Ζωγράφος: Ξένια Σαφρανόβσκαγια
Ο Γιώργης ακούμπησε το μέτωπό του στο κρύο τζάμι του παραθύρου. Από το ύψος του δεύτερου ορόφου, η αυλή της πολυκατοικίας φαινόταν όπως πάντα, απλώς, ήταν από διαφορετική οπτική γωνία. Από το διαμέρισμα του Τόλικ, που είναι στον ένατο όροφο, όλη η γειτονιά φαίνεται σαν σε πιάτο. Ο Γιώργης όμως από το παράθυρό του έβλεπε μόνο τις κούνιες, τα παγκάκια και τους γυμνούς θάμνους αγριοτριανταφυλλιάς. Το μόνο που διακρίνονταν καλά ήταν οι μαύρες κηλίδες του βρεγμένου χώματος – εκεί όπου το χιόνι είχε ήδη λιώσει. Αυτή είναι η χιονόπτωση Νοέμβριο μήνα, τότε που ο χειμώνας με τους δυνατούς παγετούς δεν έχει ακόμα φτάσει.
– Γιώργη, πάλι ακουμπάς το κρύο!
Ο Γιώργης δεν άκουσε όταν η μάνα του μπήκε στο δωμάτιο. Άγγιξε με το δροσερό χέρι της το μέτωπό του.
– Σαν να έπεσε ο πυρετός. – Η μάνα του κοίταξε το ρολόι.
Το πρωί ο Γιώργης είχε πιεί γλυκό σιρόπι. Είχε ζάλη και τρομερή νύστα. Τι να κάνει; Αυτό είναι το τίμημα της αναρρωτικής άδειας: πρέπει να υποφέρεις λίγο, για να μπορείς μετά να χαλαρώνεις στο σπίτι και να μην πηγαίνεις στο σχολείο. Κρίμα που δεν μπορεί να βγει έξω για βόλτα και να τρώει παγάκια.
– Τώρα θα σε πάω στη γιαγιά Ζήνα, – είπε η μαμά, διορθώνοντας το γιακά του φορέματός της. Με αυτό το φόρεμα πήγαινε σε κάθε είδους συσκέψεις. Και σήμερα ήταν ακριβώς μια τέτοια μέρα – δεν μπορούσε με τίποτα να την χάσει. Η μαμά εργάζεται στο υπουργείο που ασχολείται με όλα τα υπουργεία και δεν μπορεί να μείνει σε αναρρωτική άδεια. Και ο μπαμπάς, όπως πάντα, βρίσκεται σε μακράς διάρκειας και μακρινή επαγγελματική αποστολή.
Ο Γιώργης δεν διαφώνησε. Ήταν μια ευκαιρία να βγει έξω και, αν ήταν τυχερός, να φτιάξει μια χιονόμπαλα, πριν λιώσουν εντελώς όλα.
Η γιαγιά Ζήνα, ή αλλιώς Ζηναΐδα Πετρόβνα, είναι μια γνωστή της μαμάς που μένει τρία σπίτια πιο πέρα. Όταν η μαμά ήταν μικρή, έμενε κι αυτή στη γιαγιά Ζήνα. Είναι τρομερό να σκεφτεί κανείς πόσων χρονών είναι η γιαγιά Ζήνα. Αυτό σκεφτόταν ο Γιώργης, καθώς περνούσε δίπλα από το γήπεδο. Αναστέναξε βαριά και στη συνέχεια φταρνίστηκε.
– Να, είδες; Έχεις πυρετό, βήχα! Ποιο μπάσκετ!?
– Έλα τώρα, μα-α-α-α-μαμά! Είμαι αρχηγός της ομάδας μπάσκετ της τρίτης τάξης, και σήμερα παίζουμε στον τελικό με το γειτονικό σχολείο! – είπε με παράπονο ο μικρός.
Οι φίλοι του είχαν ήδη γράψει στο WhatsApp όλα όσα σκέφτονταν γι’ αυτόν: «ο κλαψιάρης», «ο αδύναμος», «η κότα» και, το πιο προσβλητικό, «ο προδότης»!
Και τι μπορούσε να κάνει; Από το πρωί είχε ζάλη και τα μάτια του «έκαιγαν» από τον υψηλό πυρετό. Ήθελε να κοιμάται όλη την ώρα. Είναι δικό του λάθος που αρρώστησε; Ή μήπως έπρεπε να το σκάσει για να πάει στον αγώνα; Έχει ακόμα χρόνο μέχρι τις τέσσερις. Ίσως προλάβει, όσο η γιαγιά Ζήνα είναι απασχολημένη. Να, η είσοδος της πολυκατοικίας της.
– Δεν μπορώ να προχωρήσω άλλο, το αυτοκίνητο έφτασε ήδη. Δώσε αυτό στη γιαγιά Ζήνα, – η μαμά του έδωσε μια σακούλα με τσάι και γλυκά, – σε δύο ώρες πάρε το χάπι σου, και μην ξεχάσεις να κάνεις γαργάρες! – του είπε, χωρίς να σηκώσει τα μάτια της στον Γιώργη. Η μαμά είναι πάντα με ένα τηλέφωνο. Εκεί έχει τη δουλειά της, μισθούς, παραγγελίες τροφίμων και τους βαθμούς του Γιώργη. Και τώρα, επιπλέον, έχει και το ταξί που τριγυρνάει κάπου στη γειτονιά.
Ο Γιώργης κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ανέβηκε στο διαμέρισμα της ηλικιωμένης γειτόνισσας. Παρά τη βουλωμένη μύτη του, αμέσως ένιωσε εκείνη την ιδιαίτερη μυρωδιά του διαμερίσματός της. Εδώ δεν μύριζε παλιά πράγματα ή πίτες με λάχανο. Ήταν μια ιδιαίτερη μυρωδιά που προερχόταν από τη γωνιά με τις εικόνες. Η Ζηναΐδα Πετρόβνα είχε εικόνες σε κάθε δωμάτιο, αλλά στη γωνία του κεντρικού σαλονιού ήταν οι περισσότερες.
– Γιωργάκη μου, αγαπητέ μου, ήρθες επιτέλους! Έχω ήδη βγάλει τη μαρμελάδα. Τώρα θα σε θεραπεύω. Ποια σου αρέσει; Σμέουρου ή φράουλας;
– Μου αρέσει όταν το τρίποντο μπαίνει στο καλάθι, – ο Γιώργης είχε απογοητευτεί εντελώς που έχανε τον αγώνα, – αλλά, μια και μιλάμε για μαρμελάδα, τότε θέλω σμέουρου.
Η γιαγιά Ζήνα χαμογέλασε, βγάζοντας το σκούφο από το κεφάλι του αγοριού:
– Τίποτα δεν κατάλαβα. Τώρα θα μου τα πεις όλα. Πλύνε τα χέρια!
Η γριούλα περπάτησε με βαριά βήματα πάνω στα πολύχρωμα πατώματα προς την κουζίνα. Ο Γιώργης ξέπλυνε γρήγορα τα χέρια του, αλλά βγήκε από το μπάνιο όχι προς την κουζίνα, αλλά προς το σαλόνι – για να δει τις εικόνες, από τις οποίες έβγαινε εκείνο το άρωμα. Ήταν είτε άρωμα ξύλου, είτε έμοιαζε με τη μυρωδιά ψωμιού με κανέλα; Ο Γιώργης προσπάθησε να εισπνεύσει με τη μύτη του που έτρεχε, αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να εντοπίσει το άρωμα. Δεκάδες εικόνες κρέμονταν στον τοίχο και στέκονταν στο γωνιακό ράφι. Ο Γιώργης παρατήρησε ότι μερικές από αυτές επαναλαμβάνονταν. Για παράδειγμα, η εικόνα της Παναγίας με το βρέφος, ενώ η εικόνα του Σωτήρα υπήρχε μόνο μία. Όμως, μπροστά της κρεμόταν ένα καντήλι, και δίπλα της στεκόταν ένα μικρό αγγείο με διακόσμηση στο καπάκι. Από αυτό προερχόταν το άρωμα.
– Σ’ αρέσει; Και εγώ, όταν ήμουν μικρή, αργά τα βράδια, όταν κοιμόντουσαν όλοι, αγαπούσα πολύ να κοιτάω πώς καίει το καντήλι.
– Τι είναι αυτό που μυρίζει;
– Αυτό είναι λιβάνι. Μια ρητίνη που καίνε στην εκκλησία. Δεν μπορώ καθόλου να περπατήσω, οπότε μερικές φορές το ανάβω στο σπίτι, για να μην ξεχνάω τον ναό.
Ο Γιώργης κοίταζε σιωπηλά το πρόσωπο του Σωτήρα. Ήξερε ότι στην εικόνα απεικονίζεται ο Θεός. Ξαφνικά, ο Γιώργης ένιωσε μεγάλη θλίψη κοιτάζοντας αυτά τα μάτια
Ο Γιώργης κοίταζε σιωπηλά το πρόσωπο του Σωτήρα. Ήξερε ότι στην εικόνα απεικονίζεται ο Θεός. Κάποτε, η μαμά τον πήγαινε στην εκκλησία, αλλά σχεδόν δεν θυμόταν τι γινόταν εκεί. Ξαφνικά, ο Γιώργης ένιωσε μεγάλη θλίψη κοιτάζοντας αυτά τα μάτια. Λες και είχε πάρει κακό βαθμό και το είχε ομολογήσει στη μαμά του, μόνο που εκείνη δεν τον μάλωσε. Απλώς, αναστέναξε και τον αγκάλιασε, γιατί η μαμά απλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
– Εσύ γιατί είσαι τόσο σκυθρωπός; Έχεις πάλι πυρετό; – Η γιαγιά Ζήνα άγγιξε το μέτωπο του Γιώργη. Δεν ήταν ζεστό.
Στην κουζίνα ο βραστήρας σφύριξε. Εδώ δεν μύριζε πια λιβάνι, αλλά κρέμονταν κι εδώ μικρές εικόνες. Όπως, και παλιές φωτογραφίες.
– Γιαγιά Ζήνα, έχετε ζήσει μια τόσο μεγάλης διάρκειας ζωή. Σας έχει πραγματικά προκαλέσει ποτέ πικρία κάτι;
Η γυναίκα χαμογέλασε, οι γωνίες των ματιών της σηκώθηκαν και δεκάδες μικρές ρυτίδες εμφανίστηκαν στο πρόσωπό της. Με το χέρι της να τρέμει από αδυναμία, έβαλε μπροστά στον επισκέπτη ένα φλιτζάνι με αρωματικό τσάι και έσπρωξε προς το μέρος του ένα βαζάκι με μαρμελάδα.
– Φυσικά και μου έχει συμβεί, ποιος από εμάς δεν το έχει ζήσει; Μια φορά περίμενα όλη τη νύχτα στην ουρά για ζάχαρη, και ακριβώς την ώρα που ήρθε η σειρά μου τελείωσε.
– Σε κατάστημα;
– Όχι ακριβώς. Υπήρχε εποχή που παίρναμε τρόφιμα με κάρτες. Η μάνα σου δεν είχε τότε γεννηθεί ακόμα. Πικράθηκα άραγε; Βεβαίως και πικράθηκα, το πρωί έπρεπε να πάω στο εργοστάσιο για δουλειά και όλη τη νύχτα την πέρασα στο πόδι. Άρα, έτσι ήθελε ο Θεός.
Ο Γιώργης παραλίγο να πνιγεί με το τσάι του από την αγανάκτησή του.
– Τι εννοείτε ότι το ήθελε ο Θεός; Για να μην κοιμηθείτε όλη νύχτα; Για ποιο λόγο; Ποιος είναι αυτός ο Θεός;
Ο Γιώργης ανέβασε τα μάτια του στη χάρτινη εικόνα που ήταν κρεμασμένη ακριβώς πάνω από το τραπέζι.
– Είναι σαν ο καλύτερος φίλος. Μόνο που είναι και Πατέρας. – Η γιαγιά Ζήνα κοίταξε τις εικόνες και έκανε το σταυρό της.
– Και αν έχω ήδη έναν πατέρα; Βέβαια, αυτός είναι μακριά τώρα, αλλά υπάρχει. – Δεν μπορούσε να το κατανοήσει ο μικρός.
– Και εσύ φαντάσου ότι Αυτός είναι κοινός μας πατέρας, και δικός σου, και του πατέρα σου και της μάνας σου.
Ο Γιώργης έπιασε με τα χέρια του το πρόσωπό του και ακούμπησε τους αγκώνες του πάνω στο τραπέζι. Σε αυτή τη στάση σκεφτόταν καλύτερα, τουλάχιστον, όταν έγραφε διαγωνίσματα στα μαθηματικά.
– Και μπορώ να Του μιλήσω;
– Βεβαίως!
– Και θα με ακούσει;
– Οπωσδήποτε.
– Και θα μου απαντήσει;
Με κάθε λέξη της Ζηναΐντα Πετρόβνα, ο Γιώργης γινόταν όλο και πιο περίεργος για να μάθει πώς να μιλήσει στον Θεό. Είχε πολλές ερωτήσεις, αλλά απαντήσεις – καμία ακόμα.
– Αυτό δεν το γνωρίζω. Αν σου χρειάζεται, θα απαντήσει. Αν αυτό σε ωφελήσει.
– Είναι όμως ωφέλιμο να είμαι άρρωστος; Σήμερα, έχασα τους φίλους μου, έχασα το πρωτάθλημα. Εγώ όμως είμαι καπετάνιος!
– Άρα, για κάποιο λόγο χρειάστηκε να έρθουν έτσι τα πράγματα. Έτσι λέμε: το θέλει ο Θεός.
Ο Γιώργης δεν είπε τίποτα, συνεχίζοντας να τσιμπάει μαρμελάδα από το βαζάκι. Δεν είχε καμία απάντηση στο ερώτημα γιατί είχε κρυολογήσει και στο γιατί οι φίλοι του τού φέρθηκαν έτσι. Το ρολόι έδειχνε σχεδόν τρεις. Αυτό σήμαινε ότι σε μία ώρα θα ξεκινούσαν οι αγώνες στο σχολείο. Αν γλιστρήσει αθόρυβα στο διάδρομο, θα μπορέσει να φορέσει γρήγορα τα παπούτσια του και να ρίξει πάνω του το μπουφάν· δεν είναι απαραίτητο να φορέσει σκούφο, μια χαρά είναι και η κουκούλα. Δύο τετράγωνα πιο πέρα βρίσκεται το σχολείο του, και εκεί θα μπορούσε να ζητήσει από τον Βίτια Σοκολόφ τα αθλητικά παπούτσια. Με τον Γιώργη έχουν το ίδιο νούμερο. Και ο Βίτια του χρωστάει ακόμα χάρη από τότε που έγραφαν διαγώνισμα στη γεωγραφία – δεν ήξερε την πρωτεύουσα της Αυστραλίας, ο αμαθής!
– Πιες, πιες λίγο τσάι, κι εγώ θα ξαπλώσω λίγο, – η γιαγιά Ζήνα σηκώθηκε, ακουμπώντας στο τραπέζι. Στη συνέχεια περπάτησε με βαριά βήματα μέχρι το ψυγείο στο διάδρομο, πήρε λίγη ανάσα και γύρισε προς το δωμάτιο. Ο Γιώργης άκουγε μόνο τη βαριά αναπνοή της που την συνόδευαν υπόκωφοι στεναγμοί. Ήπιε ακόμα ένα φλιτζάνι τσάι, συνοδεύοντάς το με ζαχαρωτά μπισκότα. Ξανακοίταξε τις φωτογραφίες: εδώ η γιαγιά Ζήνα νέα, να κάθεται πάνω σε ένα βουνό από πατάτες στο κολχόζ, εδώ είναι στη βιβλιοθήκη – παραλαμβάνει κάποιο βραβείο ως καλύτερη υπάλληλος, και σε αυτήν είναι με λευκό μαντήλι, βρίσκεται κάπου στο εξωτερικό, με φόντο μια μεγάλη πέτρινη εκκλησία, κρατά στα χέρια της μια δέσμη λεπτών κεριών.
– Τι χαζομάρα! – Δεν άντεξε ο Γιώργης. – Αρρώστησα, επειδή έτσι ήθελε ο Θεός. Τι σόι Πατέρας είναι αυτός που θέλει να αρρωσταίνω;
Η ησυχία του διαμερίσματος διακόπτονταν από το ρυθμικό τικ-τακ του ρολογιού στον τοίχο. Ο Γιώργης κατευθύνθηκε στις μύτες των ποδιών προς την πόρτα εξόδου. Είχε ήδη βάλει το αριστερό του πόδι στη μπότα και ετοιμαζόταν να δέσει τα κορδόνια, όταν άκουσε έναν απροσδόκητο θόρυβο. Από το διάδρομο που ήταν, ο Γιώργης είδε ένα αναποδογυρισμένο σκαμπό με τα φάρμακα της γιαγιάς Ζήνας. Έτρεξε στο σαλόνι, όπου η γριούλα βρισκόταν ήδη ανάσκελα στο πάτωμα σε αφύσικη στάση και βογκούσε από τον πόνο.
– Έσκυψα να πάρω τα χάπια και δεν κράτησα ισορροπία, – μουρμούρισε με δυσκολία η γιαγιά Ζήνα.
Ο Γιώργης βοήθησε τη γυναίκα να σηκωθεί, αλλά δεν ήταν εύκολο. Στηριζόμενη στον ώμο του, κατάφερε πρώτα να καθίσει και μετά να ξαπλώσει στον καναπέ.
– Γιωργάκη μου, εκεί είναι τα χάπια, τα κίτρινα. Η πίεση μου… – η ηλικιωμένη γυναίκα έκανε ένα νεύμα με το χέρι, δεν είχε δυνάμεις να ολοκληρώσει τη φράση. Μόνο η βαριά αναπνοή της γινόταν όλο και πιο συχνή.
Το αγόρι κοίταξε το πάτωμα και κατάλαβε ότι τα μπουκαλάκια που ήταν πάνω στο σκαμπό είχαν αναποδογυρίσει και τα χάπια είχαν πλέον σκορπιστεί ανακατεμένα πάνω στο χαλί. Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη. Ο Γιώργης έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και πήρε το «112». Δεν θυμόταν καλά τι έλεγε στους υπεύθυνους. Τον ρώτησαν πόσων ετών είναι η γιαγιά Ζήνα, τι φάρμακα έπαιρνε. Του έκαναν κι άλλες σοβαρές ερωτήσεις, στις οποίες δεν ήξερε τις απαντήσεις. Ένα μεγάλο κόμπο ένιωθε στο λαιμό του.
Όσο το ασθενοφόρο ήταν καθ’ οδόν και η γριούλα ήταν ξαπλωμένη σιωπηλή στον καναπέ, ο Γιώργης πλησίασε τις εικόνες και έκανε το σταυρό του
Όσο το ασθενοφόρο ήταν καθ’ οδόν και η γριούλα ήταν ξαπλωμένη σιωπηλή στον καναπέ, ο Γιώργης πλησίασε τις εικόνες και έκανε το σταυρό του. Δεν ήξερε αν έκανε το σωστό:
– Θεέ, αν είσαι ο Πατέρας μου και ο Πατέρας της γιαγιάς Ζήνας, και αν το θέλεις, μπορείς να κάνεις ώστε να γιατρευτεί; Δεν θα πάω σε κανένα αγώνα. Δεν μου χρειάζεται. Βοήθησέ την, σε παρακαλώ.
Ο Γιώργης προσευχόταν για πρώτη φορά στη ζωή του.
Όταν έφτασαν οι γιατροί, επαίνεσαν τον μαθητή επειδή είχε κάνει τα πάντα σωστά. Έκαναν μια ένεση στη Ζηναΐδα Πετρόβνα και αυτή άρχισε να συνέρχεται. Αμέσως μετά τους γιατρούς, χωρίς να βγάλει τις μπότες και το παλτό της, μπήκε τρέχοντας στο διαμέρισμα η μαμά.
– Ζηναΐδα Πετρόβνα, γλυκιά μου, πώς έγινε αυτό; – άρπαξε τη γριούλα από τα χέρια και κάθισε δίπλα της στον καναπέ.
– Δόξα τω Θεώ! Ο Γιωργάκης με έσωσε. Κάλεσε ασθενοφόρο, αλλιώς θα είχα πάθει εγκεφαλικό, – έλεγε η γιαγιά Ζήνα με χαμηλή και βαριά φωνή.
– Ξεκουραστείτε, ξεκουραστείτε! – η μαμά σκέπασε τη γιαγιά με μια καρό κουβέρτα, – εμείς θα πάμε τώρα στο σουπερμάρκετ, να ετοιμάσουμε το δείπνο και να πάρουμε τα φάρμακα.
Το κινητό του αγοριού χτύπησε – ήταν ένα μήνυμα στο WhatsApp από τους φίλους του: «Τα κάναμε θάλασσα ήδη στο πρώτο ημίχρονο. Χωρίς εσένα δεν γίνεται!»
– Τι έγινε; Χάσατε; – ρώτησε η μαμά, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του Γιώργη την οθόνη του κινητού του.
– Άρα, έτσι θέλει ο Θεός. – απάντησε ο Γιώργης.
Άρχισε σιγά-σιγά να καταλαβαίνει το νόημα αυτής της φράσης.

Πρόσωπα της Ιεράς Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ
Ιστορικά και κανονικά ερείσματα ενότητας της Ρωσικής Εκκλησίας
Λιτανεία προς τιμήν του Αγίου Ειρηνάρχου του Εγκλείστου 2019
Μητροπολίτης Ονούφριος μιλά για την πορεία της κανονικής Ορθοδοξίας στην Ουκρανία