Κάποτε στα Ιεροσόλυμα, όταν βρισκόμουν στην πόλη για δουλειές, μια άγνωστη γυναίκα με πλησίασε και πολύ προσεκτικά, ζητώντας συγγνώμη, μου έθεσε μια απροσδόκητη ερώτηση:
– Γιατί γίνατε μοναχή;
Χαμογέλασα και, για να ξεμπερδέψω γρήγορα, απάντησα με μια σύντομη φράση:
– Με κάλεσε ο Θεός και δεν μπόρεσα να απορρίψω την αγάπη Του!
Προς έκπληξή μου, η απάντησή μου άρεσε σε αυτή τη γυναίκα. Αλλά δεν κατάφερα να την αποφύγω: μου ζήτησε να μιλήσουμε πιο αναλυτικά σε ένα καφέ. Συμφώνησα. Και πίνοντας καφέ, μου διηγήθηκε την ιστορία της. Για το πώς ασπάστηκε την πίστη στον Ιησού Χριστό.
Η γυναίκα λεγόταν Ρεβέκκα. Ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είχε τρομερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μετά το οποίο χρειάστηκε για πολύ καιρό να υποβάλλεται σε θεραπείες και να κάνει αρκετές εγχειρήσεις. Σε αυτό το διάστημα ο σύζυγός της βρήκε άλλη γυναίκα. Έχοντας μείνει εντελώς μόνη, καθώς δεν είχαν παιδιά, αποφάσισε να μετακομίσει στο Ισραήλ μέσω ενός προγράμματος επαναπατρισμού. Στη νέα πατρίδα, ξεκινώντας κυριολεκτικά μια νέα ζωή, άρχισε να αναζητά παρηγοριά στη θρησκεία, παρακολουθώντας τακτικά μαθήματα για τον Ιουδαϊσμό.
Η Ρεβέκκα ήταν επιμελής μαθήτρια, μελετούσε προσεκτικά τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τις ιουδαϊκές παραδόσεις και τον τρόπο ζωής. Κάποτε, κατά στη διάρκεια της ανάλυσης του 53ου κεφαλαίου του Ησαΐα, είχε τις πρώτες της διαφωνίες με τον ραβίνο. Η Ρεβέκκα έθετε ξανά και ξανά ερωτήσεις, στις οποίες ο δάσκαλος απαντούσε με νευρικότητα:
– Δεν θα απαντήσω στην ερώτησή σας, γιατί τέτοιες ερωτήσεις συνήθως κάνουν οι χριστιανοί!
Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές, ώσπου ο ραβίνος άρχισε να υπονοεί ότι η Ρεβέκκα ήταν χριστιανή.
Με αυτόν τον εκπληκτικό τρόπο, η Ρεβέκκα, που ποτέ πριν δεν είχε ενδιαφερθεί για το χριστιανισμό, μετά από εκείνη την ιδιαίτερη μέρα άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Φυσικά, και εδώ το ερευνητικό της μυαλό έβαζε πολλές ερωτήσεις. Έψαχνε πληροφορίες στο διαδίκτυο, καθώς δεν είχε χριστιανούς μεταξύ των γνωστών της, και έτσι, εξαντλημένη από αυτήν την αναζήτηση, μια μέρα προσευχήθηκε:
– Κύριε, ας μου μιλήσει για τον Ιησού ένας Εβραίος, μόνο τότε θα μπορέσω να πιστέψω σε Αυτόν!
Μετά από λίγες μέρες, η Ρεβέκκα πήγε στο Τείχος των Δακρύων στα Ιεροσόλυμα. Στο γυναικείο τμήμα πρόσεξε μια γυναίκα που προσευχόταν με ζέση και έκλαιγε πικρά. Η Ρεβέκκα, που έχει πολύ συμπονετική καρδιά, την πλησίασε και την ρώτησε διακριτικά τι είναι αυτό που προκαλεί το θρήνο της. Άκουσε την ακόλουθη απάντηση:
– Αγαπητή μου, δεν κλαίω για τον εαυτό μου, αλλά για το καημένο απολωλός Ισραήλ!
Η Ρεβέκκα άκουσε την ακόλουθη απάντηση: «Δεν κλαίω για τον εαυτό μου, αλλά για το καημένο απολωλός Ισραήλ που απέρριψε τον Σωτήρα!»
Τότε, στη συγκινημένη καρδιά της Ρεβέκκας άρχισαν να εισρέουν λόγια για τον Κύριο που σταυρώθηκε και απορρίφθηκε από τον λαό του Ισραήλ, για τις εκπληκτικές προφητείες που έχουν εκπληρωθεί, για το ότι η σωτηρία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της πίστης σε Αυτόν!
Αποδείχθηκε ότι η γυναίκα που η Ρεβέκκα συνάντησε στο Τείχος των Δακρύων ήταν μεσσιανική Εβραία, άνθρωπος που είχε σταλεί από τον Θεό. Η Ρεβέκκα δεν βαπτίστηκε αμέσως. Αυτό έγινε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και σε προτεσταντική κοινότητα. Μετά από δύο χρόνια, μεταπήδησε στην Αγγλικανική Εκκλησία, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι προτεστάντες παραποιούν την εντολή του Σωτήρα σχετικά με τη συμμετοχή των πιστών στην Ευχαριστία (βλ. Μτ. 26: 26–28). Πρέπει να σημειωθεί ότι, όσο ακολουθούσε τον προτεσταντισμό και όταν στη συνέχεια επισκεπτόταν την Αγγλικανική εκκλησία, παρακολουθούσε δύο – τρείς φορές την εβδομάδα μαθήματα μελέτης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Εκείνη την περίοδο συνέβη η συνάντησή μου με τη Ρεβέκκα. Είχε τεράστιο ενδιαφέρον για να γνωρίσει την πίστη μας και αμέσως παρατήρησε ότι η διδασκαλία της Εκκλησίας είναι πολύ βαθύτερη από ό,τι είχε μελετήσει μέχρι τότε. Απέρριπτε κατηγορηματικά την τιμή που αποδίδουμε στην Θεοτόκο και στις εικόνες, ωστόσο από τότε ξεκινήσαμε μια γνωριμία που εξελίχθηκε σε σχετικά τακτική επικοινωνία.
Μια μέρα η Ρεβέκκα με κάλεσε στο τηλέφωνο και αμέσως με ρώτησε:
– Στην Μαρία, τη Μητέρα του Ιησού, απευθύνεστε με προσευχές;
– Βεβαίως.
Ξέσπασε διαμάχη. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να πάρω μια βαθιά ανάσα και να περιμένω την κατάλληλη στιγμή για να αλλάξω θέμα. Και τότε μου ήρθε μια ιδέα: μίλα τώρα! Στο τηλέφωνο, όμως, χωρίς να βλέπεις τον άνθρωπο με τον οποίο μιλάς, είναι πολύ δύσκολο να διεξάγεις έναν τόσο δύσκολο διάλογο. Επιπλέον, υπήρχαν και γλωσσικές δυσκολίες, καθώς δεν γνωρίζω άπταιστα αγγλικά. Τι να πω; Αποφάσισα όμως να δοκιμάσω...
– Πείτε μου, Ρεβέκκα, η Κιβωτός της Διαθήκης ήταν μεγάλο κειμήλιο στην Παλαιά Διαθήκη; Ή ιερό θεωρούταν μόνο το περιεχόμενό;
– Ναι, βεβαίως, και η Κιβωτός και ό, τι υπήρχε εντός της, όλα ήταν ιερό κειμήλιο, - μου απάντησε.
– Πώς είναι δυνατόν; Άραγε, μπορεί ένα απλό κιβώτιο, βέβαια επιχρυσωμένο, να είναι ιερό; Αφού αυτό είναι πραγματική ειδωλολατρία! – συνέχισα την μανούβρα μου.
Η Ρεβέκκα απόρησε και σιώπησε.
Εγώ συνέχισα:
– Ακούστε. Η Κιβωτός της Παλαιάς Διαθήκης αγιάστηκε από αυτό που βρισκόταν εντός της! Έτσι και η Παναγία, που έφερε στην κοιλιά της το Θείο Βρέφος Ιησού Χριστό για εννέα ολόκληρους μήνες, αγιάστηκε με την παρουσία Του. Σε τελική ανάλυση, μια ανάξια γυναίκα δεν θα μπορούσε να γεννήσει τον Θεό!
Και ξαφνικά, μετά από αυτά τα λόγια, άκουσα στο ακουστικό του τηλεφώνου κάποιους ακατανόητους ήχους, στην αρχή λίγα κλάματα και μετά η γυναίκα άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Τρόμαξα. Αλλά μετά, μέσα από αυτούς τους λυγμούς, άκουσα:
– Σας ευχαριστώ, αδελφή, ευχαριστώ που το είπατε! Τώρα αμέσως θα προσευχηθώ στην Θεοτόκο, θα προσευχηθώ γονατιστή!
Εκεί η συνομιλία μας διακόπηκε.
Μετά από κάποιο διάστημα, η Ρεβέκκα θέλησε να επισκεφθεί το μοναστήρι Γκόρνενσκι (Ελλ: Ορεινή), καθώς την προσέλκυε η μοναστική ζωή. Τότε πραγματοποίησα το παλαιό της όνειρο να της δείξω το κελί μου. Όταν είδε μέσα πολλές εικόνες, η Ρεβέκκα στάθηκε στη μέση του δωματίου και κοίταζε με έκπληξη πότε εμένα, πότε τις εικόνες.
– Αδελφή Μαριάμ, - είπε ντροπαλά, - προσεύχεστε μπροστά στις εικόνες; Και τις φιλάτε;
– Ναι, βεβαίως! Το κελί μου είναι ο δικός μου μικρός παράδεισος και οι εικόνες είναι αναπόσπαστο κομμάτι του!
Μετά από αυτό, η Ρεβέκκα πλησίασε την γωνία με τις εικόνες και άρχισε να τις εξετάζει προσεκτικά. Ξαφνικά είδε μια πολύ μικρή εικόνα, την πήρε στα χέρια της και ρώτησε:
– Ποιος είναι;
– Ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος. Βλέπετε, κρατάει στην αγκαλιά του το Θείο Βρέφος Χριστό.
Σχεδόν είχα αρχίσει να της εξηγώ τον συμβολισμό της εικόνας, την ιδιαίτερη γλώσσα των χρωμάτων, των χειρονομιών, των αντικειμένων που απεικονίζονται... αλλά οι εξηγήσεις μου δεν της ήταν απαραίτητες. Η Ρεβέκκα στεκόταν, αγκαλιάζοντας την εικόνα, την φιλούσε, και το πρόσωπό της κυριολεκτικά έλαμπε, όπως του ανθρώπου που έχει βρει ανεκτίμητο θησαυρό.
Η Ρεβέκκα στεκόταν, αγκαλιάζοντας την εικόνα του Γέροντα Συμεών και ξαφνικά μου ζήτησε: «Δώστε μου αυτήν την εικόνα!»
Οπότε, ξαφνικά άκουσα:
– Αδελφή Μαριάμ, σας παρακαλώ, δώστε μου αυτή την εικόνα, θα σας πληρώσω όσα χρήματα θέλετε, θα μπορέσετε να αγοράσετε μια άλλη μετά. Δεν μπορώ να φύγω από εδώ χωρίς αυτήν!
Αναγκάστηκα να δώσω την εικόνα, αν και ήταν πολύτιμη και για μένα. Ήταν δώρο μιας αδελφής μοναχής.
Αυτό ήταν μεγάλο θαύμα του γέροντα Συμεών. Από τότε η Ρεβέκκα άρχισε να τιμά τις εικόνες, αλλά την εικόνα του γέροντα Συμεών την έπαιρνε μαζί της παντού σε όλη την Ιερουσαλήμ, δείχνοντάς την στους κύκλους της. Πολλοί άνθρωποι, ακόμη και μεσσιανικοί Εβραίοι, χάρη στην επικοινωνία τους με τη Ρεβέκκα, άρχισαν να βλέπουν στις εικόνες την απεικόνιση του ευαγγελικού μυστηρίου.
Υ.Γ. Θα ήθελα να προσθέσω ότι η καλύτερη εικόνα του αγίου γέροντα Συμεών που έχω δει βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα, στο ελληνικό μοναστήρι του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου Καταμόνας. Πρόκειται για ακριβές αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας που βρέθηκε τον 15ο αιώνα στο Βελίκι Νόβγκοροντ και φυλασσόταν στο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης Ζβερίνι. Κάτω από την εικόνα σώζεται η επιγραφή: «Ακριβές αντίγραφο σε μέγεθος και ομοίωμα της εικόνας που βρέθηκε στο Νόβγκοροντ». Το αντίγραφο αυτής της θαυματουργής εικόνας προσφέρθηκε στο μοναστήρι Καταμόνας από Ρώσους προσκυνητές, πιθανόν ακόμη και από το ίδιο το μοναστήρι Ζβερίνι στο Βελίκι Νόβγκοροντ. Η ίδια η θαυματουργή εικόνα του δίκαιου Συμεών του Θεοδόχου, που κρατά στα χέρια του το Θείο Βρέφος Χριστό, έγινε διάσημη για τη σωτηρία από την τρομερή πανώλη το 1467 των κατοίκων των περιοχών του Νόβγκοροντ και του Πσκοβ. Για αυτή την εικόνα, η μελλοντική διάσημη ηγουμένη της Ιεράς Μονής Ιωάννη του Προδρόμου στο χωριό Λεούσινο, γερόντισσα Ταϊσία (Σολόποβα, 1842-1915), συνέθεσε Χαιρετισμούς στον άγιο Συμεών τον Θεοδόχο στη διάρκεια της παραμονής της στο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης Ζβερίνι. Η φημισμένη εικόνα, ωστόσο, χάθηκε στη δεκαετία του 1920, στη διάρκεια της δύσκολης περιόδου του αθεϊσμού.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία