Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

Το διακόνημα ιερέα στις πιο σκληρές φυλακές της Ρωσίας

Η μόνη διακονία, το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας, που μερικές φορές μπορεί να προκαλεί αρνητική αντίδραση στον κόσμο, είναι η διακονία στις φυλακές, ειδικά όταν πρόκειται για βοήθεια σε άτομα που έχουν διαπράξει σοβαρά, ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα. Για κάποιο λόγο θεωρείται ότι αν βοηθάμε αυτούς τους ανθρώπους, τότε κατά κάποιον τρόπο δείχνουμε έλλειψη σεβασμού, ας πούμε, προς τα θύματα, τους συγγενείς των θυμάτων και μάλιστα σαν να τους προσβάλλουμε. Μέχρι που να έρθω ο ίδιος σε επαφή με αυτό το θέμα, δεν είχα καμία γνώση, καμία αντίληψη του κόσμου των φυλακών. Μάλλον, τις όποιες αντιλήψεις μου για τον συγκεκριμένο κόσμο τις είχα διαμορφώσει μόνο από ταινίες, όπου μέσα στα κελιά κάθονται άνθρωποι με τατουάζ και επικοινωνούν με τη δική τους αργκό.

Όταν σπούδαζα στην Ορθόδοξη Σχολή του Αγίου Τύχωνα, εκεί υπήρχε μια ομάδα που ασχολούνταν με την αλληλογραφία με κρατούμενους, και μια φορά πρότειναν σε εμάς τους μελλοντικούς ιερείς να ασχοληθούμε με αυτή την αλληλογραφία, αν το επιθυμούσαμε. Έριξαν μπροστά μας ένα σωρό από γράμματα, αρκετά μεγάλο, και μας είπαν ότι όσοι το επιθυμούσαν μπορούσαν να πάρουν ένα ή και περισσότερα, και μετά, θα μας έλεγαν τι να γράψουμε, τι σίγουρα να μην γράψουμε. Δεν θυμάμαι αν εκτός από μένα υπήρχε κάποιος άλλος που να πήρε γράμμα, αλλά το ότι μόνο εγώ άρχισα να απαντώ και να αλληλογραφώ, αυτό είναι απολύτως σίγουρο. Λοιπόν, πήρα ένα γράμμα, το οποίο αποδείχθηκε ότι ήταν από έναν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Αρχίσαμε να αλληλογραφούμε. Φυσικά, δεν μου έστελνε γράμματα στη διεύθυνση του σπιτιού, αλλά στη διεύθυνση του ιδρύματος. Εκεί υπήρχε ένας ξεχωριστός φάκελος, όπου τοποθετούσαν όλα τα γράμματα που έφταναν στη Σχολή.

Πάντα περίμενα με μεγάλη αγωνία: «Αυτό δεν απευθύνεται σε μένα, ούτε αυτό, να, είναι για μένα». Άρχισαν να μου γράφουν και άλλοι και να έρχονται συνεχώς κι άλλα γράμματα. Στη συνέχεια άρχισαν να φτάνουν στην ενορία, όπου λειτουργούσα πλέον. Είχαν περάσει περίπου 12 χρόνια. Όλοι με παρακαλούσαν: «Πάτερ Κύριλλε, πότε θα έρθετε να μας επισκεφθείτε;» Και έτσι, μια μέρα, πήγα στην φυλακή, που βρίσκεται στο βορρά, με την ανεπίσημη ονομασία «Πολική Κουκουβάγια». Καταλάβαινα ότι εκεί βρίσκονταν άνθρωποι καταδικασμένοι για φρικτά εγκλήματα, άρα, σκέφτηκα, αυτό είναι ένας χώρος κακίας, απόγνωσης, ένα μέρος όπου συγκεντρώνονται απίστευτα κακοί άνθρωποι. Επιπλέον είχα ακούσει και δει πολλές ταινίες του είδους «Χρονικά Εγκλημάτων», όπου μια τρομακτική φωνή μιλούσε για το πόσο τρομεροί εγκληματίες βρίσκονταν εκεί.

Από τη μια, καταλάβαινα ότι πήγαινα να συναντήσω πιστούς. Από την άλλη, παρόλα αυτά ήξερα ότι, παράλληλα με αυτούς τους πιστούς, υπήρχαν και άλλοι τρομεροί άνθρωποι, οι οποίοι διαμόρφωναν την κυρίαρχη ατμόσφαιρα, που ήταν τόσο βαριά και ζοφερή σε αυτό το ίδρυμα. Ήμουν προετοιμασμένος να βυθιστώ σε μια κόλαση και να βιώσω ακόμη και κατάσταση θεοεγκατάλειψης. Όταν έφτασα, ο διευθυντής μου είπε: «Καταλαβαίνετε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι. Θα επικοινωνείτε με τον εξής τρόπο. Θα σας διαθέσουμε γραφείο, όπου στη γωνία του υπάρχει ένα κλουβί. Εκεί θα βάλουν τον άνθρωπο, θα κλειδώσουν το κλουβί και τότε μπορείτε να επικοινωνείτε. Αλλά να κρατάτε αποστάσεις. Ποιος ξέρει, ξαφνικά μπορεί να σας αρπάξουν.

Μπήκα σε αυτό το χώρο, περιμένω να φέρουν τον άνθρωπο. Σκεφτόμουν πώς θα τους συναντήσω, δεν είχα φωτογραφίες τους. Και για να προτρέξω λίγο, θα πω ότι κανένας τους δεν ανταποκρινόταν στο πώς τους φανταζόμουν. Όταν διαβάζεις ένα γράμμα, ούτως ή άλλως δημιουργείς μια εικόνα για τον άνθρωπο, αλλά διαψεύστηκα πλήρως.

Και να λοιπόν που περιμένω με αυτές τις ανησυχίες. Φέρνουν τον άνθρωπο, τον βάζουν σε αυτό το κλουβί, του βγάζουν τις χειροπέδες. Τότε τους οδηγούσαν μόνο με χειροπέδες και μόνο σκυμμένους. Πλησίασα λοιπόν, αυτός στέκεται, με κοιτάζει, κοιτάζει, και ξαφνικά αρχίζει να κλαίει. Πλησίασα πιο κοντά του, μου τεντώνει τα χέρια του από μέσα, από τα κάγκελα. Πήρα τα χέρια του στα δικά μου, μου λέει: «Πάτερ, πόσο ευτυχισμένος είμαι που ήρθατε, πόσο ευτυχισμένος». Μετά έφεραν και δεύτερο άνθρωπο. Πάλι πλησίασα πιο κοντά. Έδωσα και σ’ αυτόν τα χέρια. Κοιτάζω, άρχισε κι αυτός να κλαίει.

Αφού επικοινώνησα με τον τρίτο ή τέταρτο κατάδικο, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι εδώ δεν πρόκειται για κόλαση. Ξαφνικά ένιωσα μια απίστευτη εγγύτητα του Θεού προς εμένα, την οποία δεν είχα νιώσει πουθενά και ποτέ. Και κατάλαβα ότι αυτά τα δάκρυα δεν ήταν απλά ανθρώπινα συναισθήματα, χαρά για τη συνάντηση και τα λοιπά. Εδώ υπήρχε κάτι περισσότερο, και ότι και αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται τον Θεό.

Σκέφτηκα ότι δεν Τον αισθάνονται μόνο τώρα, με την παρουσία μου, αλλά και όταν δεν είμαι εκεί. Όταν πήγαινα σε μοναστήρια, στους Αγίους Τόπους, δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο. Τότε κατάλαβα ότι ο Θεός σίγουρα αγαπά αυτούς τους ανθρώπους. Δεν τους δικαιολογώ, καταλαβαίνω γιατί τους μισεί η κοινωνία, όλα αυτά είναι κατανοητά.

Από την άλλη πλευρά, εμείς οι ιερείς ή γενικά οι πιστοί, πρέπει να τους βλέπουμε με διαφορετικό μάτι, να διαχωρίζουμε το ένα από το άλλο και να μην τους κρίνουμε. Δηλαδή, να βλέπουμε σε αυτούς μόνο ανθρώπους που υποφέρουν, γιατί η ισόβια κάθειρξη είναι μια μεγάλη δοκιμασία. Μερικές φορές οι άνθρωποι λένε ότι θα ήταν καλύτερα να τους εκτελέσουν. Θα σας πω ότι δεν συμφωνώ ότι η ισόβια κάθειρξη είναι ευκολότερη από την εκτέλεση. Νομίζω ότι η ισόβια κάθειρξη είναι πιο βαριά από την εκτέλεση, πολύ πιο βαριά, γιατί είναι μια ατελείωτη μονοτονία πολύ σκληρών συνθηκών. Δεν μπορείς να πάρεις άδεια, δεν μπορείς να κοιμηθείς όσο θέλεις, δεν μπορείς να φύγεις, δεν μπορείς να καθίσεις σε μια μαλακή καρέκλα. Βρίσκεσαι σε συνεχή πίεση, στη μέγγενη της φυλακής.

Και γι’ αυτό υπάρχουν λόγοι να απελπίζονται, να αναρωτιούνται, τι τα ήθελα όλα αυτά. Ανάμεσα σε όσους γνώρισα, υπήρχαν άνθρωποι που αυτοκτόνησαν. Υπήρχε ένας κατάδικος, που του είχαν στείλει γράμμα και τον ενημέρωναν ότι η μάνα του είχε πεθάνει. Αυτή ήταν ο μόνος άνθρωπος η οποία τον νοιαζόταν στον κόσμο ολόκληρο. Του είχαν στείλει, μάλιστα, και φωτογραφίες με τη μάνα του στο φέρετρο. Γιατί το έκαναν αυτό, δεν ξέρω. Αυτός, όπως μου είπε ο επιθεωρητής, ξαφνικά είχε ξεσπάσει σε δυνατά κλάματα. Ήταν βράδυ. Μάλιστα, ο επιθεωρητής είχε πάει κοντά του και τον ρώτησε: «Είσαι καλά;» Του απάντησε: «Ναι, όλα καλά». Και το πρωί τον βρήκαν κρεμασμένο!

Μια μέρα, στο ναό μας είχε έρθει ένα γράμμα από έναν άνθρωπο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέχρι και σήμερα. Είναι ήδη ηλικιωμένος, ένας καταπληκτικός παππούς, ο οποίος, βέβαια, έχει περάσει σχεδόν όλη του τη ζωή στη φυλακή. Αμέσως μετά το στρατό φυλακίστηκε, εξέτισε 15 χρόνια, βγήκε ελεύθερος και παρέμεινε ελεύθερος μόνο για δύο ή τρεις μέρες. Σε παρέα με σχεδόν άγνωστους ανθρώπους, ενώ έπιναν αλκοόλ, κάτι τον πείραξε στην κουβέντα, ξέσπασε καβγάς, και αυτός, δεν θυμάται ο ίδιος πώς σκότωσε αυτούς τους δύο ανθρώπους. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Δηλαδή, όλη του τη ζωή αυτός ο άνθρωπος είναι στη φυλακή. Δεν είχε καν κοπέλα, πόσο μάλλον κάποια σχέση. Δεν πρόλαβε καν να βγει βόλτα με κορίτσι, να της αγοράσει παγωτό. Μια μέρα, λοιπόν, αποφάσισε να στείλει γράμμα στο ναό μας. Στο γράμμα του απλά ζήτησε να του στείλουμε κάποια πράγματα. Γενικώς εμείς, αν υπάρχουν χρήματα και υπάρχει δυνατότητα, στέλνουμε αυτά που μας ζητάνε. Ανεξάρτητα από το αν είναι πιστός, άπιστος ή προσποιείται ότι είναι πιστός. Και του στείλαμε ένα δέμα. Μου διηγήθηκε μετά: «Θυμάμαι, μου έρχεται ένα δέμα από εντελώς άγνωστους ανθρώπους. Οι δικοί μου έχουν πεθάνει εδώ και καιρό, άλλοι με έχουν εγκαταλείψει, κανείς δεν με νοιάζεται εκεί που είμαι. Το ανοίγω και εγώ, ένας παλαιός κατάδικος, ξαφνικά ξεσπάω σε κλάματα. Σκέφτηκα τότε, Κύριε, άραγε, υπάρχει κάποιος σε αυτή τη ζωή που με νοιάζεται; Άραγε, υπάρχει κάποιος που με θέλει;» Και σκέφτηκε ότι αφού τον νοιάζεται κάποιος, ίσως και ο Θεός τον νοιάζεται. Μετά μου έγραψε, ότι αν δεν του είχα στείλει δέμα και δεν του είχα απαντήσει, αυτός τα είχε σχεδόν όλα έτοιμα για να βάλει τέλος στη ζωή του. Επίσης, κατάλαβα πόσο σημαντική διακονία είναι αυτή, πόσο σημαντικά είναι τα γράμματα μου για αυτούς.

Η εξομολόγηση στις φυλακές είναι πάντα ξεχωριστή. Η πρώτη εξομολόγηση ενός ανθρώπου, που έχει διαπράξει τόσο σοβαρά εγκλήματα, είναι εντελώς μοναδική. Αυτή εκπλήσσει ακόμα και τους ίδιους τους κατάδικους. Κατά κανόνα, ζητούν δειλά να εξομολογηθούν. Μερικές φορές χρειάζεται να τους πείθεις και να τους λες: «Έλα, θα φύγω τώρα, μήπως δεν θα έχεις την ευκαιρία αργότερα». Και όταν ο κατάδικος αποφάσιζε δειλά να κάνει αυτή την εξομολόγηση, φυσικά τον βοηθούσα. Του έκανα ερωτήσεις για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει κτλ. Και όταν άρχιζε να διηγείται αυτά που είχε κάνει, χωρίς να το περιμένει ο ίδιος, δάκρυζε. Μάλιστα, κοίταζε γύρω του, μήπως τον δει κάποιος να κλαίει. Γιατί όταν η εξομολόγηση γίνεται στους χώρους εργασίας, αυτό είναι πολύ βολικό, καθώς μπορεί να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει ο μέγιστος αριθμός ανθρώπων. Ο ένας έρχεται σε μένα, οι άλλοι δουλεύουν. Μετά, βέβαια, ξεχνιέται και δεν τον νοιάζει πλέον αν τον βλέπουν οι άλλοι να κλαίει ή όχι. Και όταν του διαβάζεις την συγχωρητική ευχή, συχνά απλώς ξεσπά σε λυγμούς.

Μεταξύ των καταδικασμένων σε ισόβια κάθειρξη υπάρχουν άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι είναι αθώοι για το αδίκημα για το οποίο έχουν καταδικαστεί. Εγώ, αλλά και άλλοι ιερείς που τους εξομολογούν, ειλικρινά το πιστεύουμε αυτό. Δηλαδή, νομίζω ότι συμβαίνουν δικαστικά λάθη. Ένας άνθρωπος μπορεί να βρεθεί σε λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Ρώτησα τέτοιους ανθρώπους αν είναι θυμωμένοι με τον Θεό, που ο Κύριος επέτρεψε ένα τόσο φοβερό λάθος στη ζωή τους. Και πάντα μου απαντούσαν: «Πάτερ, πώς είναι δυνατόν να θυμώσουμε με τον Θεό;» Θυμάμαι έναν κατάδικο, που ήταν άρρωστος από φυματίωση, στον οποίο έθεσα αυτή την ερώτηση. Και μου είπε: «Πάτερ, τι λέτε τώρα; Εγώ, φυσικά, δεν σκότωσα. Με καταδίκασαν, ναι, βρέθηκα σε λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Όμως, είμαι ευγνώμων στον Θεό, γιατί εδώ κατάλαβα ποιο είναι το νόημα της ζωής, για ποιο λόγο πρέπει να ζούμε και πώς πρέπει να ζούμε. Καταλαβαίνω ότι, πιθανότατα, θα πεθάνω εδώ, αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι πέρα από αυτό το όριο θα πάω σε έναν άλλο κόσμο, και εκεί, ελπίζω, θα έχω μια εντελώς διαφορετική ζωή. Και αν δεν είχα βρεθεί εδώ, θα είχα πεθάνει, πιθανότατα, στο δρόμο, μετά από μεθύσι, σε κάποιο καβγά. Και πώς θα εμφανιζόμουν ενώπιον του Θεού, και τι θα είχα στη ζωή μου;» Ναι, μετά θα έχει και στιγμές που θα γογγύζει πάλι, αλλά εν γένει ήταν ειλικρινής τότε, όταν είπε ότι είναι ούτως ή άλλως ευγνώμων στον Θεό που βρίσκεται στη φυλακή.

Υπάρχει ένας κατάδικος που λέει επίσης ότι καταδικάστηκε σε θάνατο στα 19 του, για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Τώρα εκτίει ήδη, 26 ή 27 χρόνια. Με εκπληκτικό τρόπο ο Κύριος τακτοποίησε τη ζωή του εκεί, καθώς αποκαλύφτηκε το ταλέντο του στη ζωγραφική, και μετά και στην αγιογραφία. Εκτίει την ποινή του σε μία από τις πιο γνωστές, μάλλον, φυλακές με την ανεπίσημη ονομασία «Μαύρο δελφίνι». Και εκεί, λοιπόν, έχει ένα εργαστήριο αγιογραφίας, όπου εργάζονται τρεις κατάδικοι. Είναι σαφές ότι πρόκειται για κελί και όχι για εργαστήριο, δεν διαφέρει, για να το πούμε έτσι, από όλα τα άλλα κελιά, εκτός από το ότι αντί για κρεβάτια, υπάρχουν τα τραπέζια για την αγιογραφία. Ασχολείται με την αγιογραφία εδώ και πολλά χρόνια. Εκεί, σε αυτή την φυλακή, υπάρχει μοναδική «κατ’οίκον εκκλησία». Και λοιπόν, αυτή η εκκλησία στο εσωτερικό της είναι ολόκληρη αγιογραφημένη. Ο συγκεκριμένος κατάδικος ήταν αυτός που την είχε αγιογραφήσει.

Τον έφερναν στο εργαστήριο, φυσικά και ήταν εκεί μέσα σε κλουβί, το οποίο τοποθετούνταν μπροστά από τοίχο που έπρεπε να αγιογραφήσει. Όταν τον αγιογραφούσε, μετά μετακινούσαν το κλουβί, και συνέχιζε να αγιογραφεί το επόμενο τμήμα του τοίχου. Έτσι δημιουργήθηκαν εκπληκτικές, υπέροχες τοιχογραφίες σε αυτόν τον ναό. Όταν τον ρωτάς: «Έχεις παράπονο από τον Θεό;» απαντάει: «Ο Κύριος δεν με εγκαταλείπει εδώ. Δεν μπορώ να πω ότι φοβάμαι, ότι είναι δύσκολα, ότι είμαι σε κάποια απόγνωση, δεν μπορώ να το πω αυτό. Ο Κύριος μου δίνει χαρά εδώ. Και ακόμη και στη ζωή μου, τη γκρίζα, τη μονότονη, την τρομακτική, εδώ ο Κύριος έρχεται σε μένα. Εντελώς πραγματικά».

Το θέμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο με ενδιέφερε εδώ και πολύ καιρό, πάρα πολύ καιρό. Λέμε ότι ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο. Τι σημαίνει όμως αυτό; Πώς αγαπά; Ποιον αγαπά; Υπάρχει ένας πολύ μεγάλος πειρασμός να πιστεύουμε ότι ο Θεός αγαπά τους καλούς, ενώ τους κακούς, σίγουρα, τους μισεί. Μάλιστα, στη Βίβλο συναντάμε πολύ συχνά χωρία για το μίσος. Στη διακονία μου στις φυλακές ανακάλυψα για τον εαυτό μου ότι η αγάπη του Θεού απλώνεται και σε τέτοιους ανθρώπους. Σε αυτούς που βρίσκονται στον πάτο της αβύσσου. Δηλαδή, στους πιο τρομερούς και άθλιους ανθρώπους. Ακούμε παραδείγματα, και κυρίως τα ακούμε, από τη ζωή των αγίων, σχετικά με τη στάση του Θεού απέναντι στους δίκαιους και τους αγίους. Αυτό δεν είναι περίεργο. Εμένα όμως με συγκίνησε πολύ η σχέση του Θεού και ενός τέτοιου ανθρώπου. Όχι εκείνος ο λογικός, καλός ληστής, όπως πιστεύουν, αυτός στο σταυρό, με κάπως καλό μυαλό, ένας ληστής, όχι και τόσο κακός. Αλλά οι πραγματικοί ληστές, που έχυναν αίμα, που πράγματι έκαναν φοβερά πράγματα. Παρεμπιπτόντως, αυτός ο ληστής στο σταυρό, είναι μεγάλο ερώτημα, πώς ήταν. Σίγουρα δεν ήταν καθόλου καλός, αφού είπε: «Λαμβάνω αυτό που μου αξίζει για τις πράξεις μου». Δηλαδή, αυτή τη φοβερή τιμωρία την θεώρησε απολύτως ανάλογη με το κακό που είχε διαπράξει. Πήγαινα προς εκείνους τους ανθρώπους που, σύμφωνα με την ευαγγελική αφήγηση, μπήκαν πρώτοι στη Βασιλεία του Θεού, παρεμπιπτόντως.

Είναι και αυτό παράδοξο. Δεν ήταν ο απόστολος Παύλος ή ο Πέτρος που μπήκαν πρώτοι στη Βασιλεία του Θεού. Αλλά ο ληστής ήταν αυτός που μπήκε πρώτος.

Τόσο παράδοξος είναι ο χριστιανισμός.

Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια και μετάφραση: Αναστασία Νταβίντοβα

Youtube

6/15/2026

Βλέπε επίσης
«Μόλις μια φορά είδαμε θάλασσα, ωστόσο αυτό δεν μας στεναχώρησε» «Μόλις μια φορά είδαμε θάλασσα, ωστόσο αυτό δεν μας στεναχώρησε»
Όταν μια οικογένεια από τη Μόσχα έκανε τις διακοπές τους επισκευάζοντας σπίτια στο Ντονμπάς
«Μόλις μια φορά είδαμε θάλασσα, ωστόσο αυτό δεν μας στεναχώρησε» «Μόλις μια φορά είδαμε θάλασσα, ωστόσο αυτό δεν μας στεναχώρησε»
Όταν μια οικογένεια από τη Μόσχα έκανε τις διακοπές τους επισκευάζοντας σπίτια στο Ντονμπάς
Βερονίκη Μπουζίνκινα
Όλα ξεκίνησαν, όταν στις πόρτες της εκκλησίας της ενορίας τους εμφανίστηκε μια ανακοίνωση, στην οποία ζητούνταν εθελοντές για να βοηθούν στην επισκευή σπιτιών στο Ντονμπάς
Τη μια μέρα βοηθάς εσύ, την άλλη σε βοηθάνε άλλοι Τη μια μέρα βοηθάς εσύ, την άλλη σε βοηθάνε άλλοι
Μια ιστορία για τον κύκλο της αγάπης
Τη μια μέρα βοηθάς εσύ, την άλλη σε βοηθάνε άλλοι Τη μια μέρα βοηθάς εσύ, την άλλη σε βοηθάνε άλλοι
Μια ιστορία για τον κύκλο της αγάπης
Αλεξάνδρα Νικίτινα
Μέσα από κάτι τέτοιες ιστορίες βλέπω το χέρι του Θεού, που φροντίζει τον καθένα από εμάς.
«Γύρισα από κει άλλος άνθρωπος» «Γύρισα από κει άλλος άνθρωπος»
Βαλέρια Ανπίλοβα
«Γύρισα από κει άλλος άνθρωπος» «Γύρισα από κει άλλος άνθρωπος»
Βαλέρια Ανπίλοβα
Вводка Πριν από το ταξίδι μου στο Ντονέτσκ, σπάνια πήγαινα στην εκκλησία.
×