Η Είσοδος του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Ζωγράφος (Ανδρέας Μιρόνοβ, 2016)
Δύο χιλιάδες χρόνια πριν
Πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, καθισμένος πάνω σε πουλάρι, πλησίαζε στην Ιερουσαλήμ…
Αυτό συνέβη τη δέκατη ημέρα του εαρινού μήνα Νισάν, και η ημερομηνία αυτή, φυσικά, δεν ήταν τυχαία. Κάποτε, όταν ο Θεός έβγαζε τους Εβραίους από την Αίγυπτο, επέβαλε στη «γη Χαμ» τη δέκατη πληγή, που ήταν η πιο φοβερή. Εκείνη τη νύχτα, στην Αίγυπτο έπρεπε να πεθάνουν όλα τα πρωτότοκα, αρσενικά βρέφη, από τον πρωτότοκο γιο του ίδιου του Φαραώ μέχρι τον πρωτότοκο της τελευταίας δούλης. Όμως, ο Άγγελος του θανάτου, που στάλθηκε από τον Θεό εκείνη τη φοβερή νύχτα ως τιμωρία στους Αιγυπτίους, δεν έπρεπε να μπαίνει στα σπίτια των υιών Ισραήλ.
Πώς λοιπόν ο Άγγελος του θανάτου ξεχώριζε τα σπίτια των Εβραίων από τα σπίτια των Αιγυπτίων; Πέντε ημέρες πριν από την πληγή, στις δέκα του Νισάν, κάθε Εβραίος έπρεπε να επιλέξει για την οικογένειά του έναν αμνό χωρίς ελάττωμα (δηλαδή, χωρίς κηλίδες στο τρίχωμα ή οποιοδήποτε σωματικό ελάττωμα). Μετά από αυτό, ο επιλεγμένος αμνός έπρεπε να φυλάσσεται στην οικογένεια μέχρι τις δεκατέσσερις του Νισάν (τότε που θα συνέβαινε και η δέκατη πληγή), ώστε οι ιδιοκτήτες του να έχουν βεβαιωθεί τελεσίδικα στη διάρκεια αυτού του χρόνου ότι το αρνί δεν είχε κανένα ελάττωμα και να το «προετοιμάσουν» για τη θυσία.
Ο Άγιος Ιννοκέντιος Επίσκοπος Χερσώνας έγραφε: «Δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι για την είσοδο στην Ιερουσαλήμ επιλέχθηκε, φυσικά όχι χωρίς ειδικό σκοπό, ακριβώς εκείνη η ημέρα... Πράγματι, μετά την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ, όλες τις υπόλοιπες ημέρες μέχρι τον θάνατό Του, ο Ιησούς Χριστός παρέμενε ανάμεσα στον λαό ως αμνός προς θυσία πλέον, που με προφανή τρόπο καταδικάστηκε σε σφαγή: αυτές τις ημέρες, τόσο ο Ίδιος όσο και οι εχθροί Του, τις πέρασαν ακριβώς μέσα στην προετοιμασία για τον θάνατό Του»[1].
Στις δεκατέσσερις του Νισάν, κάθε Εβραίος έπρεπε να φέρει τον αμνό στο κατώφλι του σπιτιού του και να το σφάξει. Αφού έσφαζε το αρνάκι, μάζευε το αίμα σε ένα ειδικό δοχείο και έβαφε με το αίμα αυτό τις παραστάδες και το ανώφλι της πόρτας της κατοικίας του.
Οι Εβραίοι έσφαζαν το αρνί προς το βράδυ της 14ης Νισάν, και απαγορευόταν να το αφήνουν μέχρι την επόμενη μέρα:
«Οὐκ ἀπολείψετε ἀπ᾿ αὐτοῦ ἕως πρωΐ καὶ ὀστοῦν οὐ συντρίψετε ἀπ᾿ αὐτοῦ» (Εξ.12: 10).
Το σφάγιο του αμνού το έψηναν, όπως υποστηρίζει ο σύγχρονος ρωμαιοκαθολικός βιβλικός Μπραντ Πίτρι[2], σε σταυροειδή σούβλα, έτσι ώστε ολόκληρο το σφάγιο να είναι εκτεθειμένο και να μην μείνει άψητο κανένα τμήμα, ώστε στη συνέχεια να φαγωθεί.
Όσο οι Εβραίοι έτρωγαν το αρνί με άζυμα και πικρά χόρτα, ο Άγγελος του θανάτου κατέβηκε στη «γη Χάμ». Περνούσε από σπίτι σε σπίτι, από κατώφλι σε κατώφλι, και προσπαθούσε να μπει σε κάθε σπίτι, πλην όμως το αίμα των αρνιών στα εβραϊκά σπίτια τον σταματούσε, και έτσι τα παράκαμπτε αυτά τα σπίτια. Ονομάστηκε Πάσχα εκείνη η ένδοξη και τρομερή νύχτα, που σε όλα τα σπίτια της γης της Αιγύπτου, εκτός από αυτά που είχαν σημαδευτεί με το αίμα της θυσίας, πέθαναν τα πρωτότοκα. Η λέξη «Πέσαχ» στα εβραϊκά σημαίνει «προσπέρασε», «παρέκαμψε».
Ο Θεός έδωσε εντολή στους Εβραίους να γιορτάζουν αυτή τη μεγάλη γιορτή, την ημέρα της εξόδου από την Αίγυπτο, «εἰς πάσας τὰς γενεὰς ὑμῶν», ώστε να θυμούνται το έλεος του Θεού προς τον λαό Του και το γεγονός ότι αυτοί, οι Εβραίοι, σώθηκαν με το αίμα του άμωμου αμνού.
«Καὶ ἔσται ἡ ἡμέρα ὑμῖν αὕτη μνημόσυνον· καὶ ἑορτάσετε αὐτὴν ἑορτὴν Κυρίῳ εἰς πάσας τὰς γενεὰς ὑμῶν· νόμιμον αἰώνιον ἑορτάσετε αὐτήν» (Εξ. 12: 14).
Έτσι καθιερώθηκε η σημαντικότερη εβραϊκή γιορτή – Το Πάσχα.
Τα πασχαλινά αρνιά
Αφού ο βασιλιάς Σολομών έχτισε τον ναό στην Ιερουσαλήμ, οι Εβραίοι δεν σκότωναν πλέον τα αρνιά στις εισόδους των σπιτιών τους, αλλά τα έφερναν στην Ιερή Πόλη και τα θυσίαζαν στον ναό.
Αναρίθμητα κοπάδια από όλα τα μέρη της χώρας οδηγούνταν στους δρόμους της Παλαιστίνης προς το βωμό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, την εποχή του Χριστού, στην Ιερουσαλήμ ζούσαν περίπου εκατό χιλιάδες άνθρωποι, για να φτάσει ο αριθμός των προσκυνητών το Πάσχα ο σχεδόν το ένα εκατομμύριο! Επειδή το να φέρνουν τα αρνιά από μακριά δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση, οι Λευίτες (οι λειτουργοί του ναού, που κατάγονταν από τη φυλή του Λευί) άρχισαν να εκτρέφουν οι ίδιοι αρνιά στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ και να τα πωλούν στους προσκυνητές στη συνέχεια στην αγορά προβάτων, ακριβώς έξω από τα τείχη της πόλης, απέναντι από την Προβατική πύλη και τη Βηθεσδά (Προβατική κολυμβήθρα). Οι βοσκοί από τη Βηθλεέμ, τη στιγμή της γέννησης του Χριστού, πιθανότατα να φύλαγαν τα κοπάδια του ναού, που προορίζονταν για θυσία…
Ο Άγγλος δημοσιογράφος και περιηγητής Χένρι Β. Μόρτον περιγράφει τη θυσία των πασχαλινών αρνιών στο βιβλίο του «Η Αγία Γη» με τον εξής τρόπο:
«Τα πασχαλινά αρνιά σφάζονταν την 14η ημέρα του μήνα Νισάν, την ημέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Οι ημερήσιες θυσίες στο ναό ξεκινούσαν μία ώρα νωρίτερα από το συνηθισμένο, προκειμένου να μπορέσουν χιλιάδες ζώα να σφαγούν, να καθαριστούν, να τεμαχιστούν και να μαγειρευτούν για το βραδινό γεύμα.
Χιλιάδες άνθρωποι έφερναν τα αρνιά τους, καταλαμβάνοντας όλους τους δρόμους που οδηγούσαν στο ναό. Το αρνί έπρεπε να είναι χωρίς ελαττώματα, όχι μικρότερο από οκτώ ημέρες, αλλά όχι και μεγαλύτερο από ένα χρόνο...
Τα εορτάζοντα πλήθη χωρίζονταν σε τρεις ομάδες, και κάθε μία εισέρχονταν με τη σειρά της στο ναό. … Δύο σειρές ξυπόλυτων ιερέων με λευκά ρούχα στέκονταν κατά μήκος του δρομάκου προς το βωμό των ολοκαυτωμάτων. Η μία σειρά κρατούσε χρυσά, και η άλλη ασημένια σκεύη. Κάθε άτομο από το πλήθος έσφαζε το δικό του αρνί. Μόλις το έσφαζε, ο πλησιέστερος ιερέας μάζευε το αίμα σε ένα σκεύος και το παρέδιδε πιο πέρα στη σειρά, για να πάρει σε αντάλλαγμα ένα άδειο σκεύος. Οι ιερείς που βρίσκονταν στην κορυφή της σειράς έχυναν το αίμα στη βάση του βωμού, οπότε τα κόκκινα ρεύματα διοχετεύονταν μέσω υπόγειων αγωγών προς το Χείμαρρο των Κέδρων. Οι ήχοι της σάλπιγγας αντηχούσαν πάνω από το ναό, σηματοδοτώντας κάθε θυσία, και οι Λευίτες οδηγούσαν τα πλήθη, ψάλλοντας ύμνους προσευχής.
Τα σφαγμένα αρνιά κρέμονταν σε γάντζους κατά μήκος της Αυλής ή σε πασσάλους, … και σε αυτή τη θέση τα έγδερναν. Το εσωτερικό λίπος διαχωριζόταν από το σφάγιο και, μαζί με τα θυμιάματα, τοποθετούνταν πάνω στο βωμό. Το τρίχωμα το άφηναν στην άκρη: αυτό αποτελούσε εισόδημα του κλήρου. Στη συνέχεια, η τελετή επαναλαμβανόταν με τη δεύτερη ομάδα και ούτω καθεξής, μέχρι να σφαγούν πολλές χιλιάδες αρνιά.
Όταν τελείωνε η μεγάλη σφαγή, οι ιερείς ξέπλεναν το αίμα στην Αυλή, και οι άνθρωποι διασκορπίζονταν στα σπίτια, στα ενοικιαζόμενα δωμάτια και στις σκηνές για να ετοιμαστούν για το γλέντι…»[3]
«Ευλογημένος ο Ερχόμενος…»
Λοιπόν, στις δέκα του Νισάν, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός πλησίαζε την Ιερουσαλήμ καθισμένος πάνω σε ένα γαϊδουράκι…
Η κατηφόρα από το Όρος των Ελαιών οδηγούσε προς την κοιλάδα των Κέδρων, πίσω από την οποία ξεκινούσε η πόλη. Εδώ, στην πλαγιά του Όρους, πλήθη Εβραίων προσκυνητών, που είχαν φτάσει στην πόλη για το Πάσχα, βγήκαν να Τον υποδεχτούν με πανηγυρικούς ύμνους και χαρμόσυνες φωνές χαιρετισμού. Πολλοί από τους προσκυνητές είχαν ήδη ακούσει για το θαύμα που είχε κάνει ο Ιησούς την προηγούμενη μέρα: για την ανάσταση του Λάζαρου στο κοντινό χωριό Βηθανία. Μόνο ο Μεσσίας μπορούσε να κάνει ένα τέτοιο θαυμαστό θαύμα!
«Σε μια έκρηξη ενθουσιασμού, μερικοί άρχισαν να κόβουν κλαδιά φοίνικα και, καθώς τα κουνούσαν στον αέρα, τα έριχναν στο δρόμο μπροστά στον Ιησού· άλλοι έβγαζαν τη φορεσιά τους και την στρώνανε κάτω από τα πόδια του μικρού πουλαριού. Ο ένας προσπαθούσε να ξεπεράσει τον άλλον σε ζήλο... τα βλέμματα όλων στρέφονταν ακούσια στον Ιησού, ο Οποίος, προφανώς, έφερε μαζί Του στην Ιερουσαλήμ την παλιά ιερή μεγαλοπρέπειά της. Η ελπίδα για το ένδοξο βασίλειο του Μεσσία φαινόταν έτοιμη να πραγματοποιηθεί.
Οι άνθρωποι σκέφτονταν: “Αυτός θα μας συμφιλιώσει με τον Θεό, που έχει θυμώσει με τις αδικίες μας! Θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του προπάτορά μας Δαβίδ! Κάτω από τη σκιά Του θα απολαύσουμε ξανά την ειρήνη, δεν θα είμαστε σκλάβοι των ειδωλολατρών!” Η ένταση των πατριωτικών αισθημάτων εκφραζόταν και πάλι με εκδηλώσεις ενθουσιασμού· από όλες τις πλευρές έπεφταν κλαδιά, λουλούδια και φορεσιές· όλο και πιο συχνά και πιο δυνατά ακουγόταν το «Ωσαννά»[4].
Από το γειτονικό βουνό Μοριά, η Ιερουσαλήμ φαινόταν στο πιάτο. Στην κορυφή του βουνού, που είχε κοπεί και ισοπεδωθεί από τον Ηρώδη, υψωνόταν το τεράστιο κτίριο του Ναού. Οι πολυάριθμες μαρμάρινες κολώνες που έλαμπαν στα λευκά τον έκαναν να μοιάζει με τεχνητό βουνό από πάγο, ενώ η στέγη, καλυμμένη με χρυσό, ήταν λες και αντανακλούσε τις αμέτρητες αστραπές. Η μεγαλοπρέπεια του Ναού έφερνε στη μνήμη τις ευτυχισμένες εποχές του Δαβίδ και του Σολομώντα. Από την άλλη, το φρούριο του Αντωνίου, διακοσμημένο με ρωμαϊκούς αετούς, με τους τεράστιους πύργους της, που κρέμονταν πάνω από το ύψος του Ναού, θύμιζε την κατοχή της χώρας από ξένους.
Στους πρόποδες του Όρους των Ελαιών απλωνόταν ο Κήπος της Γεθσημανή. Δίπλα στην πέτρινη περίφραξη του κήπου, πίσω από τον οποίο φαίνονταν οι κορυφές των αρχαίων ελαιόδεντρων, ο Σωτήρας σταμάτησε το γαϊδουράκι, και στο πρόσωπό Του φάνηκε βαθιά θλίψη.
Χίλια χρόνια πριν, εδώ, πάνω σε αυτές τις πέτρες, ξυπόλητος, σκουπίζοντας τα δάκρυα από το πρόσωπό του, περπατούσε ο βασιλιάς Δαβίδ. Είχε δραπετεύσει από την Ιερουσαλήμ, τρέχοντας να ξεφύγει από τον γιο του Αβεσσαλώμ, ο οποίος είχε ξεσηκώσει εξέγερση εναντίον του, του ίδιου του πατέρα του. Ακριβώς εδώ, αμέσως μετά τη γέφυρα πάνω από το Χείμαρρο των Κέδρων, στην αρχή της ανηφόρας προς το Όρος των Ελαιών, του ανακοίνωσαν ότι τον είχε προδώσει ένας από τους πιο στενούς του φίλους:
«Καὶ Δαυὶδ ἀνέβαινεν ἐν τῇ ἀναβάσει τῶν ἐλαιῶν ἀναβαίνων καὶ κλαίων καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπικεκαλυμμένος, καὶ αὐτὸς ἐπορεύετο ἀνυπόδετος, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ μετ’ αὐτοῦ ἐπεκάλυψεν ἀνὴρ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ ἀνέβαινον ἀναβαίνοντες καὶ κλαίοντες. Καὶ ἀνηγγέλη Δαυὶδ λέγοντες· καὶ ᾿Αχιτόφελ ἐν τοῖς συστρεφομένοις μετὰ ᾿Αβεσσαλώμ» (Β΄ Βασ. 15: 30-31)
Αργότερα, ο προδότης Αχιτόφελ έχασε την πίστη του στη νίκη των επαναστατών του Αβεσσαλώμ. Όντας σε απόγνωση, επέστρεψε «εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ· καὶ ἐνετείλατο τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ ἀπήγξατο καὶ ἀπέθανε» (Β΄ Βασ. 17: 23).
Και τώρα, χίλια χρόνια αργότερα, αυτά τα μέρη φαινόταν να θυμούνται ακόμα τα πικρά δάκρυα του βασιλιά που προδόθηκε από τον ίδιο τον πρώην σύμβουλο και στενό του φίλο …
Και ακριβώς εδώ, στον κήπο της Γεθσημανή, θα ξεκινήσουν τα Πάθη του Χριστού. Εδώ ο Χριστός θα προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα Του μέχρι που ο ιδρώτας Του να γίνει σαν σταγόνες αίματος. Και εδώ θα φέρει ένοπλους άνδρες ο νέος Αχιτόφελ, ο πρώην μαθητής και φίλος, που έγινε προδότης, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Ύστερα, στη δίκη στο Πραιτώριο, ο Πόντιος Πιλάτος θα δηλώσει: «ἐν Αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω» (Ιωάν. 19: 4), βεβαιώνοντας έτσι ότι είναι άμωμος (πώς να μην θυμηθούμε εδώ ότι το θυσιαζόμενο αρνί πρέπει να είναι χωρίς ψεγάδι!) Και μετά Αυτός, ο άμωμος Αμνός του Κυρίου, θα οδηγηθεί σε σφαγή στο Γολγοθά. Η σφαγή θα γίνει στις δεκατέσσερις, όπως είχε διαταχθεί στο Βιβλίο της Εξόδου. Το αγνό Σώμα Του δεν θα μείνει μέχρι την επόμενη μέρα και θα ταφεί βιαστικά. Και το οστό του Αμνού, όπως ορίζεται στο Βιβλίο της Εξόδου, δεν θα συντριβεί, διότι, όταν ο στρατιώτης πλησιάσει για να Του σπάσει τα πόδια για να επιταχύνει έτσι τον θάνατό Του, θα αποδειχθεί ότι ο Σταυρωμένος έχει ήδη εκπνεύσει...
Όλα αυτά θα συμβούν την Παρασκευή, στις 14 του Νισάν, ενώ το Σάββατο, στις 15 του Νισάν, ενώ το Σώμα του Αμνού του Κυρίου, που σφαγιάστηκε για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας, θα αναπαύεται στον Τάφο, η Ψυχή Του θα κατέβει στα καταχθόνια. Ο Σωτήρας θα σπάσει όλες τις κλειδαριές και τα μάνδαλα, θα καταστρέψει τις πύλες του Άδη, θα γκρεμίσει το φράχτη του με όλους τους πύργους και θα πάρει στα δικά Του χέρια το απλωμένο προς Αυτόν διάφανο χέρι του Αδάμ του Πρωτόπλαστου και της Εύας. Ο Αμνός θα τους ξεριζώσει κυριολεκτικά από τον Σεόλ και θα τους οδηγήσει στον Παράδεισο, τον οποίο φαινόταν να είχαν χάσει για πάντα. Και μαζί τους ο Χριστός θα εισαγάγει στην Εδέμ το αγαλλόμενο πλήθος των απογόνων τους: τον Άβελ, τον Σηθ, τον Ενώς, τον Νώε, τον Σημ, τον Ιάφεθ, τον Μελχισεδέκ, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιώβ, τη Ρουθ, τον Δαβίδ, τον Σολομώντα, τον Ησαΐα, τον Ιερεμία, τον Ιεζεκιήλ, τον Δανιήλ, τον Έσδρα, τον Νεεμία, τον Ωσηέ, τον Ιωήλ, τον Αμώς, τον Αβδιού, τον Ιωνά, τον Μιχαία, τον Ναούμ, τον Αββακούμ, τον Σοφονία, τον Αγγαίο, τον Ζαχαρία, τον Μαλαχία, τους μάρτυρες Μακκαβαίους, τα νήπια της Βηθλεέμ, τους συγγενείς Του Ζαχαρία και Ελισάβετ, τον Προδρόμό Του Ιωάννη, τον παππού και τη γιαγιά Του Ιωακείμ και Άννα, τον θετό πατέρα Του Ιωσήφ. Και μαζί τους πολλούς-πολλούς άλλους…
Όλα αυτά όμως θα γίνουν αργότερα. Προς το παρόν, ο Χριστός εισέρχεται στην Αγία Πόλη για να υποφέρει, για να ταπεινωθεί και να σταυρωθεί, επειδή ακριβώς γι’ αυτό ήρθε στη γη.
«Πάτερ Μου Ουράνιε, γενηθήτω το θέλημά Σου...», είπε σιγανά ο Σωτήρας, διακόπτοντας τις σκέψεις Του για τα επικείμενα παθήματα και, με το πρόσωπό του να φωτίζεται ξανά, χάιδεψε το μικρό πουλάρι στο σκυμμένο λαιμό του.
Το νεαρό πουλάρι, που δεν είχε φορέσει ποτέ ζυγό, σταμάτησε κοντά στον κήπο της Γεθσημανή, σήκωσε το κεφάλι, έριξε μια ματιά γύρω του με τα χαρούμενα, έξυπνα μάτια του και, με γκαρίσματα που αμέσως έγιναν ένα με τις κραυγές «Ωσαννά! Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου!», συνέχισε ατάραχα το δρόμο του προς τη πλακόστρωτη γέφυρα που είχε κατασκευαστεί πάνω από το χείμαρρο των Κέδρων.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία