Ο γλυκός απριλιάτικος αέρας περιτύλιγε τρυφερά τα πάντα γύρω και μας ζάλιζε το κεφάλι, προαναγγέλλοντας το πανηγύρι της ζωής. Σμήνη μελωδικών πουλιών έπαιζαν πάνω στις μηλιές στα ευωδιαστά κλαδιά, ρίχνοντας κατά γης τα λευκά βελούδινα πέταλα των ανθισμένων λουλουδιών. Και ο ήλιος, ο ήλιος έκαιγε τόσο τρυφερά, που ήθελες να τυλιχτείς στις ακτίνες του και να ζεις, να ζεις, να ζεις! Όμως, εκείνος πέθαινε, ξαπλωμένος στα δυνατά και ροζιασμένα από τη σκληρή δουλειά χέρια της μητέρας του. Πέθαινε ήσυχα, όπως αρμόζει στους αγγέλους...
Ήταν σαφές ευθύς εξαρχής ότι το παιδί δεν θα ζούσε, αλλά η μητρική καρδιά πίστευε ότι η ζωή δεν θα εγκατέλειπε αυτό το εύθραυστο, ζεστό κορμάκι
Ο μικρός ήταν μόλις τριών μηνών. Είχε γεννηθεί πολύ αδύναμος. Δεν ζούσε, απλώς επιβίωνε. Σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, η φέρουσα γυναίκα δούλευε σε φορτηγό πλοίο, σε μια βαριά εργασία ακατάλληλη για γυναίκα, πόσο μάλλον σε περίοδο εγκυμοσύνης. Η δουλειά της ήταν να μεταφέρει με κουβάδες κάρβουνο που έπρεπε να το αδειάζει στο λέβητα του πλοίου. Τα μεταπολεμικά χρόνια ήταν βαριά για όλους τους ανθρώπους, χωρίς εξαιρέσεις. Μέσα σε αυτή τη φορτηγίδα, στα μέσα του χειμώνα, γέννησε το πρώτο της παιδί. Ήταν σαφές ευθύς εξαρχής ότι το παιδί δεν θα ζούσε, αλλά η μητρική καρδιά πίστευε ότι η ζωή δεν θα εγκατέλειπε αυτό το εύθραυστο, ζεστό κορμάκι. Όμως, ήρθε η στιγμή που το παιδί σταμάτησε να τρώει, εξασθένησε πλήρως και μόλις που στέναζε με εκείνη τη απαλή μωρουδίστικη φωνούλα του. Ο τρόμος έσφιγγε σαν μέγγενη την καρδιά της νεαρής μητέρας. Καταλάβαινε ότι το τέλος πλησίαζε. Και τότε, μέσα στη θλίψη της, η γυναίκα βγαίνει έξω σε αυτή την όμορφη, γεμάτη ζωή ανοιξιάτικη μέρα κρατώντας αγκαλιά τον γιο της.
Κάθισε στο κατώφλι και άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα δεν σταματούσαν να τρέχουν και να πέφτουν ακριβώς πάνω στο πρόσωπο του μωρού που δεν αντιδρούσε καθόλου. Η γυναίκα τα σκούπιζε προσεκτικά, θαύμαζε το πολυαγαπημένο πρόσωπο του παιδιού της και προσπαθούσε να κρατήσει στη μνήμη της αυτές τις τελευταίες στιγμές. «Άρρωστος είναι;» – η γυναίκα αναπήδησε από τη φωνή άγνωστου γέρου, που ξαφνικά βρέθηκε δίπλα της. Η λευκή γενειάδα ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε. Είχε άσπρα μαλλιά και λευκό χιτώνα. Και τα μάτια! Τα μάτια ήταν ελαφρώς μισόκλειστα και είχαν τέτοια αστραφτερή καλοσύνη, που η γυναίκα ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό της και ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Ήθελε τόσο πολύ να διηγηθεί στον γέρο τη θλίψη της, όμως δεν θα μπορούσε να πει λέξη χωρίς να ξεσπάσει σε κλάματα. Και έτσι ξέσπασε σε κλάματα... Ο γέροντας στεκόταν, ακουμπισμένος στο ξύλινο ραβδί του, και δεν απομάκρυνε το βλέμμα του από το ετοιμοθάνατο μωρό. «Σταμάτα, σταμάτα να κλαις. Ο γιος σου θα γίνει καλά. Άκουσέ με: πάρε κονιάκ, ανάμειξέ το με γλυκό τσάι και δίνε στο παιδί τρεις φορές την ημέρα ένα κουταλάκι του γλυκού. Θα γίνει καλά!»
Όσο η γυναίκα, σκούπιζε τα δάκρυά της και ετοιμαζόταν με όλες τις δυνάμεις της να απαντήσει, ο γέρος έφυγε ή εξαϋλώθηκε... Δεν τον είδε κανείς στο χωριό, ούτε πριν ούτε μετά.
Οι μέρες περνούσαν, η γυναίκα ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες του θαυμαστού γέροντα και το παιδί συνερχόταν με γρήγορους ρυθμούς. Αυτό το θαύμα ήταν τόσο απίστευτο που το διηγούνταν σε όλους και η καρδιά της ήθελε τόσο πολύ να ευχαριστήσει τον θαυμαστό γέροντα. Μόνο που δεν ήξερε πώς και πού να τον βρει.
Η γυναίκα ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες του θαυμαστού γέροντα και το παιδί συνερχόταν με γρήγορους ρυθμούς
Η ζωή συνεχιζόταν, η γυναίκα είχε πλέον τρεις γιους, με τον μεγαλύτερο να είναι ο πιο τρυφερός, υπάκουος και πρώτος βοηθός της. Εκείνη την εποχή, λίγοι νέοι γνώριζαν τον Θεό. Έτσι και η ηρωίδα μας, που είχε ανατραφεί σε περιβάλλον με αντιθρησκευτικό πνεύμα, ήταν και αυτή μακριά Του. Ώσπου ήρθε η στιγμή που βρέθηκε σε μια εκκλησία. Τυχαία, περισσότερο από περιέργεια. Η εκκλησία ήταν άδεια, η ιερή ακολουθία είχε ήδη τελειώσει, μερικά κεριά έκαιγαν, τσιρίζοντας, σε ένα αυτοσχέδιο κηροπήγιο με άμμο. Τα κεριά ήταν φθηνά, από παραφίνη, γι' αυτό και έκαιγαν γρήγορα και έλιωναν εύκολα, στάζοντας μικρές σταγόνες πάνω στην άμμο. Στην εκκλησία υπήρχαν λίγες εικόνες. Οι τοίχοι που κάποτε ήταν όμορφα αγιογραφημένοι με ευαγγελικές σκηνές ήταν ολόκληροι βαμμένοι με μπογιά. Μόνο σε μερικά σημεία διακρίνονταν γράμματα και πρόσωπα αγίων. Η γυναίκα πήγε να φύγει, αλλά ένα εσωτερικό συναίσθημα δεν της επέτρεπε να εγκαταλείψει έτσι απλά τον ναό. «Να ανάψω ένα κερί», σκέφτηκε. Πήρε το κερί και έσπευσε να το βάλει στο πλησιέστερο κηροπήγιο. Έκανε λες και φοβόταν ότι κάποιος θα την έβλεπε. Η φλόγα άρχισε να τρεμοπαίζει, καθώς δυνάμωνε. Αφού στέριωσε προσεκτικά το κερί στην άμμο, σήκωσε τα μάτια της και πάγωσε. Την κοίταζε εκείνος ο γέρος: άσπρη γενειάδα, κατάλευκα μαλλιά, εκείνα τα μάτια – ελαφρώς μισόκλειστα – και ο χιτώνας ... και αυτός λευκός! «Αυτός, αυτός, αυτός είναι!» – τα συναισθήματα που την κυρίευσαν αναστάτωσαν την καρδιά της. Και εκείνος ο γνωστός κόμπος επανήλθε και έτσι ξέσπασε σε κλάματα. Όμως, αυτή τη φορά ήταν δάκρυα ευγνωμοσύνης και αγάπης για αυτόν τον γέρο στην εικόνα. Η γυναίκα τρελάθηκε από τη χαρά της, έτρεξε προς το πάγκο με τα κεριά και με συγκινημένη φωνή ρώτησε την γριά που δούλευε στον ναό, ποιος είναι αυτός που απεικονίζεται στην εικόνα; Σίγουρα κάποιος ιερέας που υπηρετεί ή υπηρετούσε παλαιότερα εδώ; Πώς μπορώ να τον βρω; «Όχι, αγαπητή μου, αυτός είναι ο Άγιος Παππούλης Σεραφείμ, ο Θαυματουργός του Σαρόφ».
Θα μπορούσε να τελειώσει εδώ η ιστορία, αλλά οι περαιτέρω περιστάσεις δίνουν μια κάποια εξήγηση του γεγονότος της τόσο ελεήμονος εμφάνισης του ίδιου του γέροντα Σεραφείμ σε μια άπιστη γυναίκα.
Πέρασαν τα χρόνια, ο μικρός μεγάλωσε, ωρίμασε και δημιούργησε οικογένεια. Και όταν πλησίαζε πλέον τα σαράντα, αυτός και η σύζυγός του πίστεψαν στον Θεό. Άρχισαν να εκκλησιάζονται τακτικά και να πηγαίνουν μια φορά το χρόνο για προσκύνημα σε αγίους τόπους. Αγάπησαν πολύ το Ντιβέεβο, όπου αναπαύεται ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρόφ. Τα χρόνια περνούσαν, το Ντιβέεβο τους προσέλκυε όλο και πιο πολύ, ώσπου έφτασε η ώρα που όλη η οικογένεια μετακόμισε κοντά στον πατέρα Σεραφείμ, ώστε να ζει και να εργάζεται στο μοναστήρι του. Ο άντρας ήταν έμπειρος χειριστής γερανού, και οι δεξιότητές του ήταν χρήσιμες στο μοναστήρι που αναστηλωνόταν. Εκτός από την κατασκευή κατοικιών και αγροτικών κτιρίων, συμμετείχε στην αναστήλωση εκκλησιών, εγκαθιστούσε σταυρούς προσκυνήματος, εργαζόταν στις πηγές της Μονής. Όμως, μετά από μερικά χρόνια, ο άντρας αρρώστησε. Η ασθένειά του ήταν σοβαρή και τρομακτική: είχε καρκίνο στον εγκέφαλο. Για 4 μήνες έμενε ξαπλωμένος, χωρίς να σηκώνεται ή να κινείται! Ήταν σαν μωρό, που σιγά-σιγά έσβηνε. Κάθε 3 μέρες τον επισκέπτονταν ιερείς από το μοναστήρι και του μετέδιδαν την Θεία Κοινωνία.
Τελικά πέθανε μια μέρα του Απριλίου. Μόνο που αυτό συνέβη με 60 χρόνια καθυστέρηση. Χάρη στον θαυμαστό γέροντα Σεραφείμ
Ήρθε η άνοιξη, εμφανίστηκαν τα πρώτα χόρτα, τα δέντρα άρχισαν να ντύνονται με τα γαμήλια τους ρούχα. Τα πουλιά ξανάρχισαν να κελαηδούν χαρούμενα, και ο ήλιος ζέσταινε με αγάπη κάθε πλάσμα του Θεού. Η ζωή ξαναέπαιρνε δύναμη, όπως την μακρινή εκείνη μέρα του Απριλίου. Πέρασε πανηγυρικά το Πάσχα με επίγειους και ουράνιους ύμνους και πήρε μαζί του το μικρό μας αγόρι... Τελικά πέθανε μια μέρα του Απριλίου. Μόνο που αυτό συνέβη με 60 χρόνια καθυστέρηση. Χάρη στον θαυμαστό γέροντα Σεραφείμ.
Αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Μου την είχε διηγηθεί η γιαγιά μου, η Αναστασία. Το παιδί της είναι ο πατέρας μου, ο Γιούρι. Ζούσαν στο νότο της Ρωσίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μετακόμισαν στο Ντιβέεβο. Ο πατέρας μου πέθανε τον Απρίλιο του 2014. Και τώρα ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο του Ντιβέεβο.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία