστικά που μου προκαλούν μια περισσότερο συγκρατημένη αντίδραση. Πολλά στο μυθιστόρημα θυμίζουν μια μεγάλη αστεία ιστορία, ένα ανέκδοτο, καρυκευμένο μερικές φορές με χαριτωμένα στοιχεία, όμως αυτά τα κωμικά σκίτσα σταδιακά εξελίσσονται σε μια πραγματική τραγωδία. Στην πρώτη ανάγνωση δεν έδωσα προσοχή στην κύρια σύγκρουση του μυθιστορήματος, οι πιο εντυπωσιακές ήταν εκείνες με τις πλούσιες λεπτομέρειες, οι οποίες τώρα με κάνουν να χαμογελάω, τίποτα περισσότερο. Εκπλήσσομαι που δεν πρόσεξα παλιότερα ότι η βασική σύγκρουση του βιβλίου- δεν είναι καθόλου η ιστορία της σύγκρουσης των κατοίκων του Καθεδρικού ναού της παλιάς πόλης με τους λεγόμενους «καινούργιους ανθρώπους», ή με άλλα λόγια, τους μηδενιστές- αλλά η διαμάχη του αρχιερέα Σαβέλι, ενός ζηλωτή του γνήσιου Χριστιανισμού με τους γραφειοκράτες και τους απατεώνες.
Μόνο ο αληθινός χριστιανός μπορεί να καταλάβει σωστά τις ασθένειες της Εκκλησίας, το πρόβλημα της ανθρώπινης ατέλειας ως προς το θέμα της υπηρεσίας του Θεού και των ανθρώπων και μόνο αυτός έχει το θάρρος να μην καταδικάσει την Εκκλησία ολοκληρωτικά και να μην απομακρυνθεί από Εκείνον. Ο ίδιος ο Λεσκόφ ήταν τέτοιος χριστιανός, έδειχνε τις ανεπάρκειες, τα λάθη, τις αδυναμίες της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά ποτέ δεν έγινε κάποιος ανόητος που γελά με τη γύμνια του πατέρα του. Ο Αρχιερέας Σαβέλι Τουμπερόζοφ με τη δύναμη των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, εκθέτει την επισημότητα και την παιδεία, την αδυναμία να δούμε το πραγματικό νόημα ολόκληρης του ρωσικού προβλήματος. Η απώλεια της οντολογικής σοβαρότητας, η αστάθεια της κοσμοθεωρίας, η μετατροπή όλων σε αστείο, ο αδιαίρετος θρίαμβος της μηδενιστικής και επαναστατικής κοσμοθεώρησης, όλα αυτά προκαλούν τον προβληματισμό του και προσπαθώντας να αντιταχθεί σε αυτό, φθείρει την υγεία του.
Ο Κλήρος της Εκκλησίας είναι ένα βιβλίο για την κρίση την οποία περνούσε η Εκκλησία και η κοινωνία εκείνα τα χρόνια, για τις καταιγίδες που τους τάραξαν
Ο Τουμπερόζοφ δεν είναι ο μοναδικός στην Εκκλησία, τον περιβάλλουν όχι μόνο κακοποιοί, αλλά ακόμα και γενικά καλοί άνθρωποι γίνονται εύκολα όμηροι είτε νέων ιδεών είτε γραφειοκρατών απατεώνων. Ο Τουμπερόζοφ κυριολεκτικά στον αγώνα του δεν έχει βασιστεί σε κανέναν, ούτε καν στους στενότερους συνεργάτες του, τον διάκονο Αχιλλέα, ο οποίο σπατάλησε το ισχυρό του πνεύμα σε μικρές και μεγάλες απατεωνιές, όπως ένα παιδί που εμπλέκεται σε διάφορες περιπέτειες (αυτό είναι γενικά πολύ ζωντανή, πολύχρωμη εικόνα που είναι θαυμαστή για τον αυθορμητισμό της και ταυτόχρονα τρομάζει με την απερισκεψία της), και τον πατέρα Ζαχαρία, ο οποίος δεν μπορεί να δει τον πραγματικό κίνδυνο που επίκειται στη Ρωσία και την Ορθοδοξία. Ωστόσο, ούτε οι ιδεολογικοί τους αντίπαλοι, ούτε ο Βαρνάβας Πριποτένσκι, ο οποίος διαφθείρει τα μυαλά των μαθητών του με αμφιβολίες για την ιστορία της Ιερωσύνης, ούτε ο αρπακτικός συνωμότης Θερμοσέσοφ δεν θα μπορούσαν να κλονίσουν την πίστη στην Παλιά Πόλη, αν δεν είχε διαχωριστεί από μόνη της. Ο «Κλήρος της Εκκλησίας» είναι ένα βιβλίο για την κρίση την οποία περνούσε η Εκκλησία και η κοινωνία εκείνα τα χρόνια, για τις καταιγίδες που τους τάραξαν. Αφού διαβάσουμε προσεκτικά το μυθιστόρημα του Λεσκόφ, μπορούμε να ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στον ίδιο μας τον εαυτό.
Όπως είδαμε, σε αυτά τα πέντε σπουδαία κείμενα, ο σύγχρονος Ορθόδοξος αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει προβλήματα, τα οποία πουθενά υπάρχουν ακόμη στη ζωή μας, θα μπορέσουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους καλύτερα. Τρεφόμενη από τους χυμούς της χιλιετούς χριστιανικής παράδοσης, η ρωσική κλασική λογοτεχνία είναι σήμερα πολύ πιο ζωντανή από την τωρινή «θνησιγενή» λογοτεχνία. Τα ηθικά μαθήματα τέτοιων βιβλίων όπως οι «Οικογένεια Γκολοβλιόφ», «Ομπλόμοφ», «Νεκρές ψυχές», «Κλήρος της Εκκλησίας» και «Δόκτωρ Ζιβάγκο», έχουν τεράστια σημασία στον κόσμο, ο οποίος σταδιακά χάνει την ιστορική του μνήμη. Αφού αρχίσουμε να διαβάζουμε στην παιδική ηλικία και αφού τα ξαναδιαβάσουμε σε ώριμη ηλικία, μπορούμε να αποφύγουμε πολλά καταστροφικά λάθη, όσο μεγαλώνουμε και όσο γερνάμε. Είναι βιβλία, τα οποία πρέπει να μελετάμε σε όλη μας τη ζωή.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία