Το βιβλίο του προφήτη Ιωνά έχει ένα πολύ ασυνήθιστο τέλος. Στην τελευταία γραμμή του κειμένου, ο Θεός θέτει στον προφήτη, που διαφωνεί με την απόφασή Του να δείξει έλεος στους κατοίκους της Νινευή, μια ερώτηση που μένει αναπάντητη: «Δεν πρέπει εγώ να δείξω έλεος στη Νινευή;» Το τέλος του βιβλίου παραμένει, τελικά, ανοιχτό. Γιατί;
Όταν ο Θεός θέτει αυτή την ερώτηση στον Ιωνά, η αποστολή του έχει ήδη ολοκληρωθεί. Είχε πάει στη Νινευή, είχε προαναγγείλει την καταστροφή της και περίμενε να την μετατρέψει ο Κύριος σε στάχτη. Όμως οι κάτοικοι μετανόησαν, και ο Θεός ανακάλεσε την τιμωρία. Αντί να χαρεί, ο προφήτης «ἐλυπήθη … λύπην μεγάλην καὶ συνεχύθη» (Ιων. 4:1) Δεν μπορεί να δεχτεί το έλεος του Θεού. Τον ενοχλεί η ίδια η πιθανότητα ότι η πόλη, πάνω στην οποία είχε προφερθεί η κρίση του Θεού, λαμβάνει συγχώρεση μετά από μετάνοια. Το αίσθημα δικαιοσύνης του λέει ότι οι αμαρτωλοί πρέπει να τιμωρούνται. Θεωρεί ότι δεν είναι άξιοι του ελέους του Θεού.
Τότε, κατ’ εντολήν του Θεού, δίπλα στον Ιωνά που καθόταν μέσα σε καύσωνα, φυτρώνει μια κολοκυθιά που τον προστατεύει από τον ήλιο. Ο Ιωνάς χαίρεται γι’ αυτό, αλλά την επόμενη μέρα το φυτό ξεραίνεται. Ο προφήτης βιώνει την απώλεια τόσο οδυνηρά, που ζητά για τον εαυτό του θάνατο. Ακριβώς εδώ ο Θεός προφέρει τη φράση, για χάρη της οποίας, όπως φαίνεται, διηγήθηκε ολόκληρη αυτή η ιστορία:
«Σὺ ἐφείσω ὑπὲρ τῆς κολοκύνθης, ὑπὲρ ἧς οὐκ ἐκακοπάθησας ἐπ᾿ αὐτὴν οὐδὲ ἐξέθρεψας αὐτήν, ἣ ἐγενήθη ὑπὸ νύκτα καὶ ὑπὸ νύκτα ἀπώλετο. Ἐγὼ δὲ οὐ φείσομαι ὑπὲρ Νινευὴ τῆς πόλεως τῆς μεγάλης, ἐν ᾗ κατοικοῦσι πλείους ἢ δώδεκα μυριάδες ἀνθρώπων, οἵτινες οὐκ ἔγνωσαν δεξιὰν αὐτῶν ἢ ἀριστερὰν αὐτῶν, καὶ κτήνη πολλά;» (Ιων. 4: 10-11).
Η ιστορία με την κολοκυθιά δείχνει ότι ο Ιωνάς γνωρίζει το συναίσθημα της λύπης. Ξέρει τι σημαίνει να προσκολλάται κανείς σε κάτι, να το χάνει και στη συνέχεια να υποφέρει που το απώλεσε. Όμως, η οδύνη και η λύπη του αποδεικνύονται εκπληκτικά επιλεκτικές: λυπάται για το φυτό, αλλά όχι για την τεράστια πόλη με τους χιλιάδες ανθρώπους. Ο Θεός, ωστόσο, δεν καταδικάζει τον Ιωνά, αλλά με μεγάλη διακριτικότητα επισημαίνει την επιλεκτικότητά του και, με αγάπη και πατρική στοργή, του δίνει την ευκαιρία να ψάξει τον εαυτό του και να συνειδητοποιήσει τη συμπεριφορά του.
Η ερώτηση που απευθύνεται στον Ιωνά, αποκαλύπτει ένα από τα κύρια θέματα του βιβλίου. Το έλεος του Θεού είναι πολύ ευρύτερο από τις ανθρώπινες αντιλήψεις για το ποιος το αξίζει και ποιος όχι. Και το γεγονός ότι ο Ιωνάς δεν απαντά έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο βιβλικός συγγραφέας αφήνει τα τελευταία λόγια του Θεού χωρίς απάντηση, και ο αναγνώστης μπαίνει ο ίδιος στη θέση του προφήτη.
Τώρα η ερώτηση απευθύνεται σε εμάς και δεν αφορά μόνο στη Νινευή. Αφορά σε όλους τους ανθρώπους που μας είναι αντιπαθείς και τους οποίους, όπως μας φαίνεται, ο Θεός δεν πρέπει να λυπηθεί και να συγχωρήσει. Το βιβλίο του Ιωνά τελειώνει με ερώτηση, επειδή η απάντηση σε αυτήν πρέπει να ακουστεί πέρα από τα όριά του. Ο Θεός σαν να μας ρωτάει αν είμαστε ικανοί να αποδεχτούμε το γεγονός ότι το έλεός Του δεν συμπίπτει απαραίτητα με τις δικές μας αντιλήψεις για τη δικαιοσύνη.
Κλείνοντας το βιβλίο του Ιωνά, αξίζει να αναρωτηθούμε: ποιον μου είναι πιο δύσκολο να φανταστώ στη θέση της Νινευή; Το τελευταίο, άγραφο, κεφάλαιό του ξεκινάει με την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία