«Κύριε, δε σου ζητώ θαύματα ή οφθαλμαπάτες, ζητώ μόνο δύναμη για την κάθε μέρα. Δίδαξέ μου την τέχνη των μικρών βημάτων». Αυτά είναι τα λόγια προσευχής του Αντουάν ντε Σεντ-Εξυπερύ. Ο δημοφιλής καθηγητής θεολογίας (υπονοείται ο κ. Αλέξιος Όσιποβ – ΣτΜ) θα μπορούσε να συμφωνήσει μαζί του: «Η πνευματική ζωή δεν είναι απλώς ευσέβεια, προσευχή, αγώνας ή απάρνηση του κόσμου. Είναι αυστηρή τάξη στην εξέλιξη, ιδιαίτερη ακολουθία στην απόκτηση αρετών, νομοτέλεια στα επιτεύγματα και στις θεωρίες».
Για κάτι παρόμοιο μας μιλάει η ευαγγελική παραβολή για τις δέκα παρθένες, οι οποίες είχαν βγει προς το βράδυ να υποδεχθούν τον Νυμφίο. Πέντε από αυτές ήταν φρόνιμες και πήραν μαζί τους λάδι. Ο Νυμφίος άργησε και έφτασε τα μεσάνυχτα. Έτσι τη στιγμή της συνάντησης τα λυχνάρια τους συνέχιζαν να φωτίζουν, ενώ των ανόητων παρθένων είχαν σβήσει. Με το να προσπαθήσουν να διορθώσουν την κατάσταση και να γεμίσουν τα λυχνάρια τους, αυτές οι άτυχες έχασαν χρόνο και άργησαν στο γαμήλιο γλέντι.
Η παραβολή του Χριστού αποδίδει με παραστατικότητα το προσωπικό δράμα όλων εκείνων που περίμεναν, αλλά δεν έφτασαν ποτέ στο τέλος· εξαντλήθηκαν πολύ νωρίς· εγκατέλειψαν τη διαδρομή, χωρίς να τερματίσουν. Ωστόσο, η παραβολή δεν λέει τίποτα για το πώς να αποφύγουμε μια τέτοια μοίρα. Πώς είναι δυνατόν να μιμηθούμε τις φρόνιμες παρθένες; Γιατί χάνεται η έμπνευση και παγώνει η πίστη;
Από τις διδαχές των Αγίων Πατέρων γνωρίζουμε τρία είδη κακού, που παγώνουν την αγάπη και απομακρύνουν τη χάρη: την αμέλεια, την άγνοια και η έλλειψη παρρησίας.
Αναλύοντας τη γενεαλογία της αμαρτίας, οι ασκητές πατέρες κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι μια βαριά ανομία δεν συμβαίνει ξαφνικά. Έχει το δικό της ιστορικό και ξεκινά πάντα από την αμέλεια για τις λεπτομέρειες της πνευματικής ζωής. Η φαρισαϊκή εστίαση στις λεπτομέρειες του θρησκευτικού νόμου μπορεί να προκαλεί πικρό χαμόγελο, ωστόσο δεν αποτελεί πάντα μια άσκοπη τυπικότητα.
Το 1982, οι εγκληματολόγοι Τζέιμς Γουίλσον και Τζορτζ Κέλλινγκ παρουσίασαν στην επιστημονική κοινότητα τη «θεωρία των σπασμένων παραθύρων». Η ουσία της είναι η εξής: αν κάποιος έσπασε ένα τζάμι σε ένα σπίτι, χωρίς να το αντικαταστήσει κάποιος, σύντομα δεν θα μείνει ούτε ένα άθικτο παράθυρο σε αυτό το σπίτι. Μάλιστα, στη συνέχεια θα αρχίσουν να συμβαίνουν και εγκλήματα στην γύρω περιοχή. Ο διευθυντής του μετρό της Νέας Υόρκης Ντέιβιντ Γκαν, ο οποίος πήρε στα σοβαρά αυτή τη θεωρία, έδωσε εντολή, ώστε μετά από κάθε άφιξη του συρμού στον τερματικό σταθμό να καλύπτονται με βαφές τα γκράφιτι στις αμαξοστοιχίες των τρένων. Αργότερα διηγούνταν χαρακτηριστικά: «Περνούσαμε και εξετάζαμε σχολαστικά όλες τις διαδρομές, όλους τους συρμούς, όλες τις αμαξοστοιχίες, κάθε μέρα. Για εμάς ήταν σαν να επρόκειτο για θρησκευτική πράξη». Ως αποτέλεσμα, η εγκληματικότητα στο μετρό μειώθηκε κατά 75%.
Αυτό που οι εγκληματολόγοι και οι κοινωνιολόγοι στα τέλη του 20ού αιώνα ονόμασαν «θεωρία των σπασμένων παραθύρων», στην χριστιανική ασκητική είναι γνωστό ως η έννοια της «μικρής αμαρτίας», η οποία ανοίγει το δρόμο για μια θανάσιμη αμαρτία. Ως μέσο καταπολέμησης αυτού του φαινομένου, στην Εκκλησία υπάρχει το μυστήριο της εξομολόγησης και η πρακτική του καθημερινού προσευχητικού κανόνα. Το πρώτο επιτρέπει να αλλάζουμε τακτικά τα «σπασμένα παράθυρα» της ψυχής μας και να την καθαρίζουμε με τη μετάνοια από τα «γκράφιτι» των παθών· το δεύτερο καθορίζει τα όρια της φυσικής τεμπελιάς, θέτει το όριο της επιτρεπτής παρέκκλισης, καθορίζει ένα ελάχιστο για την πνευματική ζωή.
Αυτή η σχολαστικότητα είναι απολύτως δικαιολογημένη: στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν ασήμαντα πράγματα. Όπως λέει ο Σωτήρας στο Ευαγγέλιο, «ὁ πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστι, καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν» (Λκ. 16: 10).
Ο δεύτερος εχθρός της έμπνευσης και της χάρης είναι η άγνοια. Οι ιερές ακολουθίες μπορεί να αποδεχτούν για τον άνθρωπο μια βαριά υποχρέωση, επειδή τα κείμενα αυτά του φαίνονται ακατανόητα και ασαφή. Κάποιοι αποδίδουν αυτό το φαινόμενο στην αρχαϊκότητα της εκκλησιαστικής σλαβονικής γλώσσας. Όμως το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Οι προσευχές και οι ύμνοι είναι σύνθετη ποίηση, γεμάτη από ποικίλες μορφές υπόνοιας. Ακούγοντας ένα ανέκδοτο, ο άνθρωπος μπορεί απλώς να μην καταλαβαίνει τη γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτό, ή μπορεί και να μην αντιλαμβάνεται το χιούμορ που περιέχει. Το ίδιο ισχύει και για την ποίηση των προσευχών: καμία μετάφραση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους λεπτούς υπαινιγμούς, τις αλληγορίες και τις αναφορές σε άλλα κείμενα. Και τα ίδια τα ποιήματα, όπως και τα ανέκδοτα, μόνο χάνουν όταν καταφεύγουμε σε εξηγήσεις.
Προφανώς, για να κατανοήσει κανείς τη λεπτή και έξοχη ποίηση των εκκλησιαστικών ύμνων, πρέπει, χωρίς να τεμπελιάζει, να μελετάει την Ιερή Ιστορία, στην οποία παραπέμπουν. Σε όποιον δεν έχει δει τις ταινίες του Φελίνι, η βόλτα στη Ρώμη θα φανεί ανιαρή. Τα Ισπανικά Σκαλιά και η Φοντάνα ντι Τρέβι θα είναι για έναν τέτοιο επισκέπτη απλώς αντικείμενα και δεν θα του λένε τίποτα. Όποιος δεν έχει διαβάσει το βραβευμένο με Νόμπελ μυθιστόρημα του Σενκέβιτς «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», θα δει το Κολοσσαίο ως ένα μεγάλο στάδιο – τίποτα δεν θα αγγίξει την καρδιά, δεν θα αντηχήσει με τραγική ηχώ. Τι θα δει ο αδαής τουρίστας, περπατώντας στην αρχαία Αππία Οδό; Έναν δρόμο, περιχαρακωμένο από πέτρινα τείχη· ένα σκονισμένο προάστιο· ένα οδόστρωμα γεμάτο αυτοκίνητα χωρίς κανένα ίχνος πεζοδρομίου. Εν τω μεταξύ, η Αιώνια Πόλη αφηγείται σιωπηλά πολλές μεγάλες ιστορίες. Αλλά μόνο ένας προσκυνητής, που γνωρίζει εκ των προτέρων την τραγωδία που είχε εκτυλιχθεί εδώ, μπορεί να περπατήσει με δάκρυα στα μάτια στους δρόμους της. Η οξύτητα του υπαινιγμού είναι προσιτή μόνο σε όποιον γνωρίζει ήδη το υπόβαθρο της υπόθεσης. Και η καρδιά θα χτυπήσει πιο δυνατά, αν θυμάσαι την απάντηση στην ερώτηση «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», που είναι χαραγμένη στον τοίχο ενός απαρατήρητου παρεκκλησίου κοντά στην Πόρτα Καπένα.
Η άγνοια καταλήγει πάντα σε αδιαφορία, την οποία ακολουθεί η βαρβαρότητα. Η αδυναμία να νιώσει κανείς την ποίηση των δρόμων είναι το φοβερό κακό που, με τα χέρια των κυβερνώντων, μετέτρεψε τη Μόσχα του Τολστόι και του Γκιλιαρόφσκι σε ψυχρούς καθρέφτες ουρανοξυστών και εμπορικών κέντρων. Ίσως, κάποια στιγμή, η άγνοια των εξουσιαστών να κάνει το ίδιο και με τη Ρώμη, και με ολόκληρη την εκκλησιαστική κουλτούρα.
Όταν κάποιος ρώτησε τον φιλόσοφο Αρίστιππο, σε τι θα γίνει καλύτερος ο γιος του, αν λάβει μόρφωση, ο σοφός απάντησε: «Τουλάχιστον στο ότι δεν θα κάθεται στο θέατρο σαν πέτρα πάνω σε πέτρα».
Πρέπει να μελετάμε με ζήλο την Ιερή Ιστορία. Μόνο τότε, ακόμη και στις συνηθισμένες προσευχές, θα ηχήσει δυνατά η ποίηση των αγίων. Όπως «το μάτι δεν χορταίνει βλέποντας», έτσι και ο άνθρωπος δεν κουράζεται από την επικοινωνία με την Αιώνια Αλήθεια.
Το τρίτο κακό που ψύχει την πίστη είναι η έλλειψη παρρησίας, ο φόβος της αποφασιστικής πράξης, η απομάκρυνση από την αποστολή του. Στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου συχνά δεν υπάρχει γεγονός πιο σημαντικό από το αποτέλεσμα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα ή την τηλεοπτική μετάδοση των επόμενων Ολυμπιακών Αγώνων. Η προσευχή του είναι άψυχη, επειδή δεν έχει πραγματικά σοβαρό λόγο να απευθυνθεί στον Δημιουργό του ουρανού και της γης. Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι οι πρωταγωνιστές του Ευαγγελίου, οι οποίοι δεν γνώριζαν το «σύνδρομο της ποιμαντικής εξάντλησης», αντιπροσώπευαν τον ακριβώς αντίθετο τύπο ανθρώπου.
Ο χαρακτήρας του αποστόλου Πέτρου εκδηλώθηκε με τον πιο έντονο τρόπο στο αίτημά του προς τον Σωτήρα: «Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα». Σε άλλες περιπτώσεις, τα θαύματα που πραγματοποιεί ο Χριστός έχουν τραγικό και πανηγυρικό νόημα. Και εδώ; Ποιο νόημα έχει να βγεις από τη βάρκα για να συναντήσεις τον Ιησού, όταν Αυτός ο ίδιος έρχεται προς τους αποστόλους που Τον περιμένουν; Από την πλευρά του Πέτρου, ήταν μια καθαρή περιπέτεια. Ήταν η αντίδραση μιας παιδικής αθώας ψυχής μπρος στο θαύμα που πραγματοποιούσε ο Σωτήρας. Ήθελε να το δοκιμάσει ο ίδιος. Και ο Κύριος είπε: αν θέλεις, έλα.
Ωστόσο, στην παρόρμηση του Πέτρου μπορεί κανείς να διακρίνει και κάτι άλλο, αυτή τη φορά σοβαρό. Η παρρησία είναι μια όμορφη ανδρική αρετή, που τροφοδοτείται από την πίστη που είναι ικανή να μετατραπεί σε ανδραγάθημα. Είναι η δύναμη που μας κρατά στη ζωή ως ήρωές της και όχι ως θεατές. Αυτή είναι που κάνει έναν απλό ψαρά όχι απλό στατιστικολόγο της Ιερής Ιστορίας, αλλά πρωταγωνιστή της. Από εδώ γίνεται κατανοητό γιατί ακριβώς ο Πέτρος γίνεται ο πρωτοκορυφαίος απόστολος, αν και δεν είναι αυτός που κλήθηκε πρώτος και δεν είναι αυτός που οι ευαγγελιστές αποκαλούν αγαπημένο μαθητή του Κυρίου.
Η εποχή μας γίνεται απελπιστικά ωφελιμιστική. Και αυτό δεν οφείλεται στην ανύψωση του νου, αλλά στην παρακμή της πίστης. Για παράδειγμα, υπάρχει άνθρωπος που θέλει να κάνει ένα σημαντικό βήμα στη ζωή του, αλλά τελικά δεν το τολμά, θεωρώντας ότι δεν θα είχε τις δυνάμεις για αυτό. Αλλά ποιος έχει τις δυνάμεις; Ο Άγιος Πέτρος γνώριζε με βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να περπατήσει πάνω στην επιφάνεια της λίμνης Γενισαρέτ. Ωστόσο, φώναξε: «Κύριε, πες μου να έρθω προς Εσένα πάνω στο νερό!» Και, αφού έλαβε την ευλογία, βγήκε χωρίς δισταγμό από τη βάρκα για να κάνει το αδύνατο.
Ο Χριστός μας έδωσε εντολή να μην ανησυχούμε για το αύριο. Όταν έστελνε τους μαθητές Του να κηρύξουν, τους έλεγε να μην παίρνουν μαζί τους ούτε καν μια αλλαξιά ρούχα. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Ίδιος θα μας οδηγήσει σε κάθε δρόμο; Μήπως από τον άνθρωπο δεν απαιτείται τίποτα περισσότερο από το να τολμήσει να βγει σε αυτόν τον δρόμο, ακόμη και αν συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι δεν έχει τη δύναμη να τον διανύσει;
Το «Κύριε, κέλευσόν με!» είναι μια καλή προσευχητική φόρμουλα πριν από την έναρξη μιας αδύνατης αποστολής. Η παρρησία, η βούληση για πνευματική διαφώτιση και τάξη, σύμφωνα με τη σκέψη των Αγίων Πατέρων, αποτελούν ακριβώς την αρχή εκείνης της τέχνης, την οποία ο Εξυπερί ονόμαζε «τέχνη των μικρών βημάτων».

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία