Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Κατά τη διάρκεια των πιο σοβαρών σοβιετικών διωγμών του 20ού αιώνα, παρέμεινε το μοναδικό ανδρικό μοναστήρι της ΕΣΣΔ, που δεν έκλεισαν οι Μπολσεβίκοι.
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Тου Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας Μόσχας,Ιερέα Μηχαήλ Ζελτόφ.
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Οι προσκυνητές καλύπτουν περίπου 70 χιλομέτρα τις πρώτες τέσσερις μέρες και διανυκτερεύουν δίπλα σε ανακαινιζόμενες εκκλησίες
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία
Το Τμήμα Πληροφοριών και Μορφώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας δημοσίευσε τη συνέντευξη του Μακαριωτάτου Μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ.κ. Ονουφρίου στο περιοδικό «Pastyr i pastva» («Ο Ποιμένας και το ποίμνιο»).

«Υπήρχα μόνο εγώ και το μεγάλο μου πένθος»

Η ιστορία που ακολουθεί αναφέρεται στο πώς μια γυναίκα ξεπέρασε τον πόνο από το θάνατο του μικρού της γιού, διατήρησε την οικογένεια και έγινε ξανά μητέρα χάρη στο έλεος του Κυρίου και την πίστη.

Μια μέρα συνάντησα τυχαία την Αλευτίνα. Κάποτε φοιτούσαμε στην ίδια σχολή, αλλά σε διαφορετικό έτος. Η Αλευτίνα παντρεύτηκε όταν ήταν στο δεύτερο έτος των σπουδών της και, μετά από ενάμιση χρόνο, γεννήθηκε ο υπέροχος μικρός, ο Βλάντικ.

Η φοιτήτρια, μετά από αίτησή της, πήρε αναστολή φοίτησης. Ο σύζυγός της, ο Κωνσταντίνος, που είχε πτυχίο μηχανικού, δούλευε, βέβαια, όχι στον κλάδο του, αλλά, όπως πολλοί τη δεκαετία του 1990, πουλούσε τουρκικά δερμάτινα μπουφάν στην αγορά.

Ο γιος τους χάριζε χαρά σε όλους με το αφοπλιστικό του χαμόγελο και την απίστευτη ζωντάνια του.

Η συμφορά έπληξε ξαφνικά τη νεαρή οικογένεια. Το μωρό αρρώστησε: πυρετός, αδυναμία. Σε ποιον δεν συμβαίνει αυτό; Κανείς δεν ανησύχησε, κάλεσαν τον γιατρό στο σπίτι, τους σύστησαν να πίνει πολλά υγρά και του έδωσαν φάρμακο για να κατεβάσει τον πυρετό. Δεν υπήρξε καμία βελτίωση ούτε μετά από μία μέρα, ούτε μετά από δύο· αντίθετα, η κατάστασή του χειροτέρευε. Κάλεσαν ξανά γιατρό. Μια γυναίκα με λευκή ποδιά έβαλε τις φωνές στην Αλευτίνα:

– Γιατί οι νεαρές μανάδες είναι τόσο ανυπόμονες; Για ποιο λόγο βιαζόμαστε; Αφήστε τον οργανισμό να το παλέψει.

Μετά από λίγες ακόμα μέρες, η Αλευτίνα και ο Κωνσταντίνος τηλεφώνησαν στην «Άμεση Βοήθεια». Οι γιατροί τον εξέτασαν και κάλεσαν την εντατική της παιδιατρικής. Οι γιατροί θύμωσαν τόσο πολύ με τους συναδέλφους τους από τα εξωτερικά ιατρεία, που χρησιμοποίησαν εξαιρετικά σκληρές εκφράσεις. Αν παραλείψουμε τις άκομψες φράσεις, η αγανάκτησή τους συνοψιζόταν στα εξής: πώς ήταν δυνατόν να μην πάρουν δείγμα από το λαιμό και το ρινοφάρυγγα; Γιατί κατά την δεύτερη επίσκεψη δεν αμφισβήτησαν την ορθότητα της αρχικής διάγνωσης;

Το αγόρι έσβηνε, έχανε τις αισθήσεις του, τα νεφρά και το συκώτι του σταδιακά σταματούσαν να λειτουργούν, δυσκολευόταν να αναπνεύσει μόνος του.

Η φωνή της Αλευτίνας καθώς μιλούσε έτρεμε:

– Δεν με άφηναν να μπω στην εντατική για να δω τον Βλάντικ, με έστελναν σπίτι να κοιμηθώ, αλλά καθόμουν μπροστά από τις τεράστιες κλειστές πόρτες, αποκοιμιόμουν, ξυπνούσα, με βασάνιζαν εφιάλτες, η καρδιά μου αγωνιούσε.

Μετά από 24 ώρες, προς το πρωί, η πόρτα άνοιξε, βγήκε μια νεαρή, καταβεβλημένη γιατρός της εντατικής, και κατάλαβα αμέσως ότι είχε συμβεί το ανεπανόρθωτο. Πλησίασε προς εμένα και μου είπε: «Δεν καταφέραμε να σώσουμε το παιδί σας. Λυπάμαι πολύ. Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν, αλλά δυστυχώς… Δεν είναι εύκολο ούτε για εμάς να διαπιστώνουμε τον θάνατο ενός ανθρώπου που δεν πρόλαβε να συμπληρώσει τα τρία του χρόνια» (ο Βλάντικ ήταν τότε 2 ετών και 4 μηνών). Δεν έχω καμία αξίωση προς τους γιατρούς της εντατικής. Πάλεψαν τίμια και επίμονα για τη ζωή του μοναδικού μας γιου.

Είναι αδύνατο να περιγράψω τον πόνο της απώλειας. Μου φαινόταν ότι μέσα μου όλα ήταν άδεια, λες και μου είχαν βγάλει την καρδιά

Μετά από αυτά τα φρικτά λόγια έπεσα αναίσθητη. Συνήλθα στο νοσοκομείο και αμέσως θυμήθηκα τι είχε συμβεί. Έκλαιγα, θύμωνα, γρατζούναγα το πρόσωπό μου, τραβούσα τα μαλλιά μου, ούρλιαζα σαν τρελή. Μου χορήγησαν ηρεμιστικό. Είναι αδύνατο να περιγράψω τον πόνο της απώλειας. Μου φαινόταν ότι μέσα μου όλα ήταν άδεια, λες και μου είχαν βγάλει την καρδιά. Ήθελα να κοιμηθώ και να ξυπνήσω, και αμέσως να δω τον Βλάντικ να γελάει. Ήθελα αυτή η φρικτή είδηση να αποδειχθεί ένας τρομερός εφιάλτης. Με πλημμύριζαν συναισθήματα οργής και θυμού, ρωτούσα χίλιες φορές τον εαυτό μου, τον άντρα μου, τους στενούς συγγενείς: για ποιο λόγο, γιατί, ποιον ενοχλούσε ο υπέροχος Βλάντικ μας;

Έλεγα άσχημα πράγματα. Έλεγα ότι αν υπήρχε ο Θεός, δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο. Γιατί οι εγκληματίες ζουν, ενώ ο γιόκας μου, το σπλάχνο μου, πέθανε από στρεπτόκοκκο που δεν διαγνώστηκε και δεν θεραπεύτηκε εγκαίρως; Κλείστηκα στον εαυτό μου, ήμουν θυμωμένη. Ήμουν βαπτισμένη, αλλά δεν πήγαινα στην εκκλησία, ενώ το σταυρουδάκι μου το φορούσα πάντα. Μετά την κηδεία του γιου μου, έσπασα την αλυσίδα με το σταυρουδάκι και το πέταξα. Την ίδια την κηδεία και την εξόδιο ακολουθία σχεδόν δεν τις θυμάμαι. Όλα τα σκέπαζε η ομίχλη. Οι γονείς μου και ο σύζυγός μου μού έλεγαν ότι η ζωή συνεχίζεται, ότι όλοι θα θυμόμαστε και θα αγαπάμε το μικρό μας αγοράκι. Μου έλεγαν ότι πρέπει να κάνω μια στροφή, να τελειώσω το πανεπιστήμιο, να ψάξω για δουλειά, να είμαι δίπλα στον σύζυγό μου, αφού και αυτός χρειαζόταν υποστήριξη. Εγώ όμως απομακρυνόμουν από όλους: υπήρχα μόνο εγώ και το μεγάλο μου πένθος. Αν κατά τη διάρκεια της ημέρας κρατιόμουν κάπως, πριν τον ύπνο με κατέκλυζε τεράστια θλίψη. Μου φαινόταν ότι δεν είχα πια δάκρυα, τα μάτια μου πονούσαν. Φοβόμουν να κυκλοφορώ έξω, τους ανθρώπους που συναντούσα τους τρόμαζα: αν έβλεπα μια γυναίκα με παιδί, σταματούσα και άρχιζα να κοιτάζω τον ξένο γιο, να ψάχνω πάνω του τα χαρακτηριστικά του αγαπημένου μου Βλάντικ.

Ο σύζυγός μου και εγώ αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλον. Μου φαινόταν ότι δεν αγαπούσε τόσο πολύ τον Βλάντικ, αφού μπορούσε να τρώει μεσημεριανό, να δειπνεί, να πηγαίνει στη δουλειά. Εκείνος, από την άλλη, πίστευε ότι του είχα γυρίσει την πλάτη, ότι είχα ξεχάσει ότι αυτή ήταν και δική του απώλεια.

Παραλίγο να φτάσουμε σε διαζύγιο. Αν δεν είχα μια τυχαία συνάντηση.

Μια μέρα, στο δρόμο, με πλησίασε μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας και μου έθεσε την εξής ευθεία ερώτηση:

Μια μέρα, στο δρόμο, με πλησίασε μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας και μου έθεσε την εξής ευθεία ερώτηση: «Έχασες δικό σου άνθρωπο;» Απόρησα, πώς το ήξερε

– Έχασες δικό σου άνθρωπο;

Απόρησα, πώς το ήξερε. Η θεία Λίζα, όπως μου συστήθηκε, είχε χάσει κάποτε τον άντρα της και ύστερα τον γιο της. Έμεινε μόνη, υπέφερε, βυθίστηκε στη θλίψη και σκεφτόταν να αυτοκτονήσει. Μέχρι που πήγε στην εκκλησία. Μου είπε τα ακόλουθα λόγια:

– Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Οι έξυπνες και καλοπροαίρετες συμβουλές του τύπου «ο χρόνος γιατρεύει, η πληγή θα επουλωθεί, η ζωή συνεχίζεται, μην θάβεις τον εαυτό σου ζωντανή» μερικές φορές είναι τόσο ενοχλητικές. Θέλω να ρωτήσω αυτούς που δίνουν συμβουλές, αν έχουν χάσει κάποιον αγαπημένο τους, για να κουνάνε τάχα με κατανόηση το κεφάλι τους; Η πίστη με έσωσε, με βοήθησε να μην διαπράξω το αμάρτημα της αυτοκτονίας, να βγω από την κατάθλιψη. Προσεύχομαι για τους αγαπημένους μου άντρες. Χρειάζονται τις προσευχές μου, όχι τις ατέλειωτες γκρίνιες μου. Μπορώ να σου πω ότι σε καταλαβαίνω, καταλαβαίνω την κατάστασή σου, βλέπω πόσο άσχημα νιώθεις, ότι είσαι στο χείλος του γκρεμού. Πήγαινε στην εκκλησία, κλάψε μπροστά στην εικόνα, πες τα όλα στην εξομολόγηση.

Πριν με αποχαιρετήσει, η θεία Λίζα χαμογέλασε πικρά και μου είπε:

– Και το σταυρουδάκι, αν το πέταξες κάπου, βρες το και φόρεσέ το. Είναι η προστασία και η βοήθειά μας.

Εξεπλάγην ακόμα περισσότερο: από πού ξέρει αυτή η άγνωστη και ξένη γυναίκα για το σταυρουδάκι;

Η τυχαία συνομιλήτριά μου μού είπε πάλι με πικρό χαμόγελο:

– Έχασα δύο ανθρώπους, τους πιο κοντινούς και αγαπημένους μου. Πέρασα κι εγώ από τον θυμό, το μίσος και την πικρία προς τον Θεό… Επέζησα και ζω χάρη στο έλεος του Κυρίου, χάρη στο γεγονός ότι ασπάστηκα την πίστη.

Η θεία Λίζα ήταν η μόνη που τα λόγια της δεν μου προκάλεσαν εκνευρισμό. Σκέφτηκα ότι χειρότερα σίγουρα δεν θα γινόμουν.

Μπήκα στον ναό. Τα πόδια μου με οδήγησαν αμέσως στην εικόνα της Παναγίας. Ξέσπασα σε κλάματα, αλλά πια χωρίς οργή και μίσος. Απλώς έκλαιγα, ζητούσα έλεος και παρηγοριά. Ζητούσα να μου δείξει πώς να συνεχίσω να ζω, αν μπορώ να ζήσω. Μπροστά στην εικόνα, για πρώτη φορά μετά το θάνατο του Βλάντικ, χαμογέλασα. Λες και μου επέστρεψαν την καρδιά και αυτή άρχισε να χτυπάει ξανά. Ένιωσα ζεστασιά από τις αναμνήσεις των όμορφων στιγμών: τότε που ο γιος μου έλεγε «λάπικι» αντί για «γιάμπλοκι» (Ελλ: «μήλα»), τότε που μετρούσε με τόσο αστείο τρόπο τα κουκουνάρια στο δάσος, τότε που γελούσε με την ηχηρή φωνή του. Η αγάπη του και η δική μου αγάπη δεν έφυγαν πουθενά. Έχω σύζυγο, είχα έναν γιο, και αυτή η ευτυχία θα είναι για πάντα μαζί μου.

Μπροστά στην εικόνα, για πρώτη φορά μετά το θάνατο του Βλάντικ, χαμογέλασα, λες και μου επέστρεψαν την καρδιά και αυτή άρχισε να χτυπάει ξανά

Όχι αμέσως, αλλά μετά από περίπου δύο εβδομάδες, πήγα για εξομολόγηση και, μετά την ιερή ακολουθία, μίλησα με τον παππούλη. Ο ιερέας με άκουσε με ηρεμία, με αγκάλιασε στους ώμους και μου είπε ότι σε μια τέτοια κατάσταση είναι καλύτερο να σιωπά κανείς και να προσεύχεται. Ο αδελφός του είχε χάσει την κόρη του, και οι δύο άνδρες καθόντουσαν μαζί τα βράδια, προσεύχονταν και σιωπούσαν. Ο αδελφός του ιερέα τον ευχαρίστησε αργότερα: αυτή ήταν η καλύτερη και η πιο ισχυρή υποστήριξη.

Άρχισα να θυμώνω και να οργίζομαι λιγότερο. Μετάνιωνα που είχα κακές σκέψεις, που κατηγορούσα όλο τον κόσμο για τη δική μου θλίψη. Παρατήρησα ότι και ο σύζυγός μου ανησυχούσε, όχι μόνο για τον Βλάντικ, αλλά και για την ψυχική μου κατάσταση. Απλώς εγώ δεν το έβλεπα αυτό πριν ασπαστώ την πίστη. Μου φαινόταν ότι το να στενοχωριέσαι σημαίνει αυτό που έκανα εγώ: να μην κοιμάσαι, να μην τρως, να κλαις δυνατά, να θυμώνεις με τον Θεό, ενώ ο σύζυγός μου τα κρατούσε όλα μέσα του. Έβγαζε τα αγαπημένα παιχνίδια του Βλάντ και τα κοίταζε, ξεφύλλιζε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Ο Κωνσταντίνος εξαφανιζόταν τα σαββατοκύριακα για μερικές ώρες χωρίς να μου εξηγεί πού πήγαινε. Νόμιζα ότι είχε βρει παρηγοριά «αλλού», αλλά αυτός πήγαινε στον τάφο του Βλάντικ. Του μιλούσε, καθόταν εκεί για ώρες. Εγώ όμως δεν το έβλεπα, ή μάλλον, δεν ήθελα να το βλέπω. Τέτοιο εγωισμό είχα: έλεγα μέσα μου ότι η δική μου θλίψη είναι αληθινή, ενώ οι άλλοι την ζουν επιπόλαια, είναι χοντρόπετσοι, τον έθαψαν και τον ξέχασαν. Τελικά, εγώ ήμουν η χοντρόπετση.

Μιλούσαμε για αρκετή ώρα με τον παππούλη. Μας εξήγησε με πολύ λεπτότητα και δεξιοτεχνία, χωρίς να υποτιμά καθόλου τον πόνο της απώλειας και τη θλίψη, ότι εμείς, όσοι μένουμε στη γη, συχνά ανησυχούμε περισσότερο για τον εαυτό μας. Για παράδειγμα, επαναλαμβάνουμε συχνά: «Πώς θα ζήσω χωρίς αυτόν; Τι θα κάνω μετά το θάνατο του αγαπημένου μου προσώπου;» Μου έμειναν χαραγμένα στη μνήμη τα λόγια του: «Πρέπει να υπηρετούμε τη ζωή, όχι τον θάνατο. Έτσι μπορούμε να ξεπεράσουμε τον πόνο του αποχωρισμού». Και επίσης κράτησα στην καρδιά μου το ότι ο θάνατος για τον πιστό είναι μια μετάβαση στην αιωνιότητα, το σώμα είναι θνητό, ενώ η ψυχή είναι αιώνια.

Μίλησα στον Κωνσταντίνο για τον ναό, για τον καλό και σοφό παππούλη. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε μαζί στις ιερές ακολουθίες, να εξομολογούμαστε και να κοινωνούμε.

Φυσικά, ο πόνος για τον γιο μου δεν εξαφανίστηκε, θα ήταν ψέμα κάτι τέτοιο. Άρχισα όμως να προσεύχομαι, άρχισα να ζω, να φροντίζω τον άντρα μου. Ο Βλάντικ ήταν χαρούμενος και ευδιάθετος, μας αγαπούσε και μας χάρισε υπέροχες στιγμές γέλιου, εμπιστοσύνης και ζεστασιάς. Με τη μελαγχολία, την απελπισία και το μίσος μου προς όλους, ήταν σαν να διαγράφω εκείνα τα χρόνια της ευτυχίας.

Συνέχισα τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο. Προετοιμαζόμουν για την υποστήριξη της πτυχιακής μου εργασίας. Μετά από κάποιο διάστημα έμαθα ότι περίμενα παιδί. Εγώ και ο σύζυγός μου μιλήσαμε στον ιερέα για τη χαρά μας και για κάποιες ανησυχίες μας. Συγκεκριμένα, φοβόμουν μήπως συμβεί κάποιο ατύχημα και με το δεύτερο παιδί. Είχα αυτόν τον φόβο. Ο παππούλης με τα καλά του λόγια διέλυσε όλες τις ανησυχίες μας, προσευχόταν για εμάς. Μας συμβούλεψε να κοινωνούμε πιο συχνά, να προσευχόμαστε στην εκκλησία και στο σπίτι, και να ελπίζουμε στο έλεος του Κυρίου.

Κάναμε ένα αγοράκι, που μοιάζει πολύ με τον Βλάντικ. Τον ονομάσαμε Νικόλαο. Γεννήθηκε την ημέρα του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού (Δεκέμβριο). Δεν ξεχνάμε ποτέ τον Βλάντικ, προσευχόμαστε πάντα γι’ αυτόν, γράφουμε το όνομά του υπέρ αναπαύσεως και επισκεπτόμαστε τον τάφο του. Όταν ο Νικόλας μεγάλωσε, του τα διηγηθήκαμε όλα και πηγαίναμε μαζί στον τάφο. Ο Νικόλας προσεύχεται με αγάπη για την οικογένειά μας και τον αδελφούλη του που κοιμήθηκε. Το πτυχίο μου το πήρα μετά τον τοκετό.

Είμαι ευγνώμων στον Κύριο για όλα: για την σωτηρία της οικογένειας, για την ειρήνη στην καρδιά, για τη δυνατότητα να προσεύχομαι για τον Βλάντικ, για τη γέννηση του γιου Νικολάου, που είναι μεγάλη παρηγοριά και χαρά. Ο Νικόλαος είναι ήδη 27 ετών.

Αλεξάνδρα Γκριπάς
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

10/12/2026

Βλέπε επίσης
«Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι»: τι μας διδάσκει η εμπειρία του αποστόλου Παύλου «Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι»: τι μας διδάσκει η εμπειρία του αποστόλου Παύλου
Ιερέας Ευγένιος Μούρζιν
«Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι»: τι μας διδάσκει η εμπειρία του αποστόλου Παύλου «Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι»: τι μας διδάσκει η εμπειρία του αποστόλου Παύλου
Ιερέας Ευγένιος Μούρζιν
Τότε τα λόγια του αποστόλου Παύλου «ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι» παύουν να είναι ένα όμορφο απόφθεγμα και γίνονται προσωπική εμπειρία.
«Υπέμενε τον πόνο και συμπεριφερόταν λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα» «Υπέμενε τον πόνο και συμπεριφερόταν λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα»
Μια ιστορία αγάπης που πάντα υπομένει
«Υπέμενε τον πόνο και συμπεριφερόταν λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα» «Υπέμενε τον πόνο και συμπεριφερόταν λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα»
Μια ιστορία αγάπης που πάντα υπομένει
Βλαδίμηρος Γκουρμπολίκοβ
Μακάρι να ήξερα κι εγώ να αγαπώ όπως εκείνη ήξερε!
Ληστής, ο σταυρός του και το σταυρουδάκι στο λαιμό Ληστής, ο σταυρός του και το σταυρουδάκι στο λαιμό
Μια ιστορία από την ταραχώδη δεκαετία των 1990
Ληστής, ο σταυρός του και το σταυρουδάκι στο λαιμό Ληστής, ο σταυρός του και το σταυρουδάκι στο λαιμό
Μια ιστορία από την ταραχώδη δεκαετία των 1990
Βίκτωρ Κασιάνενκο
Είναι δώρο από τον Θεό το να δέχεται μια σκληρή και αμαρτωλή καρδιά τον Κύριο και να ανάβει με τη φλόγα της πίστεως, όπως στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, ως τον μαρτυρικό θάνατο.
×