Γιατί οι άνθρωποι χάνουν την πίστη; Τι σημαίνει η εγκατάλειψη από τον Θεό και μπορεί ο Θεός να «εγκαταλείψει» τον άνθρωπο; Και από πού να αντλήσει κανείς πνευματικές δυνάμεις, αν του φαίνεται ότι έχει καεί; Μιλήσαμε γι’ αυτά με τον κληρικό του Ιερού Ναού του Οσίου Ποιμήν του Ούγκρες της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Νικολάου του Ούγκρες, κάτοχο τίτλου θεολογίας, συγγραφέα ιερέα Βαλέρι Ντουχάνιν.
Ο καλλιτέχνης: Ουίνσλοου Χόμερ
– Πάτερ Βαλέρι, σήμερα θα μιλήσουμε για ένα δύσκολο θέμα που, αναμφίβολα, απασχόλησε τον χριστιανό, αλλά και τον άνθρωπο γενικότερα, σε πολύ διαφορετικές εποχές. Πρόκειται για την κρίση της πίστης, καθώς και για τα συμπτώματα που μπορεί να συνδέονται με μια τέτοια ασθένεια. Τα αίτια, φυσικά, μπορεί να είναι διάφορα, όλα εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά είναι λυπηρό ότι ο άνθρωπος μερικές φορές δεν μπορεί ο ίδιος να απαντήσει, και δεν υπάρχει κανείς να του υποδείξει, γιατί ξαφνικά άρχισε να αμφιβάλλει, γιατί στην καρδιά του δεν καίει πια έτσι η φωτιά της πίστης, γιατί άρχισε να εμφανίζεται κάποια αδιαφορία, και η φωνή της Εκκλησίας δεν είναι πια αυθεντία;
– Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι η πνευματική ζωή είναι από τη μια μεριά και η πίστη από την άλλη. Όλα συνδέονται μεταξύ τους. Αν μέσα σου έχει νεκρωθεί η πνευματική ζωή, τότε και η πίστη σου θα χαθεί. Αν σταματήσαμε να προσευχόμαστε, επειδή υπάρχουν πολλές άλλες, πιο σημαντικές υποθέσεις, τότε σημαίνει ότι ο Θεός δεν είναι πια στην πρώτη θέση για μας. Και όταν Εκείνος, για τον οποίο, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα» (Εβρ. 2,10), κρύβεται πίσω από το πέπλο της επίγειας ματαιότητας, τότε πού είναι εδώ η πίστη; Δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει ζωντανή προσευχή.
Αν μέσα σου έχει νεκρωθεί η πνευματική ζωή, τότε και η πίστη σου θα χαθεί
Φανταστείτε ότι δεν θα προσευχηθείτε για έναν ολόκληρο χρόνο, δηλαδή θα πάψετε εντελώς να στρέφεστε προς τον Θεό, μετά από αυτόν τον χρόνο θα αναρωτηθείτε ξαφνικά: υπάρχει άραγε κάπου ο Θεός; Έτσι ξεχνάμε και κάποιους γνωστούς μας, από τους οποίους χωριστήκαμε για κάποιους λόγους. Αν δεν διατηρούμε μαζί τους ζωντανή σχέση, τότε με τον καιρό αυτοί οι γνωστοί θα είναι σαν να μην υπάρχουν για μας. Έτσι κι όταν δεν διατηρούμε σχέση με τους επουράνιους, με τον πνευματικό κόσμο, τότε με τον καιρό θα μας φαίνεται ότι δεν υπάρχει καθόλου πνευματικός κόσμος, παρά μόνο ύλη γύρω μας.
Θέλω να πω ότι η κλονισμένη πίστη είναι αποτέλεσμα πνευματικής χαλάρωσης. Πριν την κρίση της πίστεως προηγείται η κρίση της πνευματικής ζωής. Και αυτή, κατά κανόνα, έρχεται ανεπαίσθητα, όχι όπως η πτώση από το γκρεμό, αλλά σταδιακά η κάθοδος προς τα κάτω. Μου αρέσει αυτό το παράδειγμα: η διεφθαρμένη φύση μας είναι σαν κυλιόμενη σκάλα που πηγαίνει πάντα προς τα κάτω. Ακόμη και για να παραμείνεις στο ίδιο επίπεδο, πρέπει συνεχώς να ανεβαίνεις. Και αν πεις: «θα σταθώ λίγο, να ξεκουραστώ», τότε μια τέτοια σκάλα θα σε τραβήξει βαθιά προς τα κάτω.
– Πως ακριβώς εκφράζεται αυτό συγκεκριμένα;
– Να, ξυπνάμε το πρωί και πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να αρπάξουμε το κινητό τηλέφωνο, βυθιζόμαστε στα μηνύματα, στα ενημερωτικά μηνύματα, στις ειδήσεις. Δηλαδή εμείς οι ίδιοι αφήνουμε την ψυχή μας σε αυτό το ανεξέλεγκτο ταξίδι. Δεν υπάρχει πια χρόνος για προσευχή, θυμόμαστε τον Θεό σαν πέρασμα, μέσα στην επίγεια ματαιότητα. Και όλα αυτά είναι ένα μεγάλο λάθος! Γιατί ο νους διασκορπίζεται σε εντελώς μάταια πράγματα. Όσο υπάρχει η πνευματική κάμψη στον νου, τόσο απιστία θα υπάρχει μέσα μας.
– Ή μήπως ο άνθρωπος απλώς κουράστηκε να διαβάζει τις ίδιες και τις ίδιες προσευχές, ή εδώ υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα;
– Στην πραγματικότητα, εδώ υπάρχουν ταυτόχρονα πάρα πολλά προβλήματα. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή πραγματικά μας γίνεται ξαφνικά ανιαρό να διαβάζουμε τις πρωινές και τις βραδινές προσευχές. Έχουμε κατά κάποιον τρόπο συνηθίσει υπερβολικά αυτά τα κείμενα, και δεν μας προκαλούν την παλιά έμπνευση. Που οδηγεί αυτό; Σε ένα από τα δύο. Ή ο άνθρωπος σταματά εντελώς να εκτελεί τον κανόνα της προσευχής, θεωρώντας τον κάτι περιττό και βαρετό. Ή συνεχίζει να διαβάζει, αλλά το κάνει βιαστικά, όσο πιο γρήγορα γίνεται, προσπαθώντας κατά κάποιον τρόπο να αποξενωθεί από τον Θεό με την ανάγνωση των προβλεπόμενων κειμένων. Και στις δύο περιπτώσεις το λάθος είναι ένα, η απώλεια της ζωντανής παρουσίας ενώπιον του Ζώντος Θεού. Αν μας είχε αποκαλυφθεί ότι Εκείνος που δημιούργησε τους αγγέλους και τους ανθρώπους, Εκείνος στα χέρια του οποίου βρίσκεται η μοίρα όλου του σύμπαντος, που μας χάρισε τη ζωή, που ανασταίνει, σώζει, στον οποίο βρίσκεται, στην πραγματικότητα, η ατελείωτη ζωή του Παραδείσου και να, Αυτός είναι εδώ, δίπλα μας, μας βλέπει, μας ακούει και μας αγαπά, και εμείς με την προσευχή υψωνόμαστε προς Αυτόν, τότε πώς θα αντιλαμβανόμασταν τώρα την προσευχή; Η προσευχή πρέπει να είναι ακριβώς μια ζωντανή παρουσία ενώπιον του Ζώντος Θεού. Και η κοινωνία με τον Κύριο είναι το πιο φωτεινό και χαρούμενο πράγμα που μπορεί να συναντήσει κανείς στον κόσμο.
Παρεμπιπτόντως, δεν κουραζόμαστε να προφέρουμε τα ίδια λόγια, επικοινωνώντας με τους πλησίον, όταν αυτά τα λόγια γεμίζουν με καλά και θερμά αισθήματα. Δηλαδή, σημασία έχει με τι είναι γεμάτα τα λόγια μας, τι έχουμε την ίδια στιγμή στην καρδιά μας. Και, στην πραγματικότητα, η στάση μας προς τον Θεό εκφράζεται με τα αισθήματα που γεμίζουν τις προσευχές μας.
Μπορεί, βέβαια, να προσεγγίσει κανείς δημιουργικά και τον ίδιο τον κανόνα: για κάποιο διάστημα να διαβάζει αντί για τις πρωινές και βραδινές προσευχές, λόγου χάρη, τις προσευχές του Αποδείπνου και του Όρθρου, ή τους ακάθιστους ύμνους, όποιοι ταιριάζουν στην ψυχή, ή να διαλέξει για τον εαυτό του ψαλμούς που του αρέσουν ιδιαίτερα. Ή να διαβάζει τις Ώρες, τις σύντομες ακολουθίες. Είναι δυνατές διάφορες παραλλαγές, το κύριο είναι να μη αποκάμει η προσευχή.
– Αλλά μήπως αυτή είναι η μόνη αιτία της κρίσης της πίστεως;
– Φυσικά, η κρίση της πίστης μπορεί να έχει και άλλες αιτίες. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος, βρισκόμενος σε δυστυχία, προσεύχεται επιμελώς και περιμένει ότι ο Θεός οπωσδήποτε θα του κάνει ένα θαύμα: ας πούμε, θα του επιστρέψει το αγαπημένο πρόσωπο που έφυγε από την οικογένεια, ή θα θεραπεύσει έναν απελπιστικά άρρωστο. Και το θαύμα δεν γίνεται. Και αρχίζει και καταλαβαίνει ότι το να προσεύχεσαι είναι αναποτελεσματικό. Άρα, σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος, ότι μπορεί και να μην προσεύχεται καθόλου. Θεώρησε ότι όλα έπρεπε να γίνουν ακριβώς όπως τα ζητούσε στις προσευχές του. Και το ότι μερικές φορές πρέπει να ταπεινωθεί, δεχόμενος κάποιον σταυρό από τον Θεό, αυτό κατά κάποιον τρόπο το ξεχνά. Στον υπερήφανο είναι δύσκολο να είναι πιστός.
Η πίστη εξασθενεί επειδή ο άνθρωπος αποδείχθηκε ανετοίμαστος να δεχθεί τον σταυρό της ζωής
– Και η κατάσταση της εγκατάλειψης από τον Θεό μπορεί να γίνει συνέπεια του ότι κάτω από τα πόδια του ανθρώπου απομακρύνθηκε αυτό το στήριγμα της πίστεως; Γιατί συμβαίνει αυτό, όταν ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο; Είναι γενικά σωστό να το λέμε έτσι: «Ο Θεός μας εγκατέλειψε»;
– Μου έρχεται στη μνήμη ένα περιστατικό από τον βίο του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου, όταν ο Άγιος υπέμεινε πάρα πολλές κάθε λογής αντιξοότητες, και προ πάντων από τους δαίμονες. Φαινόταν ότι ο Θεός δεν τον βοηθάει. Ο Όσιος Αντώνιος αναφώνησε: «Κύριε, πού ήσουν Εσύ; Γιατί δεν εμφανίστηκες στην αρχή, για να σταματήσεις τα βάσανά μου;» Και του δόθηκε απάντηση από τον Θεό: «Εδώ ήμουν, αλλά περίμενα, θέλοντας να δω την επιμέλειά σου και τον αγώνα σου». Η υπομονή του Αντωνίου του Μεγάλου, όπως γνωρίζουμε, μετατράπηκε σε πολλά πνευματικά χαρίσματα. Η εγκατάλειψη από τον Θεό είναι, κατά κύριο λόγο, υποκειμενικό μας αίσθημα. Μας φαίνεται ότι είμαστε εγκαταλελειμμένοι από τον Θεό, επειδή είμαστε σε άθλια κατάσταση, και επειδή δεν είναι όλα όπως τα θέλουμε. Στην πραγματικότητα όμως ο Κύριος εκείνη τη στιγμή είναι ακριβώς δίπλα, μας σκληραγωγεί στο χωνευτήρι της φαινομενικής εγκατάλειψης από τον Θεό.
Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, αυτή η κατάσταση μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη, να φέρει το δικό της όφελος. Γιατί σε τέτοιες στιγμές καταρρέει αμέσως η υψηλή γνώμη που έχουμε για τον εαυτό μας. Εμείς νομίζαμε ότι στην πνευματική ζωή κάτι αντιπροσωπεύουμε. Και ξαφνικά αποδεικνύεται ότι χανόμαστε, ότι τριγύρω δεν υπάρχει τίποτα από όπου μπορείς να πιαστείς. Καμία υπερφυσική βοήθεια δεν υπάρχει, παρά μόνο συμφορές πέφτουν από δεξιά και αριστερά. Και ακριβώς μετά από μια τέτοια κατάσταση η προσευχή είναι η πιο δυνατή. Μια τέτοια προσευχή, σαν ένας βαθύς αναστεναγμός της καρδιάς, ανεβαίνει αμέσως προς τον Κύριο. Γιατί είναι η προσευχή μιας ταπεινωμένης ψυχής. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι: ο Σωτήρας είναι αναγκαίος μόνο σε αυτόν που είναι χαμένος. Αν δεν χάνεται ο εαυτός σου, τότε και ο Σωτήρας δεν σου είναι και τόσο αναγκαίος. Να πού ο Κύριος μας οδηγεί σε τέτοιες στιγμές δοκιμασίας. Και είτε θα πεις στον εαυτό σου: ό,τι κι αν γίνει, εγώ θα είμαι με τον Θεό, ακόμη κι αν φαίνεται ότι ο Κύριος με ξέχασε. Είτε θα δείξεις αδυναμία, θα γογγύζεις, αλλά και αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός αποστράφηκε από σένα. Ο Κύριος οπωσδήποτε θα φανερώσει κάτι για τη νουθεσία και τη σωτηρία σου.
– Τι είναι η «πνευματική παράλυση»; Από τι προέρχεται;
– Δεν μου είναι εντελώς κατανοητός ένας τέτοιος όρος: «πνευματική παράλυση». Είναι όταν ένας άνθρωπος κατά κάποιον τρόπο να έχει εξαντληθεί, έχοντας επιδοθεί σε πολλούς ασκητικούς αγώνες, σαν να έχει υπερφορτωθεί και να έχει χάσει προσωρινά τη γεύση της πνευματικής ζωής. Να έχουμε χαλαρώσει τόσο ώστε, να μην μπορούμε να ξυπνήσουμε. Και τότε ο Κύριος επιτρέπει να έρθουν οι θλίψεις, για να μας ταρακουνήσει και να μας βγάλει από αυτόν τον λήθαργο. Κατά τη διάρκεια των έντονων θλίψεων και δοκιμασιών ο άνθρωπος πραγματικά συνέρχεται. Και η στροφή προς τον Θεό γι' αυτόν δεν είναι πια ένας κενός ήχος, αλλά η κραυγή της ψυχής. Μια γνωστή δόκιμη από το Όρος των Ελαιών στα Ιεροσόλυμα διηγήθηκε πώς, 26 χρόνια πριν, είχε έρθει ως εθελόντρια, ετοιμαζόμενη να πεθάνει. Είχε μια φοβερή ογκολογική διάγνωση, αλλά δεν το είπε σε κανέναν, εγκαταστάθηκε και εθελοντικά διακονούσε στην Ιερά Μονή, εκτελούσε τις πιο ταπεινές εργασίες και προσευχόταν, προσευχόταν, προσευχόταν. Να, έλεγε, τότε ότι θα έπεφτε λιπόθυμη εκείνη τη στιγμή μέσα σε αυτή την τουαλέτα που καθάριζε. Αλλά προσευχόταν και ξαναπροσευχόταν μέσα σε αυτούς τους κόπους. Και λέει ότι τώρα πια δεν υπάρχει αυτή η δυνατή προσευχή, που υπήρχε τότε, δεν μπορεί να επιστρέψει σε εκείνο το επίπεδο της θερμής και φλογερής προσευχής. Ένας άλλος πατήρ τελούσε συνεχώς παρακλήσεις για την υγεία της, είχε μεγάλο οίκτο γι' αυτήν. Και με κάποιο θαύμα η ασθένεια υποχώρησε, στην αρχή μάλιστα φοβόταν να πάει για κάνει εξετάσεις. Και ο Κύριος πραγματικά φανέρωσε ένα αληθινό θαύμα, εκείνη παρέμεινε στη Ιερά Μονή, που είναι η Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως και Αναλήψεως στο Όρος των Ελαιών. Αλλά εκείνη τη δυνατή προσευχή, λέει, δεν καταφέρνει να την επαναφέρει. Πιστεύω ότι απλώς δεν μπορούμε να ανεβαίνουμε συνεχώς, μας είναι δύσκολο, και γι' αυτό ο πνευματικός μας δρόμος κυλά κυματοειδείς, λίγο προς τα πάνω, λίγο προς τα κάτω, αλλά το κύριο είναι προς τα εμπρός.
– Θα θέσω ένα επικίνδυνο και φοβερό ερώτημα: μπορεί η κρίση της πίστης να γίνει συνέπεια του ότι ο άνθρωπος, βρισκόμενος στην Εκκλησία, κάποια στιγμή «συμβιβάζεται» με κάποια αμαρτία, αρχίζει να τη αντιμετωπίζει ήρεμα, επιεικώς, ελπίζοντας στο έλεος του Θεού;
– Δυστυχώς, έτσι είναι. Το έχω διαπιστώσει πολλές φορές. Να, δεν θέλησες να αποχωριστείς κάποια αδυναμία σου, δεν συγχώρεσες τον άλλον, δεν καθάρισες την ψυχή σου με ειλικρινή Εξομολόγηση, και τέλος, η Θεία Λειτουργία δεν γίνεται πια αντιληπτή όπως πριν. Δεν είναι πια συνάντηση με τον Κύριο, επαφή με τον μυστηριώδη Ουράνιο κόσμο, αλλά απλώς κατά κάποιον τρόπο παρατήρηση από μια μεριά θρησκευτικής παράστασης. Οι αμαρτίες, από τις οποίες δεν θελήσαμε να αποχωριστούμε, θολώνουν το βλέμμα μας, μας κάνουν πνευματικά μύωπες.
Οι αμαρτίες, από τις οποίες δεν θελήσαμε να αποχωριστούμε, θολώνουν το βλέμμα μας, μας κάνουν πνευματικά μύωπες
Επέρχεται πνευματική τύφλωση. Και όμως η πίστη είναι όραμα. Τι όραμα μπορεί να είναι, αν έχεις γίνει πνευματικά τυφλός;
– Συμβαίνει συχνά η κρίση της πίστεως να επέρχεται μετά από πολλά χρόνια όταν ο άνθρωπος έχει περάσει μέσα στην Εκκλησία. Τα τελευταία χρόνια γνωρίσαμε αρκετά τις ιστορίες απογοητευμένων, εκκλησιαστικά αποξενωμένων, εκείνων που εγκατέλειψαν την ιερατική διακονία. Τέτοιες περιπτώσεις προκαλούν έντονες συζητήσεις, κατά κανόνα από δύο πλευρές: «κατά» επειδή ο άνθρωπος έθεσε υπό αμφισβήτηση τη σωτηριώδη φύση της ορθόδοξης πίστης ή πρότεινε τη δική του ερμηνεία της, και γι' αυτό βάδισε σε «νέο δρόμο», και «υπέρ» επειδή προσελκύει και η ειλικρίνεια (κάποιες φορές αληθινή, κάποιες φορές φαινομενική), αλλά και απλώς «λυπάσαι τον άνθρωπο». Η πιο, ίσως, δύσκολη περίπτωση δεν είναι όταν κάποιος «φεύγει» από την Εκκλησία, αλλά όταν λέει ότι δεν μπορεί πια να είναι εδώ, ή μπορεί, αλλά θα το κάνει στο εξής βασιζόμενος στη «φωνή της καρδιάς» και σε εναλλακτικές πηγές, και όχι στην πατερική παράδοση. Νιώθει στενάχωρα, κουράστηκε, εξουθενώθηκε. Πώς θα σχολιάζατε τέτοιες περιπτώσεις; Το κύριο, βέβαια, είναι γιατί αυτό γίνεται δυνατό.
– Για μένα είναι ένα πολύ οδυνηρό θέμα. Κάποιες φορές συναντάμε τον καθαρά ανθρώπινο παράγοντα, όταν το υπερβολικό βάρος, και κάποιες φορές σκληρότητα από την πλευρά των ανωτέρων, κάμπτουν τις ψυχικές δυνάμεις των ιερέων. Αλλά κάθε ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να επιλυθεί επίσης ανθρώπινα, μετάθεση σε άλλο τόπο, απαλλαγή από ένα μέρος των φορτίων. Στην πραγματικότητα όμως χρειάζεται μόνο να εμπιστευτείς τον Θεό μέχρι τέλους, να παραδώσεις τη ζωή σου στα χέρια Του. Και ο Κύριος θα τα κανονίσει όλα όπως πρέπει. Αλλά αν μιλήσουμε κατ' ουσίαν, γίνεται πόλεμος, πνευματικός αγώνας για τις αθάνατες ψυχές μας. Ο διάβολος ψάχνει πού να παγιδέψει τον άνθρωπο. Και στο στόχαστρο βρίσκονται, προ πάντων, οι ιερείς. Έχω συναντήσει περιπτώσεις όπου ο Κύριος με προφανή, θαυμαστό τρόπο βοήθησε ιερείς. Εκπληρώθηκαν οι προσευχές τους, μέσω αυτών ο Κύριος έσωσε ανθρώπους. Αυτή είναι πραγματική εμπειρία επαφής με την Ουράνια βοήθεια. Και να, οι ίδιοι αυτοί ιερείς, το παράδειγμα των οποίων με ενέπνεε, ξαφνικά έπεσαν σε βαριά παραπτώματα και βρέθηκαν καθαιρεθέντες από τον ιερό βαθμό. Και κάποιοι έφυγαν μόνοι τους. Δηλαδή ο Κύριος είναι αναμφίβολα κοντά και βοηθά, αλλά και ο πονηρός δεν κοιμάται. Και πού είσαι εσύ ο Ίδιος; Πού θέλεις να καταλήξεις τελικά; Δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να νομίζουμε ότι είμαστε από μόνοι μας πάνω από κάποιους πειρασμούς. Ο διάβολος δεν θα αστειεύεται μαζί μας. Είναι πολύ εύκολο να παραπατήσεις και να πέσεις σε βαρύ αμάρτημα. Και όταν σταματήσεις να ζεις κατά την πίστη, τότε και η ίδια η πίστη γίνεται κάτι εφήμερο. Έναν τέτοιο άνθρωπο τον έλκουν περισσότερο κάποιες γήινες επιστήμες, η ψυχολογία, οι επιχειρήσεις ή κάτι παρόμοιο. Και τα του Θεού δεν είναι πια τόσο προφανή γι’ αυτόν. Και αυτή η κατηφόρα οδηγεί στην άβυσσο.
– Τι μπορούμε να αντιτάξουμε σε αυτό;
– Θα ήταν καλό να προσπαθούμε να ζούμε σαν να μας έχει απομείνει η τελευταία μέρα. Η πανδημία από αυτή την άποψη μας δίνει ένα πολύ καλό μάθημα. Πόσο γρήγορα, όπως αποδεικνύεται, οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τον επίγειο κόσμο: ακόμη χθες ο άνθρωπος ήταν μαζί μας, και σήμερα η ψυχή χωρίζεται από το σώμα, και να, με ποια διάθεση περνά στον άλλο κόσμο; Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να προσευχηθείς στον Κύριο από την καρδιά, να μετανοήσεις, να καθαρίσεις την ψυχή, να κάνεις κάποιο καλό σε άλλους ανθρώπους, μην χάνεις αυτή τη μέρα. Για τον χριστιανό, η μέρα που του δίνεται είναι μια ευκαιρία πνευματικής παρουσίας ενώπιον του Θεού.
Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να μετανοήσεις, να καθαρίσεις την ψυχή, να κάνεις κάποιο καλό σε άλλους ανθρώπους, μην χάνεις αυτή τη μέρα
– Έχετε εσείς ο ίδιος βιώσει ποτέ κρίση πίστεως; Αν ναι, πείτε μας γι’ αυτό. Τι θα συμβουλεύατε τους ανθρώπους που αυτή τη στιγμή βιώνουν την κρίση της πίστεως;
– Είναι σημαντικό για τον άνθρωπο να ψηλαφήσει τον δικό του δρόμο, να βρει τι ακριβώς τον εμπνέει, αναγεννά μέσα του την πίστη, ανάβει θερμή προσευχή προς τον Κύριο. Θυμάμαι, κατά την πρώτη περίοδο της πανδημίας COVID-19, όταν όλοι βρεθήκαμε σε απομόνωση, ήμασταν απλώς πνευματικά συντετριμμένοι. Φαινομενικά όλοι στην οικογένεια ήταν μαζί, υπήρχε η δυνατότητα να ασχοληθείς με κάτι δημιουργικό, αλλά τελικά δεν έγιναν όλα διαφορετικά. Κάποιο από τα παιδιά άρχισε να βλέπει σειρές, μετά ακολουθήσαμε κι εμείς οι ενήλικες. Και έτσι η πρώτη απομόνωση απέτυχε παταγωδώς για την πνευματική μας ζωή. Μετά στραφήκαμε σε διαδικτυακές λατρευτικές συνάξεις, φαινομενικά αυτό βοηθούσε να ανεβάσουμε λίγο το πνευματικό φρόνημα. Αλλά έλειπε κάτι το πιο ουσιαστικό. Η μετάδοση των Ακολουθιών εμπνέει καθαρές σκέψεις, στεναγμούς προσευχής, αλλά παραμένεις ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής. Και μόνο από το τρίτο στάδιο καταφέραμε να οργανώσουμε κατ’ οίκον Ακολουθίες. Φυσικά, δεν μπορούμε να τελέσουμε στο σπίτι τη Θεία Λειτουργία, αλλά τον Εσπερινό και τον Όρθρο με τις προβλεπόμενες για τη συγκεκριμένη ημέρα προσευχές ήταν απολύτως εφικτό. Υπήρχαν μάλιστα ιστοσελίδες όπου δημοσιεύονται καθημερινά το κείμενο της Ακολουθίας. Το σπίτι μας πρέπει τελικά να είναι όχι αίθουσα τηλεθέασης, αλλά μια μικρή Εκκλησία, ένα είδος αντανάκλασης του ναού του Θεού. Και στον ναό η προσευχή μπορεί να είναι μόνο ζωντανή και άμεση. Και έτσι, κάθε μέρα μπορείς να ανακαλύπτεις για τον εαυτό σου έναν θαυμάσιο πνευματικό κόσμο, γιατί κάθε μέρα γιορτάζεται η μνήμη κάποιων Αγίων. Οι βίοι και τα έργα τους είναι προσωπικά για μένα πολύτιμα. Κάθε μέρα μπορείς να αντλείς τεράστιο πνευματικό όφελος από τους βίους των Αγίων, από τις νουθεσίες τους. Δεν θέλω να επιβάλλω τίποτα σε κανέναν.
Θα πω ένα πράγμα: αναζητήστε τι ζωοποιεί την ψυχή σας, τι σας βοηθά να προσεύχεστε με προσευχή ζωντανή, θερμή, παρατηρήστε το και προσπαθήστε να αναπτύξετε ακριβώς εκείνη την κατεύθυνση στην οποία η πίστη σας δεν θα σβήνει, αλλά θα πάντα σαν κερί αναμμένο.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία